Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 13ο: ποιός θα ήμουν αν δε σ’ είχα πλάι μου

Ένα υπαρξιακό δράμα σε συνέχειες, εδώ στο δέκατοτρίτο του επεισόδιό του όπου: ο Λούτσι γυρνάει σπίτι και περιμένει. Περιμένει τον σκύλο (;) ονόματι Τζόζεφ Μπράουν. Και όσο περιμένει μπαίνει στην ίδια του τη ντουλάπα μέχρι να μάθει -και σε αυτό το επεισόδιο- άλλη μια μεγάλη αλήθεια. Από αυτές τις κρυφές που πονάνε.

luci-13

Τον Λούτσι από μικρό μόνο ένα πράγμα τον δυσκόλευε στη ζωή του: η πραγματικότητα. Με όλα τ’ άλλα δεν είχε κανένα πρόβλημα. Γι’ αυτό λίγα λεπτά αφότου σηκώθηκε και βγήκε έξω από την πιτσαρία του Πέπε, δεν είχε πια καμία διάθεση για τίποτα. Προσπάθησε για αρκετή ώρα να σκεφτεί κάτι που θα τον ευχαριστούσε, μια συναυλία, ένα ταξίδι, μια βουτιά στην πλάσμα οθόνη. Τίποτα. Προσπάθησε να ονειρευτεί, έκλεισε τα μάτια του προσπάθησε να δει κάτι. Ένα αυτοκίνητο παραλίγο να τον πατήσει και του κόρναρε επίμονα. Κανένα αίσθημα, κανένα αποτέλεσμα, ένιωθε κουρασμένος, για την ακρίβεια κατάκοπoς. Και κουραστικός. Δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει στο σπίτι. Καμία νοσταλγία πια, κάπως σα να έιχε θεραπευτεί, κι αυτό ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να του συμβεί. Έπρεπε όμως να πάει πίσω. Να πάει και να περιμένει τον Τζόζεφ Μπράουν.

Έφτασε στο διαμέρισμα με βαρύ βηματισμό, του φάνηκε σαν αιώνας εκείνη η διαδρομή που είχε διανύσει χιλιάδες φορές στο παρελθόν και, πάνω που είχε βρει επιτέλους τον μόνο, ουσιώδη βραχυπρόθεσμο στόχο της ζωής του, να ψάξει δηλαδή τον Τζόζεφ Μπράουν, ξαφνικά όλα πάλι ανατρέπονταν. Ο Τζόζεφ θα ερχόταν σ’ αυτόν. Δεν είχε λοιπόν παρά να υποστεί την αφόρητη αναμονή. Για ακόμα μια φορά.

Ο Λούτσι ήταν άνθρωπος της δράσης. Δεν μπορούσε να κάθεται άπραγος και να περιμένει απλώς κάποιον – για τον οποίον ενδιαφερόταν μεν, του ήταν ωστόσο ουσιάστικά άγνωστος δε – να περιμένει αυτόν τον κάποιον να ξεκλειδώσει την πόρτα του σπιτιού του όποτε ήθελε εκείνος, και να μπει μέσα αποφασισμένος να μιλήσει για ό,τι τον πονούσε περισσότερο. Μα καλά, πώς του είχε έρθει αυτή η βλακώδης ιδέα, να δώσει το κλειδί του; Τώρα έπρεπε να κάνει κάτι στο μεσοδιάστημα.

Έτσι αποφάσισε να τακτοποιήσει λίγο την γκαρνταρόμπα του. Να κατεβάσει τα χειμωνιάτικα κοστούμια μιας και ο χειμώνας φαινόταν κοντά, και να αποσύρει στα ψηλότερα ράφια τα μπανιερά και τα ανάλαφρα λινά – δεν προβλεπόταν εξάλλου καμία εκδρομή, αλλά σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν δεχόταν δηλαδή μια πρόταση, δεν είχε καμία μα καμία διάθεση. Έπρεπε να μάθει πρώτα την αλήθεια για τον κόσμο δια στόματος Τζόζεφ Μπράουν. Όλα τα άλλα θα ακολουθούσαν.

Ανοίγοντας το διπλό κεντρικό φύλλο της τεράστιας ντουλάπας, παρατήρησε πως ένα αρκετά μεγάλο μέρος του εσωτερικού της ήταν άδειο. Ωστόσο αδυνατούσε να ανακαλέσει στη μνήμη του τι υπήρχε εκεί την τελευταία φορά, ήταν σχεδόν σίγουρος ότι τίποτα δεν έλειπε. Άλλο ένα μυστήριο λοιπόν, πιθανόν άλλο ένα κομμάτι που λείπει από το πάζλ της τεράστιας συνωμοσίας που έχει στηθεί εις βάρος του. Αποφάσισε να ελέγξει από κοντά. Έβγαλε τα παπούτσια του και μπήκε μέσα. Μπήκε στην ίδια του την ντουλάπα. Στο κενό της ντουλάπας του για την ακρίβεια. Ο χώρος ήταν λες και είχε δημιουργηθεί για εκείνον. Δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, αλλά όταν ήταν καθιστός, όλα ήταν ακριβώς στα μέτρα του. Ο Λούτσι κάθισε στον αναπαυτικό του χώρο, και έκλεισε την πόρτα, αφήνοντας μια μικρή χαραμάδα, όση το πάχος των δαχτύλων του, απ’ όπου έμπαινε ακόμα λίγο από το χαμηλό φως του δωματίου. Σχεδόν σκοτάδι.

Έμεινε εκεί για λίγες στιγμές σκεφτικός, παρατήρησε πως όσο καθόταν χαλάρωνε, η μέση του είχε βολευτεί πολύ άνετα, δεν ένιωθε καμία ενόχληση πουθενά. Ακούμπησε το κεφάλι του πίσω, σε κάτι μαλακό που δεν τον απασχόλησε περισσότερο, και έκλεισε τα μάτια του.

Ίσως και να κοιμήθηκε για λίγο, εξάλλου η σχέση του πια με τον ύπνο παρέμενε διαταραγμένη και γλυκειά, ώσπου άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Άνοιξε τα μάτια του μέσα στο σχεδόν σκοτάδι, μια σκιά φάνηκε. «Μείνε όπως είσαι», άκουσε τη φωνή του Τζόζεφ Μπράουν, και υπάκουσε. Ο Τζόζεφ μπήκε κι εκείνος στην ντουλάπα και κάθισε απέναντί. Ο Λούτσι ως τότε πίστευε πως δεν υπήρχε άλλος χώρος, πως είχε καταφέρει να χωρέσει τον εαυτό του ακριβώς μέσα στο σκοτεινό κενό, αλλά μάλλον η αντίληψή του τον είχε ξεγελάσει. «Συγγνώμη που άργησα», είπε ξανά ο Τζόζεφ. «Ελπίζω να με συγχωρέσεις κάποτε για όλα αυτά τα χρόνια που σε έκανα να περιμένεις». «Μα τι λες;», απόρησε ο Λούτσι, «Μόλις πριν λίγες ώρες ήμασταν μαζί στου Πέπε». Ο Τζόζεφ έγνεψε συγκαταβατικά και του τόνισε πως αυτά ήταν πια ασήμαντα και πως εκείνο που προέχει είναι το παρόν, το κοινό παρόν τους και οι στιγμές που μοιράζονταν τώρα οι δυό τους μέσα στο σχεδόν σκοτάδι. Ο Λούτσι συμφώνησε με μια κίνηση του κεφαλιού. «Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι», ετοιμάστηκε να μπει στο θέμα που τόσο πολύ τον έτρωγε. Το ταλαιπωρημένο πρόσωπο του Τζόζεφ φαινόταν πολύ πιο ήρεμο σε αυτό το φωτισμό και ο Λούτσι νόμισε πως μπορούσε να δει την άυρα του γύρω από τη γέρικη σιλουέτα. Έπιασε την καρδιά του για να ελέγξει αν ήταν κι εκείνος τόσο ήρεμος όσο ο συνομιλητής του. Πράγματι. Ούτε χτύπος. Δεν ανησύχησε, το είχε συνηθίσει. «Αγαπητέ μου Λούτσι, δε θα σου μιλήσω πολύ. Ξέρω τι θες να με ρωτήσεις. Το κατάλαβα από την στιγμή που σηκώθηκες από την καρέκλα σου κι έφυγες από την πιτσαρία. Μόνο κάποιος με βαθιά αγωνία για την ύπαρξη και τον κόσμο, μπορεί να πάρει με αυτόν τον τρόπο που πήρες εσύ, ένα κομμάτι πίτσα αντσούγια για το δρόμο. Άρα ξέρω. Και σε καταλαβαίνω. Η απάντησή μου όμως φοβάμαι πως δε θα σε καθησυχάσει».

Ο Λούτσι άκουγε τώρα σιωπηλός, σχεδόν καθηλωμένος και περίμενε την απάντηση του Τζόζεφ Μπράουν. «Αυτά που υποψιάζεσαι είναι όλα αλήθεια. Οι άνθρωποι, Λούτσι, δεν είναι σαν εμάς. Τους σκύλους εννοώ κι εσένα. Οι άνθρωποι μπορούν να σε εγκαταλείψουν, να σε κατηγορήσουν με ευκολία, να μη νοιαστούν για το μέλλον σου, να αδιαφορήσουν αν σε δουν να καταστρέφεσαι ή να πεθαίνεις εκλιπαρώντας για βοήθεια μπροστά στα μάτια τους. Για την ακρίβεια, οι άνθρωποι είναι τυφλοί. Ακόμα κι εκείνοι που έχουν την όρασή τους, να το θυμάσαι, είναι τυφλοί. Βγάζουν μόνοι τους τα μάτια τους και τα τρώνε. Αν είναι δικά τους, τα καταπίνουν ανόρεχτα, αν πάλι βρουν μάτια αλλωνών, τα καταβροχθίζουν με ευχαρίστηση».

Ο Λούτσι δεν καταλάβαινε λέξη. Ήταν κι εκείνος άνθρωπος, γιατί ο Τζόζεφ Μπράουν να τον βάλει στην ίδια κατηγορία με τους σκύλους; «Κι αν αναρωτιέσαι», συνέχισε ο Τζόζεφ, «γιατί σε βάζω στην ίδια κατηγορία με εμάς, τους σκύλους, ενώ είσαι άνθρωπος, θα σου απαντήσω αμέσως και σε αυτό». Ώστε τώρα διάβαζε τη σκέψη του; Τι αηδίες ήταν αυτές; Ήταν κι αυτός μέρος του παιχνιδιού που είχε στηθεί εναντίον του, ίσως ακόμα να ήταν αυτός που κρυβόταν πίσω από όλα, ο εγκέφαλος της συνωμοσίας, της φριχτής αυτής σπείρας τρομοκρατών. Συνέχισε να τον ακούει, τώρα με ελαφριά καχυποψία.

«Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι αγαπητέ μου Λούτσι, που γεννήθηκαν άνθρωποι από ατύχημα, ενώ θα έπρεπε να είχαν γεννηθεί σκύλοι. Η καρδιά τους είναι καρδιά σκύλου, η εμφάνισή τους όμως είναι εμφάνιση ανθρώπου. Αυτό βέβαια είναι κάτι πολύ σπάνιο, υπάρχει μόνο ένα πλάσμα σε κάθε χώρα του πλανήτη που κουβαλάει αυτό το λάθος στην ύπαρξή του. Στη δική μας χώρα, έτυχε να είσαι εσύ. Κι όσο κι αν ταξιδέψεις, όσο κι αν περιπλανηθείς, θα μένεις πάντα ο μοναδικός άνθρωπος-σκύλος αυτού του κράτους. Αυτό σημαίνει πως δεν μπορείς να κατανοήσεις τον τρόπο που σκέφτονται, δρουν και λειτουργούν στη ζωή τους οι άλλοι άνθρωποι, οι άνθρωποι-άνθρωποι. Οι πιθανότητες επίσης να συναντήσεις έναν άλλο άνθρωπο-σκύλο, όπως καταλαβαίνεις είναι ελάχιστες, αλλά δεν είναι κάτι που αποκλείεται. Ίσως ήδη να σου έχει συμβεί, αλλά και πάλι, είμαι σχεδόν σίγουρος πως θα το είχες καταλάβει».

Καθώς ο Τζόζεφ Μπράουν τελείωνε τη φράση του, ένας τριγμός ακούστηκε από ψηλά, και την επόμενη στιγμή όλα γκρεμίστηκαν – έτσι, χωρίς πολλή φασαρία, αλλά με όλο τους το βάρος πάνω στους δύο. Για ακόμα μια φορά στη ζωή του Λούτσι, τα πάνω ήρθαν κάτω και τα κάτω παρέμειναν κάτω. Θαμμένος κάτω από στοίβες ρούχα, σωρό κρεμάστρες και βαριά, πολλά, κομμάτια καλογυαλισμένου ξύλου, χωρίς να προλάβει να πει μια λέξη ή να κάνει μια κίνηση, προσπαθούσε μέσα στο σκοτάδι να αφουγκραστεί την ανάσα του Τζόζεφ Μπράουν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s