Βιβλία για Αϋπνίες ή Αϋπνίες για Βιβλία

Τι κοινό έχουν ο Albert Camus με έναν νάνο και έναν οπιομανή; Είναι τα κείμενα του De Quincey και του Lagerkvist ιδανικά για ύπνο ή για ξύπνιο; Εσείς κοιμάστε τα βράδια; Και εάν ναι, τι είναι αυτά τα μυστιριώδη ΒΓΧ βιβλία τελικά; Μια εκ βαθέων ανάλυση του πως είναι να φοβάσαι να κοιμηθείς.

Λεπτομέρεια: The Sleep of Reason Produces Monsters (c 1799), Francisco Goya (1746-1828)

Οι αναγνωστικές συνήθειες των βιβλιόφιλων ποικίλουν –είναι γεγονός. Άλλοι πρωί, άλλοι απόγευμα, και οι περισσότεροι το βράδυ, στη σιγαλιά, το ρίχνουν στο διάβασμα. Βέβαια, και να μην τους ξεχάσουμε, υπάρχουν και εκείνοι –σαν και του λόγου μου- που λατρεύουν να επιδίδονται στο σπορ της ανάγνωσης στο μέρος όπου και ο βασιλιάς ακόμη πηγαίνει μόνος του. Από εκεί μας έχει προκύψει και το αρκτικόλεξο ΒΓΧ*. Εγώ τουλάχιστον έτσι πέρασα στη Φιλοσοφική και εκεί, στο μέρος, έγινα αναγνώστης πραγματικός.

Το θέμα μας εδώ όμως είναι άλλο: βιβλία και ύπνος –ή μάλλον η απουσία αυτού. Έχω περάσει πέντε μέρες της ζωής μου σε γυμναστήριο, τουλάχιστον τρία ολόκληρα χρόνια ξαπλωμένος στο κρεβάτι να ξύνομαι διαβάζοντας βιβλία και, μα το Θεό, (σχεδόν) φοβάμαι τον ύπνο. Τρομώδη όνειρα; Αγχωτικά όνειρα; Επαναλαμβανόμενα όνειρα; Όνειρα αποτυχίας; Όνειρα με φόβο θανάτου; Αϋπνίες; Υπνικές διαταραχές; Ξύπνημα κατά την υπνική παράλυση ή πιο απλά, και λαϊκά, μόρα; Από όλα έχει ο μπαξές. Κάποια στιγμή, όπως φαίνεται, σε τρυφερή ηλικία, πίστεψα πως ο ύπνος είναι χαμένος χρόνος· μια προαιώνια κατάρα που κάποιος την εμφύσησε πάνω μας και εγώ πολεμάω να την εξαλείψω. Μοιραία, λοιπόν, με τα χρόνια, ο ύπνος με τιμώρησε κατάλληλα για τούτη την αυθάδειά μου.

Με αυτά και με αυτά, ωριμάζοντας κατάλαβα πως όπως και να έχει πρέπει να κοιμάμαι (που και που). Το βράδυ, για να καταφέρω να κλείσω τα μάτια μου –δίχως υπολογισμούς για χρωστούμενα στην εφορία, δίχως επισκόπηση των τελευταίων λαθών μου, δίχως οράματα γεμάτα σκηνές βίας ενάντια σε αυτούς που με αδίκησαν-, για να μην κρατιέμαι ξύπνιος και δυστυχισμένος τελικά, πρέπει να διαβάσω μερικές σελίδες. Όπως καταλαβαίνετε εκτός από τον ύπνο μάλλον φοβάμαι και τον ξύπνιο. Τα βιβλία, λοιπόν, έχουν υπάρξει πιστοί σύντροφοι, αντίδοτο σε όλα τα κακά του κόσμου και, ναι, τα ιδανικά υπνωτικά. Λίγες αράδες ηρεμίας πριν κυλιστώ στην πάχνη του ύπνου. Και ενώ συνήθως με συνδέουν με τον Μορφέα υπάρχουν κάποια ελάχιστα, που για λόγους λίγο ως πολύ αδιευκρίνιστους, αντί να με κοιμίσουν μου δημιούργησαν τέτοια ταραχή όλο το βράδυ, που, το πρωί, αφού είχα κλείσει την τελευταία σελίδα τους, σηκώθηκα ολότελα άυπνος και δυνατός να συνεχίσω τη μίζερη ζωή μου.

w-10commandments_2425344bΚαι αυτός είναι ο μικρός και ιερός κατάλογός τους:

dequinceyThomas De Quincey (1785-1859): Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιομανούς  [εκδ. Ερατώ]

Από μικρή ηλικία ενδιαφέρθηκα για αυτό που αγγλιστί ονομάζεται addiction literature. Λογοτεχνία της έξης μεταφράζοντας ελεύθερα. Της ντρόγκας, του πιόματος, της μαστούρας πιο απλοϊκά. Μια μακάβρια έλξη με καλούσε πάντα κοντά της. Πιστεύω πως, λόγω χαρακτήρα, δεν είμαι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνος ούτε ευάλωτος σε τολμηρές δοκιμές -είμαι χέστης. Αυτό εδώ λοιπόν το εγχειρίδιο –όπως κάποιοι το κατηγόρησαν, όχι τελείως άδικα μάλλον- περιγράφει όλες τις μαγικές στιγμές του οπίου, όταν η φαντασία οργιάζει. Τα κτίσματα και τους δρόμους που παίρνουν κυκλώπειες διαστάσεις· όλη εκείνη τη διεσταλμένη αίσθηση του χρόνου που σε κάνει να νιώθεις αιώνιος· όλη εκείνη τη λησμονιά που χαρίζει ακόμα και στον θύτη· από την μία. Και από την άλλη: όλο το δράμα του εθισμού, τους εφιάλτες, τον πόνο, την εξάρτηση. Ο συγγραφέας τα γνώρισε όλα αυτά από πρώτο χέρι. Υπήρξε μέγας πότης. Ο De Quincey -μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία ούτως ή άλλως: ένας άνθρωπος που χρωστούσε της Μιχαλούς και όμως συνέχιζε μανιωδώς να συλλέγει βιβλία· ένας καταπληκτικός γραφιάς που έστρωνε τον κώλο του στο γράψιμο περισσότερο για να ξεχρεώσει παρά για οποιονδήποτε άλλο λόγο- o De Quincey, λοιπόν, μας παρέδωσε ένα από τα πλέον αριστουργηματικά κείμενα όλων των εποχών, στο λογοτεχνικό είδος που καλούμε απομνημονεύματα. Κι όμως περιέργως πως το πιο τρομακτικό, το πιο σπαρακτικό κομμάτι του αναγνώσματος για μένα ήταν αρχή του –και όχι τα φαντασιακά οράματα. Τότε πριν μπλέξει με το ναρκωτικό. Όταν, για δυο χρόνια ολόκληρα της εφηβικής ζωής του, τριγυρνούσε σαν πλάνητας στο καταθλιπτικό Λονδίνο του 19ου αιώνα. Μια καρτ-ποστάλ αναμνήσεων τόσο πικρή για την ψυχή του που οι μελετητές του εικάζουν πως εκείνη τον οδήγησε στο όπιο τελικά –και εμένα, η περιγραφή και η εξομολογητική της δύναμη, σε ένα βράδυ που δε μπορούσα να κλείσω μάτι. Δε μπορούσα να παρατήσω τον συγγραφέα μόνο του την ώρα που άφηνε την καρδιά του στα πόδια μου.

camusΑlbert Camus (1913-1960): Ο Ξένος  [εκδ. Καστανιώτης]

Ας ξεκινήσω με βασικές αλήθειες: α) δε θυμάμαι και πολλά μετά από δέκα χρόνια β) προσέγγισα το βιβλίο με μεγάλη καχυποψία, ήμουν σίγουρος πως επρόκειτο για κουλτουρέ αηδία. Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι αλλά ας μου δοθεί ένα μικρό άλλοθι: θυμάμαι άπειρο κόσμο τότε που το μοναδικό βιβλίο που είχε διαβάσει ήταν αυτό, ελέω των Τhe Cure και του Killing an Arabχεβιμεταλλάς ων μου έβγαινε ένα μίσος, φαντάζεστε. Είχα φοβηθεί και τον βαρύγδουπο χαρακτηρισμό του Camus ως φιλόσοφου-συγγραφέα -γενικά όπως καταλαβαίνετε από παραπληροφόρηση άλλο τίποτα. Σήμερα πιάνω τον εαυτό μου να αναπολεί την περιγραφή που ο κεντρικός ήρωας, ο αινιγματικός Meursault, κάνει μπάνιο στην παραλία –και εγώ νομίζω πως βουτάω στα νερά της Βορείου Αφρικής. Την περιγραφή σχετικά με τους γυμνασμένους άντρες που, ασυναίσθητα, στέκονται στους τοίχους έχοντας λυγισμένο το ένα τους πόδι –αν θυμάμαι καλά. Θυμάμαι τον Meursault να σκοτώνει, χωρίς κανένα μα κανένα λόγο, έναν Άραβα σε μια παραλία. Και όμως υπάρχει λόγος, και λόγος σοβαρός –θα καταλάβετε αν έχετε διαβάσει ή διαβάσετε το βιβλίο. Όμως εγώ τον είχα ξεχάσει τελείως. Όπως είχα ξεχάσει και το υπόλοιπο μισό του μυθιστορήματος. Το μόνο που θυμόμουν ήταν μια κατάσταση. Εκείνης τη λέξης που σε μια ζοφερή περίοδο της ζωής μου, είχα δει γραμμένη με φωτεινά γράμματα στην οθόνη του υπολογιστή, την ώρα που έλιωνα με ένα video game: “indifference” ή στα Ελληνικά «απάθεια». Τελικά, επί της ουσίας, δε θυμάμαι τίποτα, τίποτα, τίποτα από το βιβλίο. Μονάχα τον εαυτό μου να γυρίζει μαγεμένος τις σελίδες του. Ακούγοντας στο repeat –τουλάχιστον 20 φορές- το Bolero του Ravel. Και μια καθολική αίσθηση να με πλημμυρίζει, μια λυτρωτική απάθεια που πήγαζε από τα μέσα μου· που όμως –τι περίεργο;- λίγωνε από κρυφή χαρά καθώς άκουγε τα πουλιά στον κήπο μας να αναγγέλλουν την αυγή.

214805Pär Lagerkvist (1891-1974): Ο νάνος  [εκδ. Καστανιώτης]

«Δεν είμαι γελωτοποιός. Εγώ είμαι νάνος και μόνο νάνος· αλλά έχω και φαρμακερή γλώσσα που μπορεί πότε πότε να προσφέρει τέρψη στους γύρω. Αυτό δε σημαίνει ότι είμαι και γελωτοποιός τους […] Έχω κι εγώ μπήξει το σπαθί μου στη σάρκα του εχθρού. Αλλά ο πόλεμος δε μ’ εντυπωσιάζει. Προτιμώ τη ζωή εδώ στην Αυλή: περισσότερες δολοφονίες, περισσότερες δολοπλοκίες, πιο έξυπνοι άνθρωποι» τάδε έφη ο κεντρικός χαρακτήρας ενός πραγματικά ιδιαίτερου έργου. Μιας νουβέλας κατασκευασμένης άρτια από έναν πολύ σημαντικό Σουηδό συγγραφέα που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1951. Ενός βιβλίου, που αν το είχαμε διαβάσει πρώτα, καθόλου δε θα απορούσαμε για την επιτυχία που έχει στο παγκόσμιο κοινό ο Tyrion Lannister του Game of Thrones. Γιατί στις 160 σελίδες του, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός μικρού τέρατος, περιγράφεται όλος ο αισχρός χαρακτήρας του ανθρώπινου γένους –σε σημείο που ο προαναφερθείς χαρακτήρας να μοιάζει με Άγγελο. Γιατί αυτό είναι Ο Νάνος του Lagerkvist: η επιτομή του κακού, μια σπουδή στον κο Χάιντ απουσία του Δόκτορος Τζέκιλ. Ένα πλάσμα που μισεί τα πάντα, τους πάντες, τον έρωτα, ακόμα και το φαί. Και δίπλα του, σε αυτήν την ακατανόμαστη μεσαιωνική αυλή κάπου στην Ιταλία, είναι όλοι τους εκεί: ο ραδιούργος πρίγκιπας, η θρησκόληπτη πριγκίπισσα-πουτάνα, ο καλλιτέχνης-επιστήμονας –ένα ανεστραμμένο είδωλο του Da Vinci-, ο δίχως φραγμούς μισθοφόρος-σφαγέας. Και ο νάνος να μας αφηγείται όλη την χορογραφία των καταραμένων, ο αφηγητής που τελικά θα σύρει τον χορό μέχρι τις εσχατιές που κρύβουμε μέσα μας. Όχι, αυτό το βιβλίο δε με άφησε ξάγρυπνο χωρίς να ξέρω γιατί. Άφωνο με άφησε. Γιατί εδώ, σε αυτό το κείμενο, βρήκα μια λογοτεχνία που ταίριαζε ακριβώς στα γούστα μου, σαν να είχε γραφτεί μονάχα για μένα. Βαλμένο σε έναν μυθικό μεσαίωνα που, ναι, μας μοιάζει. Είναι όλες οι εποχές του κόσμου δίχως τα φτιασιδώματα, δίχως πολλές πολλές αυταπάτες. Με ένα γράψιμο κοφτό και σφιχτοδεμένο, ειρωνικό σα δαίμονας, σκληρόπετσο και αστείο μαζί, μια σφαλιάρα στους ψευτορομαντισμούς. Με κάθε παράγραφο να την κλείνει μια πρόταση που σε οδηγεί σε καινούργιες ανακαλύψεις, πιο βαθιά στο τέρας μέσα σου. Με λέξεις που χτυπάνε αργά και βαριά, σαν τον ήχο μιας καμπάνας που προμηνύει κάτι πραγματικό κακό. Κάτι τόσο άσχημο και επικίνδυνο, πολύ βαθύ που σε λερώνει, πιο τρομερό και από τον ίδιο τον θάνατο ακόμα. Γιατί αν μας αποσυνδέσεις, αν μας βγάλεις τα όχι, τα μη και τα πρέπει, αν μας αφαιρέσεις τις δικλείδες ασφαλείας: ο Νάνος είμαι εγώ.


ΒΓΧ: βιβλία για χέσιμο || αναφερόμενο σε αναγνώσματα κατάλληλα για την τοποθεσία || βλέπε Αστερίξ, Λούκυ Λουκ, μεγάλοι κλασικοί λογοτέχνες, ιστορία Γ΄Λυκείου.

Advertisements

31 thoughts on “Βιβλία για Αϋπνίες ή Αϋπνίες για Βιβλία

  1. 1. ΒΓΧ φορ δε γουιν.
    2. όσο διάβαζα για το νάνο σκεφτόμουν οτι: α. μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο, και β. οτι σου ταιριάζει γάντι και μετά εφτασα στο σημείο που έλεγες οτι ταιριάζει ακριβως στα γούστα σου.
    Ωραίο κείμενο Γιορν

  2. α. Είχαμε έναν καθηγητή στο λύκειο που μας έλεγε ότι όσο λιγότερο κοιμάσαι, τόσο περισσότερο ζεις. Πέθανε στα σαράντα του ο κακομοίρης και το σύμπαν χέστηκε στο γέλιο.

    β. Οτιδήποτε από Μπουκόφσκι είναι definitive ΒΓΧ νομίζω.

    • α. Mπράβο ρε Kostakis, ωραίος. Δηλαδή και εγώ και ο Jimmy Glass απο εδώ μέσα, που πιστεύουμε το ίδιο, έχουμε δεν έχουμε μια δεκαετία ακόμα. Μπράβο, ωραία, μας έφτιαξες το απόγευμα. Λογικά θα βρουμε τον καθηγητή σου στη μετά θάνατον ζωή και θα σας τραβάμε κατάρες από το πρωί μέχρι το βράδυ.

      β. δεν είμαι σίγουρος πως συμφωνώ, αλλά ούτε πως διαφωνώ. Το σκληρό χιούμορ του Μπουκόφσκι, ναι, ιδανικό για ΒΓΧ αλλά οι σεξαλες περιγραφές σκηνών ερωτικής τρέλας δεν ξέρω. Εκτός αν το δεις με μια πολύ πλάγια οπτική περί αφόδευσης και σεξ. Πάρα πολύ πλάγια όμως. Γενικά στα ΒΓΧ είναι must τα μη λογοτεχνικά βιβλία, αλλά αν πρέπει να διαλέξω κάποιον λογοτέχνη οι δυο, τρεις που μου έρχονται στο νου είναι: chuck palanhiuk, james ellroy, michael moorcock.

      • α. Εγώ πάλι είμαι της άποψης ότι όσο περισσότερο κοιμάσαι, τόσο περισσότερο ονειρεύεσαι, which is pretty awesome.

        β. Το σεξ στον Μπουκόφσκι τις περισσότερες φορές είναι σχεδόν κωμικό, οπότε μου φαίνεται ότι δουλεύει μια χαρά στην τουαλέτα. Αλλά οκ, whatever works για τον καθένα 😛

        • α. εχω να θυμαμαι ονειρο μου εδω και χρονια. παλια οτι εβλεπα το εγραφα το πρωι σε ενα ημερολογιο, οσο πιο πολυ τα κατεγραφα τοσο πιο πολυ θυμομουν τα ονειρα μου. Μετά το σταμάτησα. Και αρχισα να καπνιζω και να πινω παραπανω. Τωρα πια δε θυμαμαι τιποτα -οποτε ο υπνος ειναι σα λιποθυμία.

          β. είναι κωμικό -να θυμηθούμε το ποίημα «η νύχτα που γάμησα το ξυπνητήρι μου» ή το διήγημα «γαμισομηχανή». Αλλά καταφέρνει ο γερο-Τσαρλς και γινεται και ερεθιστικός. Οπότε για να μην μπω σε φριχτές λεπτομέρειες θα το αφήσω εδώ. Το χεσιμο ειναι για το χεσιμο και οι φαντασιωσεις -ναι, ΟΚ, μπορει να ειναι και για την τουαλέτα αλλά όχι ότι χεζεις. Αυτό.

          • Οπως είπε και ο Jorn πιο πάνω είμαι φανατικός του μη ύπνου. Αλλά, επειδή συνήθως περιφέρομαι τις νύχτες ερείπιο από τη νύστα, επιμένοντας ότι θέλω κι άλλη ζωή, με το που πιάσω ένα βιβλίο έχω σβήσει. Καλό κακό, δεν έχει σημασία. Σπάνια μένει μαζί του για αρκετές σελίδες. Αν έπρεπε να θυμηθώ ένα μεγάλο λογοτεχνικό ξενύχτι είναι εκτός κρεβατιού, εκτός σπιτιού και εκτός στεριάς: σε ολονύχτιο ταξίδι με το πλοίο, έχω μαζί μου τον «Τέλειο Κατάσκοπο» του Λε Καρέ που είναι θαυμάσιο και μαζί με το κυματάκι, όπως κάθομαι κουκουλωμένος στο κατάστρωμα, ξεμακραίνω από τη στεριά, μικραίνει η νύχτα και μεγαλώνει ο τρόμος για όσο βαθιά ξεχασμένα στον ήρωα και σε μένα αποκαλύπτονται. Από τα καλύτερα ταξίδια έβερ, από τα καλύτερα ξενύχτια έβερ επίσης.

  3. εμένα, άμα αρχίσω το διάβασμα το βράδυ, δεν με παίρνει ο ύπνος μέχρι να αρχίσουν να κουνιούνται τα γράμματα στις σελίδες… :/ όσο για τα ΒΓΧ, ούτε καν… είμαι της ετικέτας σαμπουάν… 😛
    πολύ ενδιαφέροντα όσα λες, το νάνο τον έβαλα στη λίστα με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω άμεσα!
    Α κ μου φάνηκε αστείο, η λεπτομέρεια που θυμάσαι απ’ τον ξένο, γιατί μου θύμισε μια λεπτομέρεια που θυμάμαι απ’ τους Γάμους, του ίδιου χαχα.

    • και εγώ το παθαίνω αυτό με τα γράμματα. Απλά συνήθως μου συμβαίνει στο πεντάλεπτο. Οσο για τα ΒΓΧ -περί ορέξεως…

      Για τον Νάνο, όπως κατάλαβες, μονο καλα λογια εχω να πω -είμαι τεράστιος fan. Περιμένω εντυπωσεις, γιατί με την πώρωση που έχω με αυτό το βιβλίο, δεν ξέρω αν το κρίνω καθαρά.

      Για πες την λεπτομέρεια από τους «Γάμους». Ποια είναι;

  4. Το ξεραμε οτι ο Νανος εισαι εσυ,χαιρομαι που το συνειδητοποιησες.
    το βιβλιο ακουγεται τρομερα ενδιαφερον, μου αρεσει οπως τα λες,ναι μου αρεσει.

    το βγχ ειναι μια σιχαμενη συνηθεια που θα πρεπε να απαγορευτει.

    σου προτεινω ‘το σπιτι του υπνου’,Τζοναθαν Κοου.για συμπαρασταση σε βραδιες αυπνιας.

    • Το γεγονός πως Ο Νανος ειναι απο τα αγαπημενα μου βιβλια, ισως το καλυτερο μου σχεδόν, και παρόλα αυτά η λατρεία μου για τους Νάνους έχει όρια, θα πρέπει να βάλει εσένα σε σκέψεις σχετικά με τη μανία που έχεις με αυτούς. Επίσης σε άλλα βιβλία με νάνους, εκτός απο το Game of Thrones και το Lord of the Rings, υπάρχει και το Τενεκεδενιο Ταμπουρλο του Γκυντερ Γκρας. Αν σου ερχονται και αλλα στο μυαλό, παρακαλώ πες τα. Ετοιμάζω εναν κατάλογο, πρέπει να βρω ολους τους ενδιαφεροντες λογοτεχνικα νάνους.

      Τα ΒΓΧ είναι εκεί πάντα για εμάς, στις πιο δύσκολες και πυρετώδεις στιγμές μας.

      Α, δεν μπορώ να το διαβάσω αυτό -ακόμη. Χρωστάω εδώ και άπειρα χρόνια στον Jimmy Glass μια ανάγνωση της Λεσχης των Τιποτένιων.

      • Μαζευεις νανους και λες εμενα τρελη? Αυτο το αθωο παθος δεν κοβεται.

        σε παρακαλω σταματα να περιγραφεις το βγχ,αηδιασαμε.

        φτιαξε λιστα,φτιαξε λιστα.

        • Εσυ μας λες για τους νανους οπου σταθεις και οπου βρεθεις. Εμένα είναι καθαρά φιλολογικό το ενδιαφέρον. Δηλαδή θες να μου πεις πως δεν ξέρεις/έχεις διαβάσει κανένα βιβλίο με ήρωα νάνο; Τα ΒΓΧ δεν είναι για άλλους, είμαστε μια κλειστή κάστα, πολύ εχθρική στους outsiders.

          • και να μεινετε κλειστη καστα,να διασκεδαζετε με τις αηδιες σας,σκασιλα μας.

            για τη λιστα σου χω` τη χιονατη με τους εφτα νανους, αλλα δεν το χω διαβασει ακομα.

    • Εσύ τώρα γιατί ξηγιέσαι έτσι και δεν γράφεις κάτι εριστικό; Έτσι θα τη βγάλουμε με απλά συγχαρίκια; Χαλάς την πιάτσα που έχτιζες τόσο καιρό, θα μας πούνε και φλούφλιδες στο τέλος. Όχι, αυτός δεν είναι o Whitediesel που αγάπησα.

        • Δεν ξέρεις πόσο ανακουφίστηκα τώρα.
          Για μια στιγμή φοβήθηκα πως σε είχα χάσει για πάντα στους δαιδαλώδεις διαδρόους της ευγένειας.
          Welcome back.

          • μπα, αφαιρέθηκα γιατί διάβαζα αυτό:

            ΚΑΡΚΙΝΟΜΑΖΕΣ (ΧΥΣΑΔΙΚΟ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ)

            τσιμποῦκι πετροκέρασο καὶ ψωλατσιὸ στὸ πόδι
            χυσομηνία χαλασμὸς στοῦ Τζέχουλα τὸ Ξόδι

            χυσίδια ἀπαέρια κωλόπανο μπαγκάζι
            στὴν ἐθνικὴ χυσάδικο ἄνοιξε καὶ μοιράζει:

            κομμάτια καρκινόμαζες πακέτο ἤ στο χέρι
            να τρῶν’ γυναῖκες καὶ παιδιά, κωλόγρῃες καὶ γέροι

            εἶναι μὲ τρῖχες τυλιχτὲς καὶ ἐμετὸ σιρόπι
            μὲ ξεραμμένο ἀπὸ χθὲς αἷμα καὶ πουτσοκόπι

            κουνιοῦνται κι εἶναι ζῳντανές, τρέμουνε σὰ ζελέδες
            μαζεύουν καὶ τεντώνονται σὰ σκάτινοι λουλέδες

            σπυριὰ φουσκώνουν πάνω των, μὲ πῦον καὶ τρεμούλα
            κι ὅπως μασᾶν τὰ σπάζουνε καὶ χύνεται στὰ οὖλα

            ἀπὸ λεπρῆς περίοδο σάρκας κομμάτια στάζουν
            ἀποφορὰ ὀργανικὴ μυρίζουν κι εὐῳδιάζουν

            κοχλάζουν μέσ’στὸ στόμα των, τζμποτίζουν μὲ τοξῖνες
            φουσκάλες καρκινόγιομες, ῥᾳδιοδιοξῖνες

            ὀξεοζοῦμι σηπτικὸ τὸ στόμα πλημμυρίζει
            καὶ τὸ γαμωστομάχι των, δjαβρώνει καὶ ξεσκίζει

            βρωμοκοπᾷ ἀνόσια, ἀκόμα κι ἀπ’ ἀλάργα
            ἀφ’ οὗ τὸ ἀποφεύγουνε καὶ τὰ πτωματοφάγα

            τσιμπουκοτάφι πορνηρό, μὲ σπάτουλα καβάτζα
            πολιτικὰ πουστόσκυλα πλένουνε χῦσσα λάτζα

            στῆς Ἐλευσῖνας τὶς στοές, μέσα στὰ Καταβάσια
            χύνj ὁ Μινώταυρος σπονδὲς καὶ νίβεται μὲ κλάσια

            ὁ ποῦτσοζμ ἔχει λόξυγγα, ἔχει σπασμοὺς σὰν χύνῃ
            κι οἱ κῶλοι μαστουρώνουνε ‘π’ τὴ γκαῦλα ποὺ τοὺς δίνει

            • Δεν ξέρω που βρήκες ή ποιος σου σφύριξε αυτό το μεγαλείο. Μολις το γκούγκλαρα. Έχω διαβάσει τις τρεις πρώτες στροφές από πέντε φορές. Η ζωή μου έγινε πολύ καλυτερη μετά από αυτό. Η πλάκα είναι πως με ένα ιδιαίτερα περίεργο τρόπο, είναι όντως καλογραμμένο.

              • Το είχα βρει τυχαία πριν χρόνια αλλά ο λόγος που το θυμάμαι ακόμα είναι γιατί μου έχει μείνει μια μεγάλη απορία: γιατί οι αναρτήσεις του σταματάνε απότομα τον Ιούλιο του 2011 αλλά το μπλογκ είναι ακόμα εκεί;

    • Ολα ΟΚ, αλλά αυτό που κάνει πλάκα (;) με τους ναζί και με τον τροπο που το κανει, λιγο δε μου βγαινει το αστειο. Εαν ειναι, και δεν ειναι απλα ενα παρανοημενο φασισταριο. Μπερδευτηκα τωρα. Δεν ξερω αν όλο αυτό είναι τρολάρισμα ή απόλυτη αλήθεια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s