Καλοκαιρινές ιστορίες μπανιέρας

Μια καλοκαιρινή ιστορία διαφορετική από όσες έχετε ακούσει μέχρι τώρα. Δεν είναι μια ιστορία αγάπης, ένας βουκολικός μύθος για το πώς κάποιοι από εμάς γίναμε το ανέκδοτο του Νησιού είναι. Μια αλληγορία για το πώς να μένετε πάντα καθαροί στο free camping. Προσοχή όμως: Do not try this at home. Δηλάδή, προσέξτε που τσιτσιδώνεστε.

SDC10176

αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή

Η γιαγιά μου, που ήταν άνθρωπος σοφός- είχε περάσει πόλεμο, κατοχή και 2 γέννες- συνήθιζε να μου λέει ότι, η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις και ότι, για να μην έχω συνέχεια το ύφος του «έκπληκτου σπουργιτιού», θα πρέπει να έχω τα μάτια και τα αφτιά μου ανοιχτά, τα ρουθούνια τεντωμένα και το μυαλό ξυρισμένο. Εν ολίγοις, «να ‘σαι παιδί μου ξύπνια, να παίρνεις ερεθίσματα και να τα ερμηνεύεις κατά πώς πρέπει, να μη σε προλαβαίνει η ζωή, να προετοιμάζεσαι και ν ‘αρματώνεσαι». Αυτά με ορμήνευε και μου έδινε κάθε απόγευμα αυγό μελάτο, στο ποτήρι, με φρυγανιά. Ω! γλυκές μυρωδιές των παιδικών μας χρόνων.

Τέτοιες μυρωδιές, καλοκαιρινές και ξέγνοιαστες, βρίσκω μόνο κάθε Αύγουστο, όταν πάω στο Νησί. Το Νησί, ΑΧ, το Νησί! Αυτός ο έτερος Τόπος, η ετεροτοπία, μια πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, ο χώρος μέσα στο χώρο*. Εκεί, βουτώ και ‘γω στα παιδικά μου χρόνια, σουλατσάροντας όλη μέρα με το μαγιό πάνω-κάτω, κάνοντας κύκλους στο χωριό και στην άμμο, βλέποντας κύκνους, στέλνοντας το βλέμμα στο άπειρο και το μυαλό σε άδεια επ’ αορίστου. Τί όμορφες που είναι οι διακοπές, αγαπητοί μου φίλοι. Όλοι γινόμαστε τόσο όμορφοι, μαυρισμένοι, χαρούμενοι, αποκρούουμε με χάρη τις έγνοιες, κάνουμε υπεργαλαξιακή βουτιά στην ανεμελιά, μπαίνουμε στο «Διαστημόπλοιο της Φαντασίας» και με τη ταχύτητα του φωτός στέλνουμε τον κακό εαυτό μας στον Άρη, να μετοικήσει μακριά από εμάς και από το Νησί.

Αυτά και άλλα πολλά σκεφτόμουν καθώς ήμουν καθισμένη σε ένα μπαλκονάκι τόσο δα όταν, κουνώντας το μαντήλι στον κακό και κουρασμένο μου εαυτό, ήρθε μια φίλη μου και μου δήλωσε ξερά και αποφασιστικά το πρόγραμμα της επόμενης ώρας: -θα πάμε στο δωμάτιο του Π. να κανουμε ντουζ. –Ντοοουυυυζζζζ;;;;; μα ποιος κάνει ντουζ στις διακοπές;;; -Έλα, να δεις που θα σ’αρέσει. Εξάλλου, από αύριο φεύγει ο Π. και θα πηγαίνουμε αναγκαστίκαλυ στη δημόσια ντουζιέρα. Είναι η τελευταία μας ευκαιρία για ένα μπανάκι, ζεστό, ιδιωτικό, χωρίς να περιμένουμε στην ουρά και να με βλέπει όλη η παραλία να σου τρίβω την πλάτη. ΣΗΚΩ!

Σηκώθηκα και εγώ, αλλά με έναν όρο: θα πάω πρώτα από τη τέντα να πάρω τις κρέμες μου και τα ρούχα τα βραδινά μου. Αφού θα το έκανα το μπάνιο, ας το έκανα σωστά και ολοκληρωμένα. –Εντάξει, αλλά μην κάνεις 250 ώρες. Σε 10 λεπτά να είσαι στο χοτέλ «Έλλη», δωμάτιο 3, με προειδοποίησε η φιλενάδα, γνωρίζοντας τη τάση μου να χαζολογώ μαδώντας συκές και ψιλοκουβεντιάζοντας με κατσικούλες και άλλου είδους παραθεριστές. Έτρεξα και γω στην παραλία, μάζεψα όλα τα συμπράγκαλά μου και σε χρόνο ντε-τε βρέθηκα στο ξενοδοχείο. Και τότε άρχισε ο πραγματικός γολγοθάς.

Κρατώντας ρούχα, πετσέτες, κρέμες σώματος, από αυτές τις ενυδατικές, εσώρουχα και τσατσάρα χτυπώ όλο ανυπομονησία το δωμάτιο 3. Σιωπή, καμιά απάντηση, γιατί, γιατί; Χωρίς να χάσω τη ψυχραιμία και χωρίς να έχω κινητό, αρχίζω να καλώ τη φίλη μου να εμφανιστεί δια της κλασικής, πατροπαράδοτης μεθόδου: φωνάζοντας δυνατά και με όλη μου τη ψυχή το όνομά της. Αντί, όμως, της φίλης μου εμφανίζεται ένα Αγόρι με σκουλαρήκια μαργαριταρένια, ιδιαίτερα συμπαθές, που αν η μοίρα μας είχε φέρει αντιμέτωπους σε άλλες συνθήκες (ή έστω αφού είχα κάνει μπανάκι και ανέδυα μυρουδιές και αρώματα λουλουδένια) θα μπορούσε αυτή η ιστορία να’ναι μια ιστορία αγάπης, για δυο ανθρώπους που γνωρίστηκαν ένα καλοκαιρί στο Νησί. Δυστυχώς, όμως, η ιστορία δεν αφορά τίποτα τέτοιο ερωτικό και το Αγόρι έμεινε για πάντα κομπάρσος του καλοκαιρινού εκείνου απογεύματος, που έμελλε να αποτελέσει αστείο και ανέκδοτο, αιτία χλεύης και γέλιου προς το πρόσωπό μου. Ρώτησα, λοιπόν, το Αγόρι αν γνώριζε που μένει ένα άλλο αγόρι, που είναι τόσο ψηλό, τόσο μελαχρινό, έχει το τάδε και το δείνα τατού και είναι αδύνατο σα μυρμήγκι. Αν και το Αγόρι είχε δει το άλλο αγόρι, τον φίλο μου τον Π., στον οποίο άνηκε και το δωμάτιο 3, δε γνώριζε που έμενε. Με συμβούλευσε, μολοταύτα, να ανέβω και στα υπόλοιπα διαμερίσματα, στον πρώτο όροφο, να ψάξω και εκεί. Και, φυσικά, τον άκουσα. Όχι γιατί άσκησε εκείνη την ώρα οποιαδήποτε γοητεία, αλλά διότι η συμβουλή του μου φάνηκε λογική και πνευματώδης.

Ανέβηκα, λοιπόν, στον πάνω όροφο και άρχισα να χτυπώ μία-μία τις πόρτες. Και αφού είδα και απόειδα, και σε κανένα δωμάτιο δε βρήκα τη φίλη μου, παρά μόνο καθαρούς ανθρώπους, από εκείνους που πάνε διακοπές σε δωμάτιο και δεν αντέχουν το camping, πόσο μάλλον το ελεύθερο, άρχισα να φωνάζω πάλι, ωσάν λύκαινα να καλώ τη φίλη μου να βγει στο παραθύρι.

Μισή ώρα πέρασε κάπως έτσι .Όπως πολλοί από εσάς γνωρίζουν, ο ήλιος του καλοκαιριού, η ζέστη, ο λίβας είναι ικανός για τα πιο περίτεχνα παιχνίδια με το δέρμα και τους πόρους. Σε συνδυασμό δε με το ανέβα-κατέβα στους ορόφους, μπορεί να κάνει θαύματα, να ανοίξει και την πιο μικρή και ντροπαλή τρυπούλα της επιδερμίδας, να τη γεμίσει με υδάτινα ρυάκια που δε φημίζονται για την ευχάριστη εσάνς τους, και να βαρύνει το κεφάλι, φορτώνοντας το 100 κιλά πέτρινες ηλιαχτίδες και θολούρα. Σε αυτή τη δραματική, πλέον, κατάσταση, και έχοντας γυρίσει και γκαρίξει έξω από κάθε πόρτα, απογοητευμένη, κουρασμένη, ζαλισμένη, αποφάσισα να δώσω μια τελευταία ευκαιρία στην πρώτη πόρτα που χτύπησα, εκείνη με τον αριθμό 3 στην πλάτη της, στο ισόγειο, δίπλα στο Αγόρι με τα σκουλαρίκια.

Κατεβαίνω πάλι στο ισόγειο, χτυπώ την πόρτα και φυσικά δεν αποκρίνεται κανείς. Καθώς, όμως, παίζω με το χερούλι συνειδητοποιώ ότι είναι ανοιχτή και ότι από πίσω κρέμονται, όπως κρέμονταν τα σκουλαρίκια από τα αφτιά του Αγοριού, 2 ασημένια κλειδάκια. -Αχ, σκέφτομαι, η φίλη μου κουράστηκε να με περιμένει και έφυγε αφήνοντας τα κλειδιά για να μπω και να μπανιαριστώ με την ησυχία μου.

Η γιαγιά μου έλεγε πάντα ότι πρέπει να έχω τα μάτια μου ανοιχτά και να αφουγκράζομαι οποιαδήποτε κίνηση και στοιχείο μου δίνει η ζωή και η φύση. Στην προκειμένη φάση, τα σοφά λόγια της γιαγιάς είχαν γίνει πολτός από το πέρα-δώθε, τον ήλιο, τη ζαλούρα. Με ένα μόνο σκοπό, να μπω γρήγορα για μπάνιο, ορμάω στο δωμάτιο, πετάω δεξιά-αριστερά τις πετσέτες, τις κρέμες σώματος, τα εσώρουχα και τη τσατσάρα και ορμώ στην κάτασπρη, μαρμάρινη μπανιέρα. Η έλλειψη σαμπουάν ή άλλου παρόμοιου παρασκευάσματος δε με ενόχλησε ή προβλημάτισε διόλου. Μα τί όμορφη που είναι η ζωή στην μπανιέρα. Είχε δίκιο, τελικά η φίλη μου. Ένα μπάνιο ιδιωτικό σε κάνει άλλον άνθρωπο, σου δίνει άλλο τέμπο, σε χαλαρώνει και σε ξυπνά παράλληλα.

Παρ’όλα αυτά, και ίσως εσείς το γνωρίζετε καλύτερα από μένα, τα ωραία κρατούν λίγο. Τόσο λίγο όσο οι διακοπές στο Νησί, όσο ένα χωνάκι παγωτό φιστίκι, όσο ένας παθιασμένος έρωτας ή ιδέα μιας επανάστασης. Βγαίνοντας από τη θεά-μπανιέρα και αποδίδοντας τα σέβη μου στην αυτού μεγαλειότητά της, τυλίχτηκα ωσάν άλλη Κλεοπάτρα στην πετσετούλα μου και βγήκα έξω στο υπόλοιπο διαμέρισμα για να καλλωπιστώ.

Και τότε, όλο το δωμάτιο άρχισε να δονείται σιγά-σιγά σαν καρδιά αθλητή δύο στιγμές πριν το τερματισμό. Στην αρχή δονήθηκε το μικρό τραπεζάκι, ύστερα τα ανοιχτά, άδεια συρτάρια, τα ξέστρωτα κρεβάτια προσπαθούσαν να καλύψουν τη γύμνια τους, η απουσία ζωής προσπαθούσε να κάνει τεχνητή αναπνοή στο πάτωμα ενώ εκείνο φώναζε με όλη του τη δύναμη: Είμαι ΆΔΕΙΟ, τί κάνεις ΕΣΎ εδώ; Γιατί εισέβαλλες έτσι, βρωμοαούγκανε;;

Η γιαγιά μου έλεγε, να κοιτάς γύρω σου, να μη χαζεύεις. Ήρθε η μέρα, λοιπόν, που κατάλαβα τί ήταν αυτό που η δύσμοιρη γιαγιά ήθελε να μου πει: Σταμάτα, παιδάκι μου, να’σαι στον κόσμο σου, πάτα και λίγο γη. Συνειδητοποιώντας, ότι είχα μπουκάρει σε δωμάτιο άσχετο, ανοίκιαστο και είχα κάνει το μπάνιο μου ανυποψίαστη, μια Κυρία, ζύγιασα τις επιλογές μου. Ή φεύγω τρέχοντας τώρα ή κάνω σα να μη συμβαίνει τίποτα.

Μα τί να αποφάσισε, τελικά, αυτό το κορίτσι που μυαλό δεν έχει, και στην εξοχή η κατάστασή του γίνεται ακόμα χειρότερη; Διακοπές ήμουν, σιγά μην άρχιζα το τρέξιμο, το βάδην και τις πιρουέτες. Χαλάρωσα, έβαλα τις κρέμες μου, ντύθηκα στολίστηκα και γλίστρησα έξω από το δωμάτιο με την αγωνία του κατάδικου που πηδά το μαντρότοιχο μιας φυλακής, με τη ψυχραιμία του καρδιοχειρουργού που ανοίγει ένα στέρνο στα δύο, με τις τύψεις των παιδικών μεσημεριών όταν το έσκαγα από την αναγκαστική σιέστα για να πάω βαρκάδα με την παλιοπαρέα. Ήμουν ελεύθερη και πλυμένη. Κέντα, φουλ του άσσου, μ’ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια. Με μια αίσθηση ντροπής αλλά και ανακούφισης, κατηφόρισα προς το χωριό να βρω ένα τηλέφωνο ώστε να πληροφορήσω τη φίλη μου ότι δε χρειαζόταν να με περιμένει άλλο. Ήμουν καθ’ όλα έτοιμη, καθαρή και μοσχομυριστή και ας μην είχα βρει ποτέ το δωμάτιο όπου με περίμενε τις τελευταίες 2 ώρες.

Αυτά συμβαίνουν στις διακοπές, και ακόμα περισσότερα, και αν εσείς καλοί μου φίλοι έχετε κάποια ιστορία να μας διηγηθείτε, αχ! μην διστάζετε άλλο. Όπως έλεγε και η γιαγιά μου, μίση ντροπή δική μας και μισή δική τους.

Advertisements

3 thoughts on “Καλοκαιρινές ιστορίες μπανιέρας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s