Φιλοσοφικής Δεσμώτης: To flamenco της Απελπσιμένης

Ένθα ο Ελευθέριος γηρασμένος θυμάται ή μπερδεμένος κοιμάται τον χορό του φλεγόμενου φλαμίνγκο.

IMG_FIL

Το σωτήριον έτος 2044 θυμόμαστε όλα εκείνα τα περί κρίσης και γελάμε. Εντάξει, είναι γεγονός πως το κάποτε “ιν” Γκάζι έχει ψοφήσει για τα καλά. Έχουνε ξεμείνει πέντε δέκα μπαράκια, ξέθωρο σημάδι της αλλοτινής γιορτής που στηνόταν εδώ κάθε Παρασκευή.

To be or not to be? Κουμπί.

To be or not to be?
Κουμπί.

Σήμερα ήρθα να δω την Κωνσταντίνα. Χορεύει φλαμένκο σε ένα από αυτά τα παλιά μπαρ.
Όταν έφτασα στο σκοτεινό μαγαζί, ο κομπέρ ούρλιαζε με ενθουσιασμό: “Η Ντίβα του Χορού, κυρίες και κύριοι, η μία και μοναδική φλαμένκα της Αθήνας, με σπουδές στην Ανδαλουσία και σκηνική παρουσία στην Εθνική Λυρική Σκηνή βρίσκεται απόψε μαζί μας. Για ένα ρεσιτάλ χορού και πάθους. Το θέαμα που σας περιμένει θα σάς ανοίξει την καρδιά. Μεσογειακό ταμπεραμέντο, τσιγγάνικη ψυχή και σπανιόλικη ελευθερία. Κυρίες και κύριοι, η μοναδική φλαμένκα στην Αθήνα, η μία, η Κωνσταντίνα!”

Το χειροκρότημα που ακολούθησε ήταν αρκετά άτονο. Και ο κομπέρ έδινε στην βραδιά μια τραγική αίσθηση τσίρκου. Ή αποτυχημένου καρναβαλιού. Σερπαντίνες ερπετά σερνόμενα οι φαλλοί των θαμώνων. Είχα ακούσει για την Κωνσταντίνα, είχα διαβάσει για την ελευθεριακή της ζωή, για τον σεξουαλικό αποπροσανατολισμό της, πως δεν άφηνε μήτε θηλυκιά μήτε σερνικιά γάτα. Μα και πως ακόμα και τώρα, στα πενήντα τόσα της, διατηρούσε εκείνη την παλιά, παραληρηματική γοητεία της. Λίγο ν’ άνοιγε το στόμα της, μια κουβέντα να ‘λεγε, σε μαύλιζε. Φιλόλογος, βλέπεις. Το κάτεχε καλά το πίτσι. Μα και πως ακόμα και τώρα, αρέσκετο στο τσιτσί. Κατάφερνε, σαν παλιά, γριά πόρνη, να κάνει τους άνδρες να τη θέλουν.

Η άνωθι κυρία εθεάθη λογοκεκριμμένη εις τοίχον καλού σαλονιού. Φυσικά και η ρώγα της δεν εθεάθη, ότι κεκαλυμμένη υπό τριχός πορφυρής. Σου 'λεγα εγώ αλλιώτικα.

Η άνωθι κυρία εθεάθη λογοκεκριμμένη εις τοίχον καλού σαλονιού. Φυσικά και η ρώγα της δεν εθεάθη, ότι κεκαλυμμένη υπό τριχός πορφυρής. Σου ‘λεγα εγώ αλλιώτικα.

Στο σκοτεινό, καπνισμένο μπαρ ο φωτισμός δεν βοηθούσε να τη δεις καλά. Μα εμφανίστηκε, μοναδική, ανεπανάληπτη, χιτάνα. Ένας προβολέας έσπαγε το ασφυκτικό σκοτάδι και την φώτιζε. Ή μήπως εκείνη φώτιζε από μόνη της; Φορούσε ένα καυτό μακρύ κόκκινο φόρεμα με κυματιστές πτυχώσεις, με όλη την πλάτη έξω. Πόσοι άνδρες να είχαν δει αυτή την πλάτη να απομακρύνεται δίχως οίκτο; Μα τώρα; Τώρα έβλεπες καθαρά τα σημάδια του χρόνου σε αυτή την πλάτη, κηλίδες και εγκαύματα απ’ τον ήλιο, νεκρά κύτταρα του δέρματος, νεκρός χρόνος στην πλάτη της Κωνσταντίνας και στην καμπούρα της.

Χαιρέτησε το πλήθος. Τους πέντε δέκα θαμώνες δηλαδή κι εμένα. Μα η ίδια δεν βρισκόταν σε ετούτο το κατεστραμμένο μπαρ του Γκαζίου να χορεύει για πέντε δέκα καμμένα χαρτιά των αρχών του αιώνα. Βρισκόταν δεν ξέρω κι εγώ πού. Χαιρέτησε το πλήθος και έκλεισε τα μάτια της. Ευθύς χτύπησε δυνατά παλαμάκια και βρισκόταν σε κάποιο βρώμικο πεζόδρομο της Ανδαλουσίας, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα την θαύμαζε και την κοιτούσε εκστατικός. Κε μπονίτα χουέργκα κουέστα νότσε. Αμόρ. Αμόρ. Αμόρ. Ένα κέρινο τσόφλι αυγού έσκαζε και κομφετί γεμίζαν τη μελαμψή της όψη. Γυφτάκι. Αθιγγανάκι. Κι ένα παράπονο στην κιθάρα, να κλαίει. Την θαύμαζαν για το λογοτεχνικό της έργο, για το ταλέντο της στο φλαμένκο, για όλα. Πήρε και τις τρεις μορφές που απαιτεί μια μπουλερία, ένα baile flamenco, πρώτα Παρθένος Σάντα Μαρία, δεν ενδίδει στον πόθο, έπειτα ευάλωτη Μαρία Μανταλένα, διαφθείρεται, τέλος ασύδοτη Σαλώμη εσθίει επί πίνακι την κεκομμένη κεφαλή. Πόθος, διαφθορά, απόλαυση. Ο γυναικείος έρωτας σε όλη του την ένταση. Τρίμορφη Εκάτη.

Παστουένιο. Ησύχασε, ησύχασε γυφτάκι μου, εγώ είμαι εδώ, ησύχασε, μα την Αποκρηά κι όλες τις φάρσες, εδώ είμαι. Να λέγει ο κιθαρίστας και να εγγίζει τις κάτω χορδές της Κωνστανίνας κι από πέτρα να τις κάνει πηλό. Σόμπριο. Άπιωτη, ειλικρινής, ενδίδουσα, αφτιασίδωτη, γυμνή, στα χέρια του, η κιθάρα. Μπάιλα, μπάιλα, μπάιλα αμόρ σιχάθηκα θα έρθει νηστεία, δεν θα έχουμε για να φάμε μία, θα σε φάω με μπουκιά μία, μπάιλα και γίνε Κοντσίτα του Μπουνιουέλ, και Κάρμεν του Μπιζέ, και Κωνσταντίνα του Αρχιμαλάκα.

Μα έβλεπες την αλήθεια την μαύρη, τα σημάδια του νεκρού χρόνου στην πλάτη της, το στήθος της που δεν έφτανε να γεμίσει το υπέροχο φόρεμά της, τα έβλεπες όλα εκεί, κομμάτια μιας τραγωδίας που είχε παιχτεί και ξαναπαιχτεί χιλιάδες φορές. Έστρεψα το βλέμμα μου αλλού, να μην την βλέπω, είχα ακούσει τόσα για εκείνην, για την μία και μοναδική Κοντσίτα Κωνσταντίνα που ετούτο εδώ το θέαμα τσίρκου μου γύριζε τα σωθικά. Κοίταξα προς την μπάρα και είδα έναν γέρο. Λες να είναι εκείνος; Ο Λευτέρης; Είναι δυνατόν;

Πλησίασα και είδα καλύτερα. Ένας ψηλός άντρας, γεροδεμένος και με κάτι χερούκλες σαν χωρικού. Πρέπει να είχε υπάρξει παιδαράς, για να είναι τόσο δυνατός και με τέτοιες πλατάρες τώρα στα γεράματα, το δίχως άλλο, θα είχε υπάρξει μάγκας κι ωραίος. Τώρα καραβοτσακισμένος καθόταν στο μπαρ και κοιτούσε χαμηλά. Είχε το χοντρό του δάκτυλο μέσα στο ποτήρι. Έφερνε κύκλους το ένα και μοναδικό παγάκι που έλιωνε μέσα στο ουίσκι του. Έλιωνε το παγάκι, έλιωνε κι ο γέρος.

“Α! Γεια σου! Τι κάνεις αγόρι μου;” μου φώναξε και σήκωσε το βλέμμα από το ποτήρι. Αυτός ήταν. Ο Βαγγέλης. Ο Λευτέρης. Ο Αριστόξενος. Κάθισα δίπλα του. “Θα αφήσω το γραφείο” μου είπε “Σιχάθηκα. Δεν μπορώ εγώ να είμαι λογιστής του κάθε μαλάκα. Ψάχνω για δουλειά, που λες!” Πήγα να του πω τι ψάχνεις για δουλειά βρε άνθρωπέ μου τώρα στα εξηνατατόσα, αφού τελοσπάντων το είδες πως με τα τραγούδια σου μόνον η Κωνσταντίνα ασχολείται, τι κάθεσαι και ψάχνεις; “Καλά σας βλέπω, καλύτερα από την άλλη φορά!” του είπα. “Ναι, συνήλθα. Τώρα που φεύγω από την δουλειά έχω ενθουσιαστεί! Τόσες δυνατότητες! Τόσες ευκαιρίες! Θα κάθομαι να κάνω τον λογιστή; Τέλος! Α, δεν σου είπα! Θα χορέψουν και το μπολερό μου σήμερα!”

Flamencita

Το μπολερό του. Ως νεαρός ο Λευτέρης συνέθετε μουσικά κομμάτια, παντελώς αποτυχημένα διαδικτυακώς άμα και δισκογραφικώς. Ωστόσο, ένα από αυτά τα κομμάτια του το είχε κλέψει η Κωνσταντίνα η Φλαμένκα και το έπαιρνε σε όλες τις παραστάσεις της από κοντά, σαν ουρά. Έτσι και απόψε. “Συγχαρητήρια κυρ Λευτέρη! Να αρχίσεις να γράφεις και πάλι!” του είπα και του χτύπησα την πλάτη. Εμ, δεν του φτανε που τον είχε κάνει ερείπιο αυτή η γυναίκα, ένα κινούμενο πτώμα δίχως κλήρο, να ψάχνει την κόρη του που ήταν χαμένη στην μετάφραση, Ισπανογαλλελληνιίδα, ήθελε να παρακολουθεί και την Κοντσίτα μπαιλάτα.

“Και τώρα, ένα ιδιαίτερο κομμάτι κυρίες και κύριοι. Σύνθεση του άντεργκραουντ συνθέτη Ελευθερίου Γάζη” ανακοίνωσε ο κομπέρ. Α ρε Λευτέρη, ως και το όνομά σου λάθος να το πουν. Λες και δεν ξέρουν τριάντα χρόνια τώρα πώς στο διάολο σε λένε. Επίτηδες. Γουστάρεις ευνουχισμό, έτσι; Γουστάρεις; Ήθελα να του πω, μα κρατήθηκα. Τον κοίταξα να δω αντίδραση.
Τα μάτια του λαμπύρισαν στο σκοτάδι. Τα καφεπράσινα μάτια του γυάλισαν από ενθουσιασμό. Ποια αφραγκία και ποια ανεργία μέσης ηλικίας; Σαν ερωτευμένο παιδαρέλι με σκούντηξε με τον αγκώνα και μου την έδειξε “Δεν είναι υπέροχη; Κούκλα είναι! Τοματίνα μου εσύ!” και σήκωσε τα φρύδια παιχνιδιάρικα. Ακόμα έρωτα ένιωθε ο καμμένος. Τι έρωτα, την αγαπούσε κανονικότατα. Κι εκείνη; Χτυπούσε δυνατά τα τακούνια της στο ξύλινο πάτωμα, μα το ένιωθες πόσο άψυχα το έκανε.

Όχι τίποτε άλλο, απλώς αυτή η τραγωδία που έπρεπε να υποδυθεί φαινόταν πως ούτε τραγωδία ήτο, ούτε περαίνουσα εις κάθαρσιν. Εκείνα τα τρία γυναίκεια προσωπεία που όφειλε να ενδυθεί, του πόθου, της διαφθοράς και της απολαύσεως είχαν κάτι το δήθεν, το κούφιο, όχι το γήρας, μοιάζανε με κιούπια κούφια από την μάνα τους. Δεν είχε όντως πονέσει η Κωνσταντίνα για να μπορεί να χορεύει σωστό φλαμένκο. Φαίνονταν τα κρεμασμένα μπράτσα κι η φειδωλή συναισθήματος καλοπέραση στο κορμί της.

“Τι κούκλα είναι!” αναφώνησε ο γερο-Λευτέρης ανένδοτος

“Τι κούκλα είναι!” αναφώνησε ο γερο-Λευτέρης ανένδοτος

“Τι κούκλα είναι!” αναφώνησε ο γερο-Λευτέρης ανένδοτος. “Κοίτα, έφερα μια παλιά της αφίσα” μου φώναξε και ξετύλιξε ένα κιτρινισμένο ρολό. Η υπόλοιπη παράσταση κύλισε ευτυχώς λιγότερο επώδυνα, μιας κι η Κωνσταντίνα έχουσα εν μέρει ένα κάποιο γνώθι σαυτόν είχε φέρει τις μετριότερες των μαθητριών της, νέες ωστόσο και νόστιμες, να χορεύουν τα ενδιάμεσα να περνάει η ώρα. Στο τέλος, ο Λευτέρης σηκώθηκε πάνω και τον είδα, ευθυτενή, ωραίο και ακμαιότατο για γέρο. Μωρέ μαλάκα, ήθελα να του πω, κρίμα δεν είναι που την πήγες την ζωή σου έτσι στραβά; Δε γινόταν αλλιώς; Μου είσαι και γερόλυκος που να σε πάρει η ευχή. Κι εσύ, τρομάρα να σου ‘ρθει φαμ φατάλ της κακιάς ώρας. Την ουρά σου τρως. Δε βλέπεις ότι μόνον αυτός βλέπει πως είσαι μια οπτασία; Μα δεν είπα τίποτε.
Άλλωστε, ο λύκος τρίχα αλλάζει, γνώμη δεν αλλάζει:

“Κάτσε να δεις, πάω να την πικάρω. Θα πάω να τη συγχαρώ, θα της ζητήσω και αυτόγραφο! Χα!” μου είπε με έναν ενθουσιασμό εικοσάχρονου. Τα μάγουλά του είχαν ροδοκοκκινήσει, ήταν έτοιμος να σκάσει από την χαρά. Μα ρε Λευτέρη, σε απεχθάνεται, τι να πας να τη συγχαρείς; Να σου γυρίσει την πλάτη τη ζαρωμένη άλλη μια φορά; Ρε Λευτέρη. Μα εκείνος εκεί, το χαβά του. Έστω, χαβάς για μια γυναίκα, μα τι γυναίκα. Τον ακολούθησα να τη συγχαρώ κι εγώ.

"Siempre me va V. diciendo/ Que se muere V. por mi : Muérase V. y lo veremos/ Y despues diré que si."   La femme et le pantin

«Siempre me va V. diciendo/ Que se muere V. por mi : Muérase V. y lo veremos/ Y despues diré que si.»
La femme et le pantin

Και ποια να ήταν η ατμόσφαιρα στην συνάντηση τούτων των δύο παλαιών εραστών; Πώς να τον υποδέχτηκε η Κωνσταντίνα η φαρμακερή, η φλεγόμενη φλέγουσα φλαμένκα; Έκλεισε απότομα τα μάτια της καθώς άνοιγε την πόρτα του θλιβερού καμαρινιού της. Ξεροκατάπιε. Είπε και ελάλησε το στόμα το ευλογημένο “Δεν τα είπαμε αυτά;” Εκείνος με όλη την ευγένεια και το κόρτε του περασμένου αιώνος της είπε “Σας έφερα να μου υπογράψετε ένα αυτόγραφο. Ήσασταν απολαυστική επί σκηνής”. Εκείνη είπε σταθερά και αυστηρά “Έχει καλώς. Φέρε να υπογράφω να τελειώνουμε. Να το στείλεις στο γιο μας, ακούς;”

Την κόρη ήθελε να πει, μα τόσο ασχολιόταν, τόσο ήξερε. Λες και δεν το αμόλησε αυτή το παιδί. Κι ο Λευτέρης, ο κατακαημένος, απένταρος κι ατσίγαρος “Θα την στείλω την αφίσα, βεβαίως. Σου είπα κοκώνα μου, την βρήκα την αφίσα σε ένα παλαιοπωλείο στο Μοναστηράκι! Δεν φαντάζεσαι πόσα έδωσα! Μα είσαι μια κούκλα!” και πήγε να την αγκαλιάσει.

“Εντάξει, εντάξει, φύγε τώρα, έχω κόσμο” του είπε κι εκείνος έσκυψε το κεφάλι και ξανάφυγε. Γεροντοχυλόπιτα. Ας είναι. Πίσω του στεκόμουν εγώ, να τη συγχαρώ, τι να τη συγχαρώ, πανάθεμα τα ψέματα και τις ευγένειες, “Είσαστε τρομερή” βρήκα να της πω. Ναι, ίσως λίγο ασαφές, αλλά τρόμο μου προκάλεσε όντως αυτό το φρικώδες τσίρκο εκείνο το καπνισμένο βράδι. Κι εκείνη;
Λύκαινα που τρίχα αλλάζει, μα γνώμη δεν αλλάζει.

“Εσύ αγόρι μου είσαι τρομερός! Τι πλάτες είναι αυτές; Έκανες γυμναστική από την τελευταία φορά; Και τα μαλλιά σου. Καρφάκια; Θεός! Να περιμένεις να τελειώσω με αυτούς εδώ κι έχω να σου δώσω κάτι. Μετά, να χαιρετήσω τον κόσμο και θέλω να σου δώσω αυτό που βρήκα!” και με έσφιγγε από το μπράτσο παιγνιωδώς κλείνουσα τ’ ομμάτι. Ότι τι; Κάνε όταν γεράσω να ζω σαν γέρος και τώρα σαν τώρα. Κάτι έπρεπε να της πω, κάπως να αρνηθώ. Μα να μην το καταλάβει.

Τικ Τίκι τίκι τακ  αρχίζει του ποδιού το τίκι τίκι τακ

Τικ Τίκι τίκι τακ
αρχίζει του ποδιού το
τίκι τίκι τακ

“Να σας πω, θα είστε και κουρασμένη σήμερα, έχετε και τόσους φίλους να σας συγχαρούν. Εγώ έχω δουλειά πρωί πρωί αύριο, δεν… δεν… Πάμε καλύτερα για ένα ποτό τις επόμενες μέρες να μου το φέρετε εκεί;”
Τα μάτια της λαμπύρισαν σαν του Λευτέρη όταν την έβλεπε.
“Για ποτό είπες ε;”
“Ναι, ναι, να πάμε για ένα ποτάκι μόνοι μας αύριο μεθαύριο να είμαστε ήσυχα”
“Ναι αγόρι μου, ναι, για ποτό!” ενθουσιάστηκε “Πάρε με τηλέφωνο! Το κινητό μου το έχεις, ναι; Αύριο, όχι μεθαύριο, αύριο! Ναι; Θα είμαι ξεκούραστη, θέλω να τα πούμε!”
“Έγινε κυρία Κωνσταντίνα, αύριο. Δεν θα κανονίσω τίποτε” και μου ξανάσφιξε το μπράτσο όπως μια γέρικη μαθημένη αράχνη σφίγγει την νεογέννητη μαθητιώσα μύγα που μπερδεύτηκε η απερίσκεπτη μυία και ανοήτως κατέληξε μπλεγμένη στον θανάσιμο ιστό. Αλλά τίναξα τα βρωμερά φτερά μου κι έφυγα. Στη γωνία Κωνσταντινοπόλεως, στην είσοδο του μετρό, μέσα σε μια παλιά σακαράκα μερσεντές του ογδόντα βρήκα τον Λευτέρη να κλαίει με αναφιλητά. Τον κοίταξα λίγο καλύτερα. Κοιμόταν. Τον σκούντησα και ξύπνησα.

Advertisements

2 thoughts on “Φιλοσοφικής Δεσμώτης: To flamenco της Απελπσιμένης

  1. Μ’ έστειλες με το τέλος – έμεινα κάγκελο και άναψα τσιγάρο…
    Θα στο πω όπως το νιώθω: είναι σα νά ‘βαλες μια βίδα στο κείμενο κι αυτό, όσο το διαβάζεις, βιδώνεται όλο και πιο βαθιά στο συναίσθημα… Τρεις λέξεις: Υπέροχο – Πικρό – Υπέροχο…
    Ρισπέκτα jackson…

    ps. «μπάιλα και γίνε Κοντσίτα του Μπουνιουέλ, και Κάρμεν του Μπιζέ, και Κωνσταντίνα του Αρχιμαλάκα» – τι παράγραφος κι αυτή ρε jackson..

    • Α ρε τολμηρό! Να είσαι καλά!
      Ζω για τη στιγμή που θα σε κάνω αντί ν’ ανάψεις τσιγάρο, να αρπάξομε ένα μπουκάλι ρούμι!
      Γιο χο χο, Γιο χοχο

      (ξεβίδωτοι εννοείται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s