Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Kεφ. 6ο: Ο θρόνος

Ένα υπαρξιακό δράμα σε συνέχειες, εδώ στο έκτο του επεισόδιο όπου: Ο Λούτσι βρίσκεται στην Χώρα με το Γρασίδι και τους Καθρέφτες, χαίνει γαλάζιο υγρό, και κοκκαλωμένος παρακολουθεί και αναρωτιέται πως βρέθηκε αυτός εδώ.

luci6-3Τα δάχτυλά του είχαν γεμίσει από μια γαλάζια φωσφορούχα κολλώδη ουσία, ξαναέφερε το χέρι και ψηλάφισε το κρανίο. Μια μικρή τρύπα στο μηνίγγι, δεν πονούσε καθόλου, αλλά αυτό το περίεργο υγρό έτρεχε ζεστό από μέσα της. Δε σταμάτησε να τραγουδά, η φωνή του όμως χαμήλωνε σταδιακά και γρήγορα δεν είχε καθόλου φωνή, πολύ σύντομα δεν μπορούσε να κουνήσει όχι μόνο το στόμα και το πρόσωπο, αλλά ούτε κανένα άλλο μέλος του σώματός του, δεν ένιωθε ούτε χέρια ούτε πόδια, μπορούσε μόνο να κινεί τις κόρες των ματιών του, αλλά όχι να τα ανοιγοκλείσει – και τα μάτια του στέγνωναν, το κολύριο πουθενά, ως συνήθως, αλλά ακόμα και αν το είχε αυτή τη φορά θα του ήταν τελείως άχρηστο.

«Πάρτε τον!», ακούστηκε μια βαριά αντρική φωνή από το βάθος ενός καθρέφτη και με αργά βήματα εμφανίστηκε μια άλλη κουκουβάγια, λίγο μεγαλύτερη από αυτή στην οποία ο Λούτσι βρισκόταν πάνω, ακίνητος πια. Δύο λαγοί έτρεξαν γρήγορα, πέταξαν μια ανεμόσκαλα και ανέβηκαν στην πλάτη της οικοδέσποινας κουκουβάγιας κι από κει στο κεφάλι της. Έπιασαν το Λούτσι από τις μασχάλες και χέι χοπ ένα δύο τρία τον πέταξαν κάτω, όπου τον περίμεναν τέσσερις μεγαλόσωμες χελώνες όρθιες στα πίσω πόδια, που κρατούσαν ένα τραμπολίνο.

Ο Λούτσι έπεσε πάνω του με την πλάτη, στη στάση που είχε όταν τραγουδούσε ακόμα, κοκαλωμένος, έβλεπε, άκουγε, έπεφτε για ακόμα μια φορά, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, καμία κλείδωση, κανένας παραμικρός μυς δεν υπάκουε σε καμία εντολή. Μόλις οι αναπηδήσεις του Λούτσι στο τραμπολίνο σταμάτησαν, οι χελώνες τον πήραν τρέχοντας και χάθηκαν πίσω από τους καθρέφτες. Η άλλη κουκουβάγια, που είχε δώσει τη διαταγή, πλησίασε την κουκουβάγια οικοδέσποινα.6-2

Φορούσε ένα χρυσό στέμμα κι έναν μακρύ βασιλικό μανδύα από δέρμα λεοπάρδαλης και κρατούσε ένα υπερβολικά μεγάλο σκήπτρο δεμένο με κάθε λογής πολύτιμα πετράδια που αντανακλούσαν πάνω τους τους τριγύρω καθρέφτες που αντανακλούσαν ένας ένας με τη σειρά τους κάθε πετράδι από αυτά ξεχωριστά, με αποτέλεσμα να λάμπει ολούθε και να βγάζει ένα φως ενοχλητικά εκτυφλωτικό. «Κατέβασε αυτό το πράγμα να σε βλέπω. Πάλι τα ίδια; Μας χάλασες τη γιορτή, σε περίπτωση που δεν το κατάλαβες», ύψωσε τη φωνή της η οικοδέσποινα κουκουβάγια, φανερά εκνευρισμένη. Την άλλη κουκουβάγια εφεξής θα τη λέμε Βασιλιά, γιατί είναι πράγματι ο Βασιλιάς της Χώρας με το Γρασίδι και τους Καθρέφτες. Η κουκουβάγια οικοδέσποινα είναι η Βασίλισσα, αλλά της αρέσει να κυκλοφορεί πιο απλά ντυμένη, με καθημερινά ρούχα κουκουβάγιας και να είναι κοντά στους υπηκόους της.

Όλη αυτή την ώρα –που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε, αλλά του Λούτσι του φάνηκε αιώνας, λες και ήταν πάνω σε σκηνή αλλά με ακόμα περισσότερη αγωνία – το στόμα του είχε μείνει ορθάνοιχτο με την τελευταία του κορώνα σχεδόν σφηνωμένη στο λαρύγγι του. Εγκλωβισμένος έτσι σε ένα σώμα ακίνητο, άκαμπτο, αλλά με το μυαλό του σε πλήρη εγρήγορση, είχε το περιθώριο να κάνει πολλές και διάφορες σκέψεις. Αλλά αυτό που περισσότερο επιθυμούσε ο Λούτσι εκτός από το να ανακτήσει τον έλεγχο των νεύρων του ήταν να γυρίσει πίσω και να σκεφτεί τι είχε πάει στραβά, ποια διαβολεμένη λάθος κίνηση είχε κάνει όσο ακόμα μπορούσε να κουνηθεί. Συγκέντρωσε όλη τη δύναμη του μυαλού του, αλλά εκείνο το πίσω δεν υπήρχε πουθενά. Δεν μπορούσε να ανασύρει καμία ανάμνηση από το μέρος στο οποίο βρισκόταν τώρα, δεν ξέρει τι γύρευε εκεί, πώς ήρθε, ποιός τον έφερε, τι είχε κάνει ή για πόσο καιρό περιπλανιόταν σε αυτό τον αλλόκοτο τόπο. Προσπάθησε να γυρίσει στη Μοδένα, εκεί μάλιστα, εκεί υπήρχαν μνήμες διάσπαρτες αλλά καθαρές, στον καναπέ, στο διαμέρισμα, στο νεκροταφείο, στη γαλάζια μαντόνα, αυτό ήταν. Αυτή τον κατάπιε, τον παγίδευσε. Γιατί όμως να κάνει κάτι τέτοιο; Και ο Άλντο; Ο φίλος, ο παλιόφιλος ο Άλντο. Εκείνος τον παρότρυνε να την πάρει μαζί του, μήπως λοιπόν όλα αυτά ήταν μια δική του φάρσα, από εκείνες που τόσο αγαπούσε να σκαρώνει όσο ζούσε; Αλλά πάλι, ποιός τον έιχε οδηγήσει προηγουμένως στην Πόλη των Νεκρών;  Ποιός τον έκανε να βγει από το διαμέρισμα; Δεν μπορεί παρά να ήταν ο ίδιος που χάλασε την τηλεόρασή του, όσο εκείνος βρισκόταν στο Τορίνο για τη συναυλία. Πόσο πιο πίσω έπρεπε να πάει ο Λούτσι; Πόσο καλά σκηνοθετημένη ήταν αυτή η πλεκτάνη εις βάρος του και ποιός, για το Θεό, ΠΟΙΟΣ κινούσε τα νήματα;

Ο Βασιλιάς, κατέβασε το σκήπτρο κατά την επιθυμία της Βασίλισσάς του και το τοποθέτησε μέσα σε ένα θάμνο για να μετριάσει την ακτινοβολία του. Καθώς σηκώθηκε, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του ενώ την κοιτούσε με τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια του. «Τι;», τον ρώτησε εκείνη. Το δάκρυ άστραψε σαν διαμάντι, σκλήρυνε κι έπεσε στο γρασίδι. «Δεν κατάλαβες;», τη ρώτησε, ταραγμένος, προσπαθώντας να συγκρατήσει ένα λυγμό. «Είναι Αυτή! Μεταμφιεσμένη! Θέλει πάλι να μας ξεγελάσει!». Ύστερα έσκυψε ξανά, έπιασε το δάκρυ διαμάντι και το σφήνωσε πάνω στο σκήπτρο μαζί με τα άλλα. Ξανάκρυψε το σκήπτρο στο θάμνο. «Καλέ μου…», είπε τότε η Βασίλισσα συμπονετικά, «Μου φαίνεται πως ήρθε η ώρα να δεις τη Χελώνα την Ψυχίατρο. Κάθε πλάσμα που μας έρχεται στη Χώρα, νομίζεις πως είναι Αυτή. Αυτή έφυγε, παρ’ το επιτέλους απόφαση. Για πόσο ακόμα θα συνεχίζεις αυτή την τρέλα;»

luci6-1

Στο μεταξύ ο Λούτσι, χαμένος στις σκέψεις του και απορροφημένος στην προσπάθεια να λύσει το μυστήριο της μαντόνας που μεγάλωσε για να τον καταπιεί, είχε τοποθετηθεί από τις χελώνες πάνω σε ένα θρόνο, όρθιος, μιας και ήταν άκαμπτος και ήταν αδύνατο να τον βάλουν να καθίσει. Προηγουμένως όμως είχαν καταφέρει να του φορέσουν μια μεγάλη βικτωριανή τουαλέτα δεξίωσης, παρόλο που χρειάστηκαν ενισχύσεις για τον κορσέ, και μια καστανόξανθη περούκα με ένα στην τρίχα περιποιημένο σινιόν.

Ένας μάλλον ταλαντούχος λαγός είχε στήσει το καβαλέτο του απέναντι από το Λούτσι και τον απαθανάτιζε με πάθος, ενώ ένας άλλος, ντυμένος με αστεία ρούχα, χόρευε μπροστά του, πηδούσε ως το ταβάνι, έπεφτε στο ψηφιδωτό πάτωμα, έπαιρνε αστείες πόζες, στεκόταν με το κεφάλι κάτω, έκανε τα πάντα για να τον κάνει να γελάσει. Αλλά ο Λούτσι ήταν ακίνητος εκεί, όρθιος με τα χέρια και το στόμα ανοιχτά πάνω στο θρόνο, τα μάτια του είχαν θολώσει, το μυαλό του πιο πολύ, το γαλάζιο υγρό έσταξε ξανά κάτω από το σινιόν και μια μικρή σταγόνα λέρωσε το φόρεμα, που το μετάξι του ήταν υφασμένο και κατόπιν ραμμένο από τους ίδιους τους μεταξοσκώληκες που το παρήγαγαν και οι οποίοι πληρώνονταν αδρά για να δουλεύουν στην υπηρεσία της Βασίλισσας της Χώρας με το Γρασίδι και τους Καθρέφτες.

Ο Λούτσι βέβαια δεν τα γνώριζε όλα αυτά, αλλά θα τα μάθαινε σύντομα με κάθε λεπτομέρεια. Η μεγάλη πόρτα της αίθουσας άνοιξε και δύο λαγοί με πράσινες στολές και μαύρα μεγάλα γυαλιστερά παπούτσια ανήγγειλαν την Αυτής Εξοχότητα. Η Βασίλισσα πλησίασε το Λούτσι, άπλωσε το χέρι της, χάιδεψε το καστανόξανθο σινιόν του και του είπε «Σου ζητώ συγγνώμη, θα φροντίσω να αποζημιωθείς για αυτό». Κι αμέσως φώναξε: «Αρχιλαγέ! Το αντίδοτο του Γαλάζιου Αίματος. Γρήγορα!»

εικονογράφηση: Γιώργος Τσόπανος

—————————————————————————————————————————————-

Σε περίπτωση που θέλετε να διαβάσετε το προήγουμενα επεισόδια της μνημειώδους saga του Λούτσι, ιδού:

Πέμπτο επεισόδιο

Tέταρτο επεισόδιο

Τρίτο Επεισόδιο

Δεύτερο Επεισόδιο

Πρώτο Επεισοδίο

 

Advertisements

4 thoughts on “Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Kεφ. 6ο: Ο θρόνος

  1. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Kεφ. 7ο: Το αντίδοτο | Τα Νέα του Βελγίου

  2. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 8ο: η εξήγηση | Τα Νέα του Βελγίου

  3. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 9ο: το δίλημμα | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s