Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Η Χάρτα του Ρήγα

Μας εδείκνυε το λοιπόν ο Ρήγας ο Φεραίος το ηλιόλουστον εκείνο ήμαρ, εικοστόν πρώτον του Μαΐου. Εδείκνυε προς την Εθνικήν Βιβλιοθήκην, και καθώς εθώρουν το μακρύ του το μαλλί, εσκέφθην πως τη σήμερον ημέρα οι συντηρητικούληδες δηλώνουν μαλλιαροί επαναστάται για να μη τους πεις τι ακριβώς είναι, αδαείς φασίστες. Μα τους αγαπώ. Δικαίωμά των ο φασισμός. Μόνον να μην είναι δημοκρατικοί φασίσται πάνω μου. Για τούτους αυτός εδώ ο έρμος, ο Ρήγας, πήγε και εχόρεψε το πνιγμένο βαλς του Γαλάζιου Δούναβη, στραγγαλισμώ τω τρόπω, ίνα δύνανται να φασιστίζουν σε όποιον τους αφήνει, και για μένα τον Αρχιμαλάκα. Πλην τέλοσπαντων. Κοίτα τον τώρα με την τήβεννο σηκωμένη. Εδείκνυε ο Ρήγας προς την Εθνικήν Βιβλιοθήκην, και τι μου ήρθε και εμένα να θέλω να δω βιβλία και άλλα ομοειδή τέτοιαν ωραίαν ημέρα, με την Κωνσταντίνα ανεωγμένη, τι της έχει ανοίξει η άνοιξη τα μυαλά και τα πόδια και τα πάντα.

Την ερωτώ «Μήπως να πάμε κατά την Εθνική Βιβλιοθήκη;» Και εκείνη αποκρίνεται καθέτως και ανυπερθέτως

«Αποχωρητήρια έχει;»
«Πού να ξέρω βρε κοράσι μου; Να μπω να ρωτήσω;»
«Να μπεις. Αλλά τελείωνε γρήγορα, να φύγομε αν δεν».

Όμως εδώ, του Ελευθερίου η σκέψις εδεσμεύθη υπό της ηθικής του παιδεύσεως. Είπε πως, μα, αν ερωτήσω ευθύς «πού είναι το μπάθρουμ;» θα με καταλάβουν τι πάω να κάνω. Και θα γελάνε. Ας ζητήσω ένα βιβλίο πρώτα, κάτι εύκολο, Καζαντζάκη ας πούμε. Ναι, αυτό.

Και αιτήθην της βιβλιοθηκαρίου. Και διόλου απροσμένως, Καζαντζάκης δεν υπήρχε, ότι αρχειοθετείτο τω καιρώ ετούτω. Μάλιστα. Επόμενη επιλογή; Τι να πεις, Ρήγας Φεραίος, κάτι άλλο, ας πούμε Βασίλειο Διγενή Ακρίτη. Ναι. Αχ, περίμενε. Εδώ δεν είναι και το χειρόγραφο; Ρε λες; Όμως κάτι άλλο μπήκα να βρω εδώ μέσα, τα βιβλία εν αρχή ήσαν μόνον μία δικαιολογία. Αλλά ήδη ερώτησα τη βιβλιοθηκονόμο και
«Μάλιστα κύριε, ο Τομέας των Χειρογράφων είναι στο βάθος δεξιά, είναι προσβάσιμα εφ’ όσον κάνετε κάποια εργασία και το χειρόγραφο έχει δημοσιευθεί». Και εδώ το μυαλό παίρνει τη σβούρα του, ο νους ο επιλήσμων το Αποχωρητήριον της Κωνσταντίνας ξεχνά, και προχωρώ ετοιμάζοντας το ψέμα μου για τον Τομέα Χειρογράφων στο βάθος. Την ίδια στιγμή έξω, στα σκαλιά της Εθνικής Βιβλιοθήκης η Κωνσταντίνα έχει πιάσει την κουβέντα με τον Ρήγα.

Μονάχα δυο χερσονήσους θα φκιαχνα, Πελοπόννησο και Χαλκιδική.

Μονάχα δυο χερσονήσους θα φκιαχνα, Πελοπόννησο και Χαλκιδική.

«Κορίτζι μου» της λέγει ο Βελεστινλής «Κερά μου, η κεφαλή σου η σεπτή, το τέμενος ετούτο της γνώσεως και της καλοσύνης με φέρνει εις σεργιάνι σκοταδερό. Ξέρεις, κοράσι μου, εγώ εχαρτογράφησα την Ελλάδα. Απέρασεν καιρός όπου εσκεδίασα. Μα αν χαρτογραφούσα το νου σου το θολό, δεν ξέρω, θαρρώ μονάχα δυο χερσονήσους θα φκιαχνα, Πελοπόννησο και Χαλκιδική. Παλάμες δύο ανοιχτές, τούτονα να μουντζώνουν. Γιατί αλλέως…» και κούνησε το χέρι του το μαρμάρινο ο Ρήγας έναντι της Κωνσταντίνης Τοματίνης παρηγορητικώς, ωσάν να ανάδευε φραπέ. «Χρόνια πολλά». Η Κωνσταντίνα πήρε μια βαθεία ανάσα και του Ρήγαν ωχ απάντησε, του Ρήγαν ωχ ελέγει «Ρήγα Φεραίε Αυθέντη μου, λέγει η ευγενεία σας πως η νόησις μου νοσηροβατεί; Ότι καλά δεν πάω; Πως είμαι αμπνόρμαλ και τρελή; Μα εγώ τον αγαπάω! Και θέλω να τον φάω!».

«Επακριβώς κοράσι μου» λέγει της πάλι ο Ρήγας. Το Ντελικάτων Εραστών δεν έχεις αναγνώσει. Μα ωσάν μεγάλη θα γενείς, και ακόμα ντελιτσιόζα, πάντα θα έχεις πόζα, όμως, κοντά στο νου κι η γνώση. Είναι, βρε Κωνσταντίνα, ωσάν να είσαι ο Ηρακλής μπροστά στη διχάλα, που δεν ξέρει πού να πηαίνει. Ευρίσκεσαι εις ένα σταυροδρόμι Κωνσταντίνα. Αριστερά πηαίνει η λογική, η αρετή κι η δυσκολία. Ζερβά πηαίνει το παράλογο, το ψεύδος και η ευκολία. Και εσύ τι κάνεις; Εσύ ουδέν κινείσαι μήτε αριστερά, μήτε ζερβά, απογειώνεσαι ωσάν Μονγκολφιέρα, και ωσάν αερόστατο. Και πού πηαίνεις; Αμ, αν ήξερα θα σου λεγα. Και τούτος εδώ; Ο Ελευθέριος; Άλλο που δεν κάνει παρά να αμολάει αέρα. Ορίστε τώρα. Είναι μέσα εδώ και αντί για Αποχωρητήρια, ψάχνει να δει τα χειρόγραφα του Βασιλείου Διγενή Ακρίτη. Του ‘ρθε τώρα, ούτε καταλαβαίνω πόθεν.»

Αυτά είπε ο Ρήγας Φεραίος ο Βελεστινλής κι έφκιασε λίγο την τήβεννο, ότι τον ετσουρούνιζε κάπως το δεξί του γόνατο. Η Κωνσταντίνα φυσικά εξοργίσθη εκ νέου και κίνησε να υβρίσει εμέ. Μα προφανώς, κατά πως είδα να γίνεται κατόπιν, αποφάσισε να πατήσει μια το πέλμα της το αγαπημένο εις το δρόμο της λογικής και αντί να εισέλθη της Βιβλιοθήκης, με πήρε τηλέφωνο. Ω. Επορφύρησα και δεν ήτο υπό ερωτικής επιθυμίας. Άφησα ευθύς έκθετο το χειρόγραφο του Ακρίτου και ήρχισα τρέχων έξω. Έτοιμη απάντηση, όχι κοράσι μου, δεν έχουν αποχωρητήρια εδώ, κάνει κακό στα βιβλία, πάμε, πάμε, πάμε εν τη Λέσχη τη Πανεπιστημιακή. Στο υπόγειο έχει τουαλέτες.

Και στρίψαμε για Ιπποκράτους. Ωσάν να χρειαζόμασταν ξεκάρφωμα, ήρχισα να περιεργάζομαι τον Πίνακα Ανακοινώσεων του Ισογείου της Λέσχης. Μάλιστα. Προβολές στην Ίριδα, ενδιαφέρον, ε γιασεμάκι μου; Τι λες;

Και στρίψαμε για Ιπποκράτους. Ωσάν να χρειαζόμασταν ξεκάρφωμα, ήρχισα να περιεργάζομαι τον Πίνακα Ανακοινώσεων του Ισογείου της Λέσχης.

Και στρίψαμε για Ιπποκράτους. Ωσάν να χρειαζόμασταν ξεκάρφωμα, ήρχισα να περιεργάζομαι τον Πίνακα Ανακοινώσεων του Ισογείου της Λέσχης.

Η Τοματίνα με κοίταξε με ερυθριώσα απορία. «ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;» μα μέχρι να της αποκριθώ, ο θυρωρός είχε γυρίσει και με ρώταγε «Ψάχνετε κάτι;»
Θα σου λεγα ανθρωπέ μου, ζω κι εγώ το δράμα μου, ψάχνω ένα μέρος ίνα συνουσιασθώ, αλλά πού να σου λέγω τώρα… Τον εκοιτούσα ως χάνος χάσκων.
-Εεεεε, βασικά θα ήθελα να ρωτήσω…
-Λευτέρη! Το «βασικά» δεν είπαμε ότι είναι λάθος; Πώς τολμάς να το λέγεις;
Ενοχλημένη η Κωνσταντίνα έβαλε το χέρι της στα χείλη μου. Γύρισε απότομα στον θυρωρό και σα να της έκλεβε το σιρόπι από το μπακλαβά «Τίποτε, να είστε καλά! Μία στιγμή να πάω στην τουαλέτα να φρεσκαριστώ, και θα φύγουμε! Ευχαριστούμε πολύ!» του είπε και με τράβηξε στις κατηφορικές σκάλες προς τις υπόγειες τουαλέτες της Πανεπιστημιακής Λέσχης.

Στα έγκατα της γης. Στα έγκατα του πόθου. «Καλά, πόσο βλάκας είσαι ρε Λευτέρη; Κάθεσαι και δίνεις λογαριασμό στον καθένα;» με ρώτησε. Εγώ είχα κλειδώσει κι είχα καταπιεί το κλειδί. Ω ναι. Πόσο βλαξ τελοσπάντων!

Με έσπρωξε μέσα στην τουαλέτα κι άρχισε να αποκομβίζει απρόσεκτα το σορτσάκι μου. Έναν συριστικόν ήχον έβγαλε «Αχχχχχχχ» καθώς απ’ την βιάση που δεν μετράει τη γη κόντεψε να σπάσει το νυχάκι της. Και ήτο και γαλλικό, δια το πένθος άμα και εορτή της θανούσης γιαγιάς της.

«Δεν έχω» της είπα. «Έχω εγώ! Όλα εγώ θα τα σκέφτομαι!» ψιθύρισε και άνοιξε το πορτοφόλι της. Από μέσα έβγαλε δύο ρακέτες πινκ πονκ. Μου έδωσε τη μία, και κτύπησε σφοδρά το μπαλάκι στο υγρό πάτωμα της τουαλέτας. «Ξεκινάμε;» μονοφώνησε, μα δεν περίμενε καν. Ωσάν αέρινο σάλι η ρακέτα κτύπησε το μπαλάκι. Άρπαξε το χέρι μου, όχι αυτό με τη ρακέτα, το άλλο, και το κοπάνισε με δύναμη στο κεφάλι της. Δύναμη τόση, θεϊκή, μανική σχεδόν που το μελάγχρουν κεφάλι κτύπησε αγρίως εις την μεταλλική πόρτα της τουαλέτας. «Φιλέ! Φιλέ!» πάσχισα να την διακόψω, αλλά με τίποτα. Κρατούσε τόσο σφικτά ανάμεσα στα δάκτυλά της την ρακέτα του πινκ πονκ που δεν ελέγχετο πια με τίποτε. «Τακ» ξανακτύπησε την μεταλλική πόρτα της τουαλέτας. «Ωρέ τακ» Δεν ξέρω αν ετούτη η δύναμις ήτο δική της. Όχι, Κωνσταντίνεια ή Κωνσταντινάτη ή Τοματίζουσα Ζεματίζουσα Δύναμις δεν ήτο. Ποίος δαίμων; Δεν είχα έλεγχο των κινήσεων του σώματός μου. Ούτε εκείνη. Ωσάν κάποια αόρατη δύναμις, ο Θεός Πινκ και η Θεά Πονκ να κοπανιώσαντο, ή ωσάν κάποιο στοιχειό να κίνησε βίαια το χέρι μου το δεξί που την έσπρωξε τόσο βιαίως και κραταιώς προς την μεταλλόθυρα του Αποχωρητηρίου.

Ο μετάλλινος γδούπος ακολουθήθηκε από ένα ενστικτώδικο κατά πως λένε οι μαλλιαροί «Σσσσστ!» και μία σιωπή ελέγχου. Δεν μας άκουγε κανείς. Εγώ και εκείνη, ω, εις το παίγνιον του πινγκ πονγκ ασκούμενοι εντός των θήλεων αποχωρητηρίων, και ω, να μη γνωρίζομε και τη σωστή λέξι, ότι δεν μπορεί τούτο εδώ το παίγνιο ένθα οι ρακέτες γίνονται λίγο λίγο πιο κόκκινες, δεν μπορεί να το ονομάζουμε έτσι φτηνιάρικα ΠΙΝΓΚ ΠΟΝΓΚ! Ε όχι!

Ψηλά, στις στρόγγυλες τις σκάλες της Λέσχης, ο θυρωρός περίεργος. Τι είναι τούτο το τικ τακ; Άνωθεν ημών, εντός του Αναγνωστηρίου φοιτηταί αναγιγνώσκοντες. Ίσως πέντε δέκα φλερτ στο κυλικείο, τα μισά αποτυχημένα, τα άλλα μισά κρυφά; Μα στις τουαλέτες τις γυναικείες, ψυχή.

Θέλεις να σε μάθω πινγκ πονγκ;

Θέλεις να σε μάθω πινγκ πονγκ;

Με το δάκτυλο δοκίμασα τον φιλέ του παιγνίου. Όχι υγρός. Ωσάν να είχε ήδη αποκάμνει. Η Κωνσταντίνα η εορτάζουσα συμπνυκνωμένη εντός τούτου του λευκού χυμού, ολίγον λεμονίζοντος που είχε καλύψει ήδη το φιλέ του πινκ πονκ και απειλούσε το παίγνιο να μη λήξει, να μείνομε εις τα ημίσεα του σετ. Διότι ημείς, οι Ελευθέριοι, πέραν της διανοητικής διεργασίας του παιγνίου, δεν είχαμε παίξει ακόμα πινκ πονκ. Ενώ αι Κωνσταντίναι είχον αρχίσει να παίζουν πριν την έναρξη κι ήδη εφαίνετο πως το είχαν πάρει το παιχνίδι και ανοίξει τις σαμπάνιες.

«Τικ» «Τακ» «Τικ» «Τακ» άλλες δύο αλλαγές και αυτό ήταν. Μαζεύομε φιλέ και αποχωρούμε εκ του αποχωρητηρίου. Το μάγουλό της κόκκινο κολλημένο στην κρύα μεταλλική πόρτα. Εγώ να πλέω στον αέρα, να συμπλέω με τα ανελεύθερα κείμενα του Βελγίου. Νενικήκαμεν. Όχι, πίσω μας δεν είναι το λευκό το καζανάκι και το βρώμικο φιλέ. Έχομε νικήσει τον αγώνα τον καλό. Και κότινος και γύρος του θριάμβου και πάντα τα έθνη. Και ανοίγονται όλα τα Ιούνια πελάγη, οι θάλασσες οι μυστικές, πράσινα κύματα στην Πανεπιστημίου, φύκια, ξέρες και αστερίες, βαρκούλες, ψάρια και δίχτυα πινγκ πονγκ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s