Πεζά Haiku Μπαρόβια op. 16 «Μικρές Αφροδίτες»

Κείμενα έμμετρα πεζά, ιαπωνικής τεχνοτροπίας, για βράδια από αλκοόλ και λάθη φτιαγμένα, ιστορίες από τα βάθη του χρόνου, στη μνήμη αιώνια χαραγμένες. Εδώ: Το πρώτο μεθύσι, ο Κούνδουρος και ένας τίμιος ταξιτζής.

1 (1)

Ήταν τότε που τριγυρνούσαμε σαν του παπά το σκύλο απτ’το πρωί μέχρι το επόμενο πρωί και δε μας έφτανε ο χρόνος. Τί και αν πηγαίναμε άυπνοι στη σχολή (ή τη δουλειά), τί και αν τα ματοτσίνορά μας δάκρυζαν απ’την αυπνία, μεσημέρι στη Ταινιοθήκη, βλέποντας Buñuel και Eisenstein. Αρκεί να βρισκόμασταν στη μαγική πόλη και να ρουφούσαμε τις εικόνες και τις εμπειρίες ωσάν μιλκσέηκ φράουλα. Ήταν τότε που η Ταινιοθήκη ήταν απλά «Ταινιοθήκη» και όχι «Λαίς», και εμείς ήμασταν αρκετά νέοι για να γελάμε με τα πειράγματα του Κούνδουρου και ύστερα να πηγαίνουμε στην Κωλέττη για καφέ, ανυποψίαστοι για το μεγαλειώδες της συνάντησης. Αν βρισκόμουν σήμερα ενώπιων Κούνδουρου θα ήμουν με το σεις και με το σας, θα του ζητούσα αυτόγραφο ή θα του άνοιγα συζήτηση για τα πολιτικά. Τότε, αυτά ήταν για κορόιδεμα, εμείς νιώθαμε πολύ κουλ για τέτοιες αντιδράσεις. Πάντως, ο Κούνδουρος μας συμπάθησε. Ήταν τότε που γνωρίσαμε τον Κούνδουρο και ύστερα πήγαμε  για καφέ ανίδεοι, και είναι και τώρα που το κάνω θέμα και έχω πει «Κούνδουρος» τέσσερις φορές σε μία παράγραφο. Πέντε.

Ήταν τότε που βρεθήκαμε ένα βράδυ στο μικρό μπαρ στη Ζωοδόχου Πηγής, απέναντι απ’το πάρκο. Εκεινη την εποχή βέβαια δεν ήταν πάρκο αλλά πάρκινγκ και εμάς δεν μας ένοιαζε που το πάρκινγκ δεν ήταν πάρκο. Δηλαδή, γενικά μας ένοιαζε αλλά, ειδικά, εκείνη τη στιγμή δε μας ένοιαζε. Η αλήθεια είναι ότι δε θυμάμαι τί μας ένοιαζε ακριβώς ή τί συζητούσαμε, σίγουρα όμως θυμάμαι ότι είχαμε καταλήξει εκεί αφού είχαμε κάνει το γνωστό δρομολόγιο: Νομική- Τοσίτσα- Κωλέττη- Άστυ- Μεθώνης- Βουλγαροκτόνου. Κάποιος απίστευτος ντετερμινισμός μας είχε ωθήσει στο να επαναλαμβάνουμε σα τοπικά τρόλλευ τη διαδρομή αυτή τουλάχιστον τρεις, τέσσερις φορές την εβδομάδα. Πλην Παρασκευοσάββατου, που ως γνωστόν τα δρομολόγια και τα ωράρια των λεωφορίων αλλάζουν. Εκεί, λοιπόν, στο μικρό αυτό, καφέ μπαρ, χαμένοι και παράνομοι στο ντανταϊκό παραλήρημα της νιότης, ζαλίζοντας τον μπαρμαν με απανωτές παραγγελίες, ακούγοντας τραγούδια της φωτιάς, ήπιαμε ένα σκασμό σφηνάκια. Σφηνάκια όχι απλά μα σύνθετα. Το νεαρόν της ηλικίας και η λιγοστή εμπειρία περιόριζαν τη γνώση μας περί αλκοόλ σε δύο είδη: Βότκα και ουίσκι. Είπαμε, λοιπόν, δε βαριέται, να δούμε αν ταιριάζουν. Σα δύο μικρές αφροδίτες κάναμε μακροβούτι στο αυτοσχέδιο εκείνο σφηνάκι επί ώρες. Και, έτσι, γίναμε τύφλα. Και φύγαμε χωρίς να καληνυχτιστούμε, όχι λόγω πολιτικής διαφωνίας ή άλλης παρεξηγήσεως αλλά λόγω της ζάλης και της παραζάλης. Και με αυτόματες κινήσεις μπήκαμε στο ταξί και σε όλη τη διαδρομή ως το σπίτι νομίζαμε ότι ο οδηγός είναι δράκος και ότι θα τρακάρουμε. Αλλά μάλλον ο ταξιτζής ήταν μια χαρά και όχι μόνο δε τρακάραμε αλλά φτάσαμε και σπίτι σώοι και κοιμηθήκαμε ευτυχισμένοι και το άλλο πρωί τα μαζέψαμε και πήραμε το πλοίο για την Κρήτη.

Advertisements

14 thoughts on “Πεζά Haiku Μπαρόβια op. 16 «Μικρές Αφροδίτες»

  1. Lion αυτο με τα σφηνάκια μου θύμισε τις προσφορές σε μαγαζί δίπλα στην πλατεία: 3 κοκτέηλ–>10 ευρώ, 25 σφηνάκια–> 10 ευρώ, 4 μεγάλες μπύρες+ ποικιλλία tapas–> 8 ευρώ

  2. Lion, και εσύ τέκνον βρούτε; Μετά τον Τολμηρό Ντεκολτέ ούτε εσύ «καταδέχεσαι» να ακολουθήσεις τη θεόσταλτη εντολή σχετικά με τα μπαρόβια χαικού; Τρεις παράγραφοι! Τρεις. Όχι δύο.
    Με την πρώτη και την τρίτη να είναι μικρές ενώ η μεσσαία μεγαλύτερη.
    Πάω να κάνω χαρακίρι τώρα.
    Αυτό ήταν.
    Γεια σου άδικε κόσμε

    υγ: lion ωραία η ιστορία, και ακόμα καλύτερη η επιλογή της ανάμιξης ουίσκι με βότκα. Μόνο δύο τρεις καλύτεροι συνδυασμοί μου έρχονται στο μυαλό: α) ρετσινόκολο, τουτέτιν ρετσίνα με κόλα β) μπυρούζο, enough said και λαστ μπατ νοτ λιστ γ) τσικίλα. Ναι τεκίλα με τσίπουρο -και τα στομάχια στα κάγκελα.

    • είμαστε χαικού φράξια με το τολμηρό.. βέβαια, αν είναι να κάνεις χαρακίρι ενημέρωσε. Θα σε κάνουμε ήρωα και θα σε μνημονεύουμε στην προσευχή του ήλιου. Ή στις προκυρήξεις μας. Όταν οι άλλοι φορούσαν μπλούζα τζακ εμείς το πίναμε με σμιρνόφ.

      υγ: Δεν πινω ούτε ρετσίνα ούτε τεκίλα ούτε ούζο ούτε μπύρα. Πριν τις 10 το πρωί.

    • Πω ρε ζορν, αυτήν τη ρετσίνα με την κόλα (και στο τσακιρ κέφι με κόλλα) την είχα καθιερώσει κι εγώ ως φοιτητής, μια εποχή που έκανα παρέα με κάτι θεσσαλονικείς-σερραίους-καστοριανούς κλπ. Τι τελειωμένη έμπνευση, το θυμάμαι σα να ήμασταν στα χρόνια της κατοχής και δε μας φτάνανε τα ψιλά μας για τίποτε άλλο. Επίσης, κάποιες φορές ελλείψει μπάφου, τρώγαμε 2-3 μοσχοκάρυδα ο καθένας που είχαν παρόμοια επίδραση. Τζηζας, τι μόγγολοι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s