Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 11: η μυστηριώδης υπόθεση του Τζόζεφ Μπράουν

Ένα υπαρξιακό δράμα σε συνέχειες, εδώ στο ενδέκατο επεισόδιό του όπου: ο Λούτσι δέχεται τις πρώτες βοήθειες μετά τον πυροβολισμό, ύστερα γυρνάει σπίτι του, και πιο ύστερα αποφασίζει να μάθει όλη την αλήθεια σχετικά με ένα έγκλημα όπου ο αλκοολισμός, το κονιάκ και τα σκυλιά του Αγίου Βερνάδρου γίνονται ένα.

luci 11-1

«Να τρέμεις την ώρα που πια δε θα πονάς», άκουσε πίσω του τη φωνή της νοσηλεύτριας. Δεν κατάλαβε τι ακριβώς εννοούσε, αλλά κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, από ευγένεια. Εκείνη περιποιήθηκε λίγο ακόμα τις μικρές πληγές και τα γδαρσίματά του, με τυπική φροντίδα που όμως προέδιδε γνήσιο ενδιαφέρον για το κοινωνικό έργο που είχε επιλέξει να υπηρετεί, και του έκανε νεύμα πως ήταν έτοιμος. Μπορούσε να φύγει. Την κοίταξε για λίγο με θαυμασμό, πάντα εντυπωσιαζόταν από τους ανθρώπους που φροντίζουν, που νοιάζονται για τους άλλους, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Πονούσε λίγο, και για πρώτη φορά στην ως τώρα εμπειρία του, ο πόνος τον έκανε να νιώθει ζωντανός, γεμάτος ενέργεια και θέληση για νέα πράγματα. Την ευχαρίστησε και βγήκε από το εξεταστήριο, ενώ εκείνη είχε ήδη σχεδόν σβήσει τα ίχνη της παρουσίας του εκεί, και περίμενε το επόμενο περιστατικό.

Έξω είχε σκοτεινιάσει ελαφρά. Περπάτησε πέντε λεπτά περίπου ως το διαμέρισμά του. Ευτυχώς που ο σταθμός πρώτων βοηθείων βρισκόταν τόσο κοντά, αλλιώς δε θα το σκεφτόταν καν να πάει, θα καθόταν ακόμα στον καναπέ, μέσα στα θρύψαλα και τα ξεραμένα αίματα. Και όλα θα έφτιαχναν από μόνα τους μια τυχαία στιγμή, όπως συμβαίνει συνήθως στη ζωή.

Ανεβαίνοντας τη σκάλα ανησύχησε μήπως κάποιος είχε καλέσει την αστυνομία, σίγουρα ο κρότος θα ακούστηκε σε όλη τη γειτονιά, λογικό ήταν να είχε θορυβήσει μερικούς φιλήσυχους περίοικους παραπάνω απ΄οσο θα έπρεπε. Δε θα ήξερε τι να πει στους καραμπινιέρους, σε ποιόν ανήκε το όπλο, πώς βρέθηκε στα χέρια του και γιατί πυροβόλησε εκείνη την κυρία στην τηλεόραση. Εξάλλου για αυτούς μάλλον καμία εξήγηση δε θα έβγαζε νόημα. Αυτό φοβόταν πιο πολύ απ’ όλα. Στα τελευταία σκαλοπάτια κοντοστάθηκε, ήθελε να τσεκάρει αν ακούγονταν φωνές ή βήματα. Τίποτα. Τα ανέβηκε αθόρυβα, άνοιξε και μπήκε στο διαμέρισμα βιαστικά. Έμεινε λίγο με την πλάτη στην πόρτα και αφουγκράστηκε ξανά, ήθελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν είχε μπει στο διαμέρισμα όσο εκείνος έλειπε. Το πεδίο ήταν καθαρό. Πήγε προς τον καναπέ, η τεράστια τηλεόραση όχι μόνο δεν ήταν σπασμένη, αλλά ήταν ανοιχτή κι έδειχνε δελτίο ειδήσεων, στα μαξιλάρια το περίστροφο με τις τρεις σφαίρες είχε εξαφανιστεί και στη θέση του βρισκόταν η μικρή γαλάζια μαντόνα που του είχε χαρίσει ο Άλντο. Ο παραλογισμός συνεχιζόταν λοιπόν, κάποιος χόντραινε το παιχνίδι συνεχώς και ο Λούτσι λογικά κάπου εδώ θα έπρεπε να έχει αρχίσει να χάνει την υπομονή του. Αντί αυτού όμως, σκέφτηκε πως ο φαρσέρ θα ενοχλούταν πολύ περισσότερο αν ο ίδιος αδιαφορούσε για τη βρώμικη πλεκτάνη του. Έψαξε να βρει τον κάλυκα. Όπως το περίμενε, δεν ήταν πουθενά. Κάθισε δίπλα στη μαντόνα με ελεγχόμενες κινήσεις, προσπαθώντας να παραμείνει απόλυτα ψύχραιμος παρόλο που είχε την αίσθηση πως κάποιος τον κατασκοπεύει. Ωστόσο από απλή περιέργεια, είπε να παρακολουθήσει το δελτίο ειδήσεων μαζί της.

Το κεντρικό θέμα του δελτίου ήταν μια παλιά υπόθεση μυστηρίου που εθεωρείτο εξιχνιασμένη, αλλά νέα στοιχεία είχαν τώρα προκύψει και ο φάκελος ξανάνοιξε. Όλη η ιταλική αστυνομία και τα σώματα ασφαλείας έχουν επιστρατευθεί για τη διαλεύκανση αυτής της υπόθεσης. Ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Κανείς δε θα ασχολούταν με τον πυροβολισμό στο διαμέρισμά του.

luci 11-2

Πριν από δέκα χρόνια ένας άντρας είχε κατηγορηθεί ότι επιτεθόταν συστηματικά για μήνες κάθε νύχτα σε ένα σκύλο Αγίου Βερνάρδου και του έκλεβε το κονιάκ. Ο σκύλος, ονόματι Τζόζεφ Μπράουν, πήγαινε στο τμήμα κάθε τρεις και λίγο παραπονούμενος για τις άδικες επιθέσεις που δεχόταν, επιδεικνύοντας το άδειο βαρελάκι του. Αφού κατήγγειλε το γεγονός πολλάκις, διεξήχθησαν έρευνες, προσήχθησαν κάποιοι ύποπτοι, ο σκύλος αναγνώρισε μάλιστα τον ένοχο μετά από πιέσεις των αρχών, εκείνος δικάστηκε, δήλωσε αθώος, αλλά όλα τα στοιχεία ήταν εναντίον του, καθώς είχε συμμετάσχει πολλές φορές σε πορείες διαμαρτυρίας κατά της κυβέρνησης και οι καραμπινιέροι τον είχαν στη μπούκα.

Καταδικάστηκε σε ισόβια και εξέτιε την ποινή του, μέχρι που ένα ανώνυμο τηλεφώνημα σε μεγάλο ιδιωτικό κανάλι ήρθε να ανατρέψει όλα τα δεδομένα. Ο άγνωστος που τηλεφώνησε υποστήριξε πως ο Τζόζεφ Μπράουν ήταν αλκοολικός και πως ο ίδιος έπινε το κονιάκ κάθε βράδυ, με αποτέλεσμα να ξυπνάει με πονοκέφαλο και χωρίς να θυμάται το παραμικρό. Έτσι κάθε μεσημέρι πήγαινε στο τμήμα και κατέθετε ότι κάποιος του επιτέθηκε, τον χτύπησε στο κεφάλι και το έκλεψε το κονιάκ, ήταν άλλωστε η πιο λογική υπόθεση που θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος στην κατάστασή του. Ο ύποπτος λοιπόν βρισκόταν στη φυλακή άδικα.

Μάρτυρες κατέθεσαν πως ο Τζόζεφ Μπράουν είχε εγκαταλειφθεί στους πέντε δρόμους όταν ήταν ακόμα παιδί, δεν ήξερε πώς να ξεσπάσει το θυμό και τη θλίψη που του προξένησε η εγκατάλειψη, κι έτσι προτίμησε από το να επιτίθεται σε περαστικούς, να πνίξει τον πόνο του στο αλκοόλ. Στο μεταξύ όμως μέσα σε αυτά τα χρόνια που ακολούθησαν την εκδίκαση της υπόθεσης, κάθε ίχνος του είχε εξαφανιστεί και ο ίδιος και είχε γίνει καπνός.

Η περίεργη αυτή ιστορία ερέθισε τόσο πολύ, όχι μόνο την περιέργεια αλλά ακόμα πιο μύχιες διεργασίες που πραγματοποιούνταν στο μυαλό του Λούτσι, ο οποίος ξέχασε προς στιγμήν τα δικά του και το μόνο που επιθυμούσε ήταν να μάθει περισσότερα για τη μυστηριώδη εξαφάνιση του Τζόζεφ Μπράουν. Έπρεπε επειγόντως να τον βρει και να του μιλήσει. Να τον ρωτήσει αν όλα αυτά ήταν αλήθεια, αυτά δηλαδή για τη σκληρότητα του κόσμου, για το αν υπάρχουν όντως άνθρωποι χωρίς καρδιά και πώς τους αναγνωρίζεις, αν μπορούν να σε παρατήσουν στο δρόμο και να μη νοιαστούν ποτέ ξανά για σένα, πού κοιμάσαι, τι τρως κι αν έχεις ένα καταφύγιο από τον τρόμο. Πώς ήταν δυνατόν; Κι ακόμα αν μπορείς να χάνεις τη μνήμη σου και να μπλεχτείς και να μπλέξεις κι άλλους παρά τη θέλησή σου. Ήθελε να μάθει. Για την ακρίβεια, ήθελε να επιβεβαιώσει πως αυτά δε γίνονται, πως όλο αυτό ήταν ένα ψέμα των δημοσιογράφων, ή έστω μια παρεξήγηση που οδήγησε σε αυτή την τραγική εξέλιξη. Ξέχασε πως έπρεπε να μείνει σπίτι να αναρρώσει, ή μάλλον δεν τον ενδιέφερε πια, πήρε την καμπαρντίνα του, το καπέλο και τα μαύρα γυαλιά και βγήκε μέσα στη νύχτα να κυνηγήσει στοιχεία και στοιχειά. Ένας ως τότε καλά θαμμένος φόβος έμεινε πίσω, στον καναπέ, και τον περίμενε υπομονετικά να γυρίσει, μεγαλώνοντας τρομαχτικά, όπως είχε κάνει κάποτε η γαλάζια μαντόνα.

—————————————————————————————————————————————-

Σε περίπτωση που θέλετε να διαβάσετε όλη τη μνημειώδη saga του Λούτσι, πατήστε εδώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s