Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Kεφ. 7ο: Το αντίδοτο

Ένα υπαρξιακό δράμα σε συνέχειες, εδώ στο έβδομό του επεισόδιο όπου: Ο Λούτσι, ακόμα κοκαλωμένος, περιμένει τη λύτρωση στα χέρια πολυπρόσωπων Λαγών Αρχιθαλαμηπόλων και στο αντίδοτο του Γαλάζιου αίματος –για να καταλάβει πως, φευ, όλα είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα.

luci 7-1

Ο Αρχιλαγός ήταν ένας λαγός πάνω σε έναν άλλον, που πατούσε με τη σειρά του πάνω σε έναν τρίτο. Και οι τρεις αυτοί λαγοί είχαν από δύο πρόσωπα, ένα μπροστά κι ένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους, μόνο που το πίσω πρόσωπο ήταν τοποθετημένο ανάποδα, με το στόμα πάνω και τα μάτια κάτω, κι όποτε οι τρεις πίσω λαγοί είχαν κάτι σημαντικό να ανακοινώσουν, έπρεπε ο πάνω λαγός να στηρίζεται στα χέρια του και όλοι οι μπροστά λαγοί να στέκουν με το κεφάλι κάτω, για όσο κρατούσε η ανακοίνωση των πίσω λαγών. Γι’ αυτό και οι προτάσεις των πίσω λαγών λογοκρίνονταν ή απορρίπτονταν συχνά. Πρόβλημα ισορροπίας ακριβώς δεν υπήρχε, γιατί οι πατούσες του δεύτερου και του τρίτου ήταν κολλημένες στο κεφάλι του πρώτου και του δεύτερου αντίστοιχα. Παρόλο το συνωστισμό και το μπέρδεμα πάντως, μπορούσαν να μιλούν ταυτόχρονα χωρίς να χάνουν ούτε συλλαβή –εκτός από ελάχιστες φορές που παρουσιαζόταν μια σοβαρή εσωτερική διαφωνία, και τότε τα πράγματα έπαυαν να είναι τόσο απλά.

Ο Αρχιλαγός, που ήταν όπως είδαμε όλοι αυτοί οι λαγοί μαζί, μπήκε τρέχοντας από τη μεγάλη πόρτα, χωρίς να χτυπήσει και χωρίς να περιμένει να τον αναγγείλει κανείς, σταμάτησε με ένα απότομο λαχανιασμένο φρενάρισμα μπροστά στο Λούτσι και ταλαντεύτηκε λίγο μπρος πίσω ώσπου να σταθεροποιηθεί στην όρθια θέση. Παρά την απαράδεκτη συμπεριφορά του, δε διέτρεχε κίνδυνο αποκεφαλισμού ή οποιασδήποτε άλλης τιμωρίας, αφού η ζωή κυλούσε με χαλαρότητα στη Χώρα με το Γρασίδι και τους Καθρέφτες, κι έτσι υποκλίθηκε ελαφρά με βιασύνη, και άρχισε χωρίς να χάνει άλλο χρόνο να παρασκευάζει το αντίδοτο του Γαλάζιου Αίματος. Η Βασίλισσα Κουκουβάγια στεκόταν υπομονετικά δίπλα στο Λούτσι και παρακολουθούσε, αποφασισμένη να μην πει κουβέντα πριν τελειώσουν όλα αυτά. Ο Αρχιλαγός έβγαλε από τις έξι πλαϊνές τσέπες, έξι μεγάλα φύλλα πρωινής εφημερίδας και ζήτησε από τους Υπηρέτες να του φέρουν μια άδεια γλάστρα. Έπιανε ένα ένα τα φύλλα της εφημερίδας και τα τίναζε προσεχτικά πάνω από τη γλάστρα, αφήνοντας τα γράμματα να ξεκολλήσουν και να γλιστρήσουν μέσα της. Ύστερα την έστιβε ξανά και ξανά, μικρά, μεγάλα στοιχεία και φωτογραφίες έτρεχαν από το χαρτί κι ανακατεύονταν μεταξύ τους, ώσπου ο Αρχιλαγός σιγουρευόταν πως δεν είχε μείνει όυτε σημείο στίξης πάνω στα φύλλα. Οι κινήσεις αυτές επαναλήφθηκαν από όλα τα ζευγάρια χέρια δύο φορές, και όταν ολοκληρώθηκαν, η γλάστρα ήταν πια μισογεμάτη. Ή μισοάδεια, σύμφωνα με την πάντα απαισιόδοξη οπτική των πίσω λαγών – δεν έχει σημασία.

Τότε ο Αρχιλαγός κάλεσε τον Αρχιθαλαμηπόλο και του ζήτησε να περάσει από κάθε πλάσμα που εργαζόταν στην Υπηρεσία του Βασιλιά και της Βασίλισσας, από κάθε έναν ξεχωριστά και να τους ζητήσει να καταθέσουν από από μία σκέψη τους μέσα στη γλάστρα με τα στοιχεία των εφημερίδων. Δεν είχαν όλοι μια σκέψη για πέταμα ή για φύτεμα εύκαιρη, αλλά μετά από κάποια επιμονή και λίγες ώρες αργότερα, ο Αρχιθαλαμηπόλος γύρισε έχοντας εκπληρώσει στο έπακρο την δύσκολη αποστολή του. Σχεδόν. Γιατί τότε ο Αρχιλαγός, με μία ταυτόχρονη κίνηση των τριών αριστερών χεριών, του έκανε νόημα να ρίξει και μια δική του σκέψη στη σχεδόν γεμάτη πια γλάστρα, πριν την αφήσει κάτω. Ο Αρχιθαλαμηπόλος σάστισε. Στην αίθουσα επικράτησε σιωπή, ο Λούτσι κοιτούσε ακίνητος με το στόμα ανοιχτό, ήλπιζε πως η ώρα της λύτωσής του από αυτό το μαρτύριο είχε έρθει, αλλα αυτός ο τύπος τώρα, σαστισμένος, έστεκε να κοιτάζει τον Αρχιλαγό στα έξι μπροστινά του μάτια χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση να βάλει την τελευταία απαιτούμενη σκέψη μέσα στη γλάστρα.

luci 7-2

Κάποιοι υπηρέτες, κηπουροί, μάγειρες και ζωγράφοι είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται δειλά δειλά μέσα στη μεγάλη αίθουσα, άλλος τρώγοντας τα νύχια του κι άλλος τσαλακώνοντας το γείσο του καπέλου του, αγωνιώντας ο καθένας με τον τρόπο του τελοσπάντων για την έκβαση της παράξενης αυτής υπόθεσης. Τώρα πια όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον Αρχιθαλαμηπόλο, που άρχισε να ιδρώνει νιώθοντας πως όλα κρέμονταν από μια και μόνη δική του σκέψη.

Και ήταν αλήθεια. Οι πιο καλοπροαίρετοι θέλησαν να τον βοηθήσουν, φώναζαν έι ο έι ο για να τον ενθαρρύνουν, αντίθετα κάποιοι άλλοι δεν δίστασαν να γιουχάρουν την αμηχανία του Αρχιθαλαμηπόλου με τα αντίστοιχα επιφωνήματα, κυρίως ού και ε.

Τα λεπτά περνούσαν βασανιστικά, τα δεκάλεπτα, τα μισάωρα, οι ώρες, ίσως μία, δύο, κανείς δεν ξέρει, πάντως περίπου στην τρίτη ώρα ο Αρχιθαλαμηπόλος ίδρωνε και ξεϊδρωνε, ώσπου σήκωσε επιτέλους το τρεμάμενο χέρι του, έπιασε το κεφάλι του, έκανε μια κίνηση σα να ξεκόλλησε κάτι από το μέτωπό του και το έριξε μέσα στη γλάστρα. Όλη η χειρονομία και το κάτι που έπεφτε, γινόταν σε αργή κίνηση, σε πολύ αργή κίνηση κι έτσι η σκέψη έσκασε πάνω στις άλλες σκέψεις μετά από λίγες ατέλειωτες στιγμές, με κρότο. Όλοι, παρά τη γενικότερη κούρασή και την τρομάρα τους, άνοιξαν τα μισόκλειστα ως τότε μάτια τους και χειροκρότησαν ανακουφισμένοι την τελευταία πράξη, την καθοριστική σκέψη που κατατέθηκε θορυβωδώς για τη σωτηρία. Άφησε τη γλάστρα στο πάτωμα.

Τότε ο Αρχιλαγός ζήτησε και του έφεραν ένα ποτιστήρι. Πότισε τη γλάστρα ευλαβικά με εκλεκτό απόσταγμα του πιο σπάνιου τσαγιού του κόσμου, που έκρυβε σε ένα μικρό γυάλινο μπουκαλάκι μέσα στη δεξιά του κάλτσα, και κάθισε μπροστά της. Όλα τα μάτια αγωνιούσαν, δάκρυζαν, διαστέλλονταν, όλα τα μάτια ήλπιζαν, αλλά έπαιζαν ταυτόχρονα από δω κι από κεί, μπας και εντοπίσουν οποιοδήποτε στοιχείο μπορούσε να αποκαλύψει κάτι σε σχέση με το άμεσο μέλλον. Σύντομα από τη γλάστρα άρχισε να ξεπροβάλλει ένα περίεργο ανοιχτόχρωμο γκρίζο λουλούδι, ο Αρχιλαγός κατάκοπος αλλά ενθουσιασμένος, έκοψε ένα πέταλο μπροστά στα έκπληκτα μάτια του πλήθους και το ακούμπησε στη γλώσσα του Λούτσι, βάζοντας με πολλή προσοχή το χέρι του μέσα στο ορθάνοιχτό στόμα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Λούτσι μέσα στο μεγάλο φουστάνι του άρχισε να νιώθει ζέστη, μπορούσε να κουνήσει τις άκρες των δαχτύλων των ποδιών και των χεριών του και ίσως μια υποψία της άκρης της γλώσσας του. Δάκρυσε κι αυτός με τη σειρά του, στα πρόθυρα της ευτυχίας, στα πρόθυρα της απελπισίας, κανείς δεν ξέρει. Αλλά το πρώτο εκείνο δάκρυ έκαψε το μάγουλό του τόσο δυνατά, που το ημερολόγιο στην άλλη άκρη της αίθουσας εξαρράγη. Και έδειξε 3 Σεπτεμβρίου 2007. Δεν είχε περάσει ακόμα ούτε μια μέρα από τότε που ο Λούτσι άφησε τη Μοδένα.

εικονογράφηση: Γιώργος Τσόπανος

—————————————————————————————————————————————-

Σε περίπτωση που θέλετε να διαβάσετε το προήγουμενα επεισόδια της μνημειώδους saga του Λούτσι, ιδού:

Έκτο επεισόδιο

Πέμπτο επεισόδιο

Tέταρτο επεισόδιο

Τρίτο Επεισόδιο

Δεύτερο Επεισόδιο

Πρώτο Επεισοδίο

Advertisements

2 thoughts on “Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Kεφ. 7ο: Το αντίδοτο

  1. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 8ο: η εξήγηση | Τα Νέα του Βελγίου

  2. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 9ο: το δίλημμα | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s