Βαρεμάρα και ηλιθιότητα στις ταινίες του ’90

Πώς μπορεί να εξηγήσει κανείς τόσες μαζεμένες ταινίες με θέμα τη βαρεμάρα και τη βλακεία; Είναι υποχρεωτικό όταν βαριέσαι να πας να βασανίζεις κόσμο; Τι σχέση έχουν αυτές οι ταινίες με εμάς δεκαπέντε χρόνια μετά;

Funny Games

Funny Games

Το 1997 ο κύριος Michael Haneke σκηνοθετεί το Funny Games, μια γερμανόφωνη ταινία όπου δύο καλοπαρουσίαστοι και πεντακάθαροι φίλοι επισκέπτονται το εξοχικό μιας ευκατάστατης οικογένειας. Αφού δανείζονται τα αβγά τους, σιγά σιγά αρχίζουν να ξεδιπλώνουν όλη τη σαδιστική τους διάθεση. Βασανίζουν, ξυλοκοπούν, ξεφτιλίζουν, σκοτώνουν, πάντα με ένα βλέμμα απάθειας και χωρίς να σηκώσουν τον τόνο της φωνής τους σχεδόν ποτέ. Όταν οι όμηροί τους ρωτάνε γιατί το κάνουν αυτό, οι δύο αυτοί φίλοι, αφού λένε μια-δύο ηλίθιες ιστορίες πόνου, τελικά παραδέχονται ότι τους βασανίζουν γιατί βαριούνται. Κι αυτό είναι το παιχνίδι τους.

Το 1998 βγαίνει στη Γαλλία το Δείπνο Ηλιθίων, ή Le Dîner de Cons αν θέλετε. Εδώ ένας εκκεντρικός εκδότης οργανώνει κάθε βδομάδα ένα γεύμα με τους φίλους του κάθε Τετάρτη. Κάθε συνδαιτυμόνας όμως πρέπει να φέρει κι έναν καλεσμένο. Κι αυτός ο καλεσμένος πρέπει να είναι όσο πιο βλάκας γίνεται. «Θέλω βλάκες» που έλεγε κι ένας δικός μας ηθοποιός. Όποιος φέρει τον πιο βλάκα, κερδίζει. Αυτή είναι η διασκέδασή τους. Φυσικά στην ταινία κάτι πάει στραβά με το δείπνο, όλα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά και μπλα μπλα μπλα.

Μα πόσο γαμάτα ηλίθιοι

Μα πόσο γαμάτα ηλίθιοι

Την ίδια χρονιά, ο μεγάς (σε ηλικία) Lars Von Trier γράφει και σκηνοθετεί μια ταινία που θα γινόταν ορόσημο στο κινηματογραφικό κίνημα του Δόγματος 95. Λέγεται Οι Ηλίθιοι. Αυτήν τη φορά οι πρωταγωνιστές είναι μια μεγάλη παρέα νέων, που –μαντέψτε– βαριούνται, και επικαλούνται τη βλακεία για να διασκεδάσουν. Αλλά εδώ μεταφράζεται στο ότι οι ίδιοι υποδύονται τους νοητικά καθυστερημένους, ή τους πανίβλακες. Χέζονται πάνω τους δημόσια, μπήγουν κλάματα, φωνάζουν, τρέχουν αριστερά και δεξιά σαν τα παρτσακλά. Γιατί βαριούνται. Και στο τσακίρ κέφι, κερνάνε έναν γενεθλιούχο φίλο τους μια full scale παρτουζάρα.

Το 1979 ο Iggy Pop κυκλοφορεί το τραγούδι του I’m Bored, αλλά λόγω χρονολογίας αυτό είναι εκτός θέματος.

Το 1999 ο David Fincher κυκλοφορεί το αριστούργημά του, το Fight Club. Κι εδώ έχει μερικούς μπετόβλακες, αλλά δεν εστιάζει σε αυτό η ταινία. Περιγράφει μια γενιά που νιώθει τα πάντα να είναι χλιαρά, ότι τα εξελόφυλλα και οι κατάλογοι IKEA δεν τους καλύπτουν, ότι οι ίδιοι δεν είχαν κάποιο μεγάλο πόλεμο να παινευτούν ή κανένα Great Depression σαν τη δεκαετία του ’30 για να λένε ότι την ξεπεράσανε. Και καταφεύγουν σε λέσχες ξύλου, όπου πλακώνονται φιλικά για να τρέξει λίγο αίμα στις φλέβες τους. Κι όταν ο αρχηγός και εμπνευστής αυτών των λεσχών αποδεικνύεται μέγας θεόμουρλος, όλα παίρνουν την κατηφόρα μέχρι που φτάνουμε να ακούμε pixies. Για το Fight Club και το μήνυμά του έχουμε ξαναμιλήσει εδώ.

Μαμά, ένας Oxford Cloth Psycho

Μαμά, ένας Oxford Cloth Psycho

Πιστεύω καταλαβαίνετε πού το πάω. Αν ένας από αυτούς τους φανταστικούς ιστορικούς του μέλλοντος είχε για πολιτιστικό δείγμα για τη δεκαετία του ’90 μόνο αυτές τις ταινίες και μερικές ακόμα τέτοιες, σίγουρα θα έξυνε το κεφάλι του με απορία τόση πολλή ώρα που ίσως να μάτωνε λίγο στους κροτάφους. Σε βάθος χρόνου, τα δείγματα τέχνης που ασχολούνται με τη βαρεμάρα (και την ίσως συνεπαγόμενη τάση προς ηλιθιότητα) είναι μάλλον μηδενικά, ενώ στη δεκαετία του ’90 η παρουσία τους είναι εμφανής. Γιατί ήταν ανάγκη και των δημιουργών αλλά και των θεατών να καταπιαστούν με το θέμα της βαρεμάρας και της απώλειας στόχου τόσο πολύ; Οι απαντήσεις είναι εύκολες αν το πιάσει κανείς κοινωνικό-οικονομικά, αλλά επειδή δεν είμαι τέτοιος δε θα κάνω τέτοια ανάλυση. Ήθελα μόνο να παρατηρήσω αυτό, ότι όλες αυτές οι ταινίες θεωρούνται ακόμα αριστουργηματικές, η καθεμία από τη δική της οπτική γωνία βέβαια. Το μήνυμά τους όμως και η κοινωνία στην οποία απευθύνονται δεν έχουν και πολλή σχέση με τη δική μας. Και πιθανότατα ούτε με κανέναν χρόνο στο παρελθόν, και θα δούμε και για το μέλλον. Κι εκεί κολλάει ο ιστορικός του μέλλοντος, αυτός ο καταπληκτικός που ματώνει ξέρετε. Γιατί νομίζω ότι αυτές οι ταινίες πλέον απευθύνονται κυρίως σε αυτόν.

Advertisements

28 thoughts on “Βαρεμάρα και ηλιθιότητα στις ταινίες του ’90

  1. Ρε σεις, πραγματικά, εάν δεν είχαμε ζήσει τα 90s φοβάμαι πως και ακόμα και το αριστουργηματικό Fight Club δύσκολα θα μας έπειθε σεναριακά -άσχετα, που ουσιαστικά τότε, το βιώσαμε ως την ίσως πιο ορόσημο ταινία της γενιάς μας.

    (το κείμενο σου δε, κείμενο από τα επιλεγόμενα -κατά τη θεωρία μου- speedfreak. Τόσο γρήγορο και του the point σαν γκαζιά formula 1)

  2. Εξαιρετικο και εξαιρετικα ενδιαφερον κειμενο-παρατηρηση!
    Θα αναφερθω σε μια «δικη μας» ταινια βαρεμαρας ομως, ετσι επειδη ειναι αρκετα προγενεστερη κ κολλαει, και αξιζει την αναφορα του ιστορικου του μελλοντος:
    Oi τεμπεληδες της ευφορης κοιλαδας, του Νικου Παναγιωτοπουλου.

  3. Εξαιρετικό κείμενο Johnny!
    Να προσθέσω ότι τη δεκαετία του ’90 το «βαριέμαι» ήταν το «βασανίζομαι» της εποχής. Δεν υπήρχε θρανίο ή σχολικός τοίχος που να μην είχε αυτή τη λέξη γραμμένη πάνω του.
    Και η πικρή (για μένα αλήθεια) είναι ότι ξέρω πολύ καλό γιατί βαριόταν εκείνη η γενιά, ενώ δεν έχω ιδέα γιατί βασανίζεται η τωρινή…

  4. Πολυ ωραίο κείμενο ινδιδ. Η γενιά αυτή Ιωσήφ και βαριέται και βασανίζετε. Αυτό πως σου φαίνεται;
    Επίσης θα θέλα να προσθέσω μιας και διευρύναμε το ερευνητικό μας πεδίο, οτι υπάρχει και το αλησμόνητο «βαριέμαι» σε πρώτη εκτέλεση απο τη Μαίρη Λω το 1948.

  5. Johnny θα στη φερω εγω την ταινια του Παναγιωτοπουλου, αρκει να το θυμηθεις.
    Sonya, μηπως εισαι λιγο αδικη με τον Μπονιουελ?

  6. Εχετε ακουσει για την καινουρια μοδα στην αμερικη? Λεγεται knockout game και περιλαμβανει γροθια σε ασχετο περαστικο.Η βαρεμαρα κι η ηλιθιοτητα ζουν και βασιλευουν.

  7. «μια μεγάλη παρέα νέων, που –μαντέψτε– βαριούνται, και επικαλούνται τη βλακεία για να διασκεδάσουν. Αλλά εδώ μεταφράζεται στο ότι οι ίδιοι υποδύονται τους νοητικά καθυστερημένους, ή τους πανίβλακες. Χέζονται πάνω τους δημόσια, μπήγουν κλάματα, φωνάζουν, τρέχουν αριστερά και δεξιά σαν τα παρτσακλά. Γιατί βαριούνται. Και στο τσακίρ κέφι, κερνάνε έναν γενεθλιούχο φίλο τους μια full scale παρτουζάρα.»

    Ουάααααααο θέλω τέτοιους φίλους.

    O Kevin Smith πού είναι σ’ αυτό το κείμενο;;; Οέο;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s