Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 4ο: όλα μείον ένα

Ένα υπαρξιακό δράμα σε συνέχειες, εδώ στο τέταρτο του επεισόδιο όπου: Ο Λούτσι το μόνο που θέλει είναι να περπατήσει, βρίσκεται στην «πόλη των νεκρών», ένα δώρο του χαρίζεται και εκείνος πέφτει, πέφτει, πέφτει.

luci4-1Ήταν πια Σάββατο μεσημέρι, τρίτη μέρα του Σεπτέμβρη, αλλά η μεγάλη πλάσμα τηλεόραση δεν ανταποκρινόταν σε καμία από τις επίμονες προσπάθειες του Λούτσι, ο οποίος απλώς επαναλάμβανε εμμονικά, αμέτρητες φορές το ίδιο πάτημα του ίδιου κουμπιού. Πού και πού δοκίμαζε και τα άλλα κουμπιά και τα άλλα τηλεχειριστήρια, κι αυτό συνέβαινε με μεγαλύτερη αγωνία μεν, σε μια ομοίως ανώφελη επανάληψη δε.

Μετά από, τουλάχιστον ένα εκατομμύριο αποτυχημένες προσπαθειες, σηκώθηκε αποφασισμένος από τον καναπέ, φόρεσε παπούτσια και μια μπεζ καμπαρντίνα, που κρεμόταν ξεχασμένη στον καλόγερο του χώλ – ποιός ξέρει από πότε. Βγήκε από το σπίτι και το μόνο που ήθελε ήταν να περπατήσει.

Περπατούσε πολύ γρήγορα και χτυπούσε με δύναμη τα τακούνια του στις πλάκες του πεζοδρομίου. Η καμπαρντίνα ανέμιζε ελαφρά, το ίδιο και το παντελόνι του και αυτά θα τον έκαναν να φαίνεται λίγο κωμικός στον –πάντα- υποθετικό κάποιον που θα τον παρατηρούσε. Αλλά ο Λούτσι εκείνο το μεσημέρι είναι αόρατος, είναι αέρας, κάποιος άγνωστος, δεν έχει πρόσωπο, δεν έχει βήμα, παρά μόνο μια μεγάλη επιθυμία να περπατήσει, να πάει μακριά. Χωρίς καλά καλά να το καταλάβει βρέθηκε στο νεκροταφείο του Σαν Κατάλντο, κι όταν πια συνειδητοποίησε πού βρισκόταν, θυμήθηκε πως ο καλός του φίλος, ο αρχιτέκτονας Άλντο Ρόσσι, έκλεινε σαν αύριο δέκα χρόνια πεθαμένος. «Άλντο, παλιόφιλε, δέκα χρόνια είχα να λάβω πρόσκληση από του λόγου σου», ψιθύρισε και χαμογέλασε συγκινημένος.

Περιπλανήθηκε για λίγο εισπνέοντας τη γαλήνη του κοιμητηρίου που ο καλός του φίλος είχε κάποτε σχεδιάσει, και που χαϊδευτικά ονόμαζε «η πόλη των νεκρών». Στο τέλος ενός διαδρόμου, δίπλα σε δυό κόκκινα φαναράκια και λίγα πλαστικά λουλούδια που κοσμούσαν μια τεφροδόχο, την προσοχή του Λούτσι τράβηξε μια μικρή θαλασσιά μαντόνα, όμοια με εκείνη του πατρικού σπιτιού αλλά πολύ μικρότερη. Έσκυψε μπροστά της και πολύ δειλά τόλμησε να τη σηκώσει στα χέρια του. Ο Άλντο Ρόσσι ψιθύρισε στο αυτί του: «Είναι για σένα, Λουτσιάνο, στη χαρίζω». Ο Λούτσι ξαφνιάστηκε ελαφρά, γύρισε το κεφάλι και κοίταξε τον Άλντο βαθιά μέσα στα μάτια, εκείνος του έγνεψε επιβεβαιώνοντας την προσφορά του, ο Λούτσι έστρεψε το βλέμμα του πίσω στη μαντόνα, κι όταν ξαναγύρισε να τον ευχαριστήσει, ο Άλντο απλώς δεν ήταν πια εκεί.

Με τη μαντόνα στην αγκαλιά του κατευθύνθηκε προς την έξοδο, χωρίς καμία βιασύνη πια. Κάθε του βήμα απλωνόταν στο έδαφος, σταθερό και ελαφρύ, δε χτυπούσε πια τα τακούνια του, η καμπαρντίνα και το παντελόνι δεν ανέμιζαν, έφτιαξε λίγο αμήχανα σκεφτικός τα μαλλιά του και συνέχισε στον ίδιο ρυθμό ως το σπίτι.

luci4-2Το διαμέρισμα του φάνηκε ξαφνικά πιο φιλόξενο, γλυκό πορτοκαλί φως έμπαινε απ’ τα μισάνυχτα παράθυρα, το πάτωμα ήταν δροσερό και οι σκιές έκαναν τους τοίχους να φαντάζουν σαν από βαμβάκι ή από σύννεφο. Είχε σχεδόν ξεχάσει εκείνο το θέμα με την τηλεόραση. Έφερε όλο το διαμέρισμα ένα γύρο και δεν άφησε στιγμή τη θαλασσιά μαντόνα από τα χέρια του, παρά μόνο όταν σιγουρεύτηκε απόλυτα για τη θέση της μέσα στο σπίτι.

Την τοποθέτησε ευλαβικά μπροστά στην κλειστή οθόνη. Έπειτα απομακρύνθηκε κάνοντας μερικά βήματα όπισθεν και χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της, κάθισε στον καναπέ. Έμεινε για λίγο να την κοιτάζει σιωπηλός με το μυαλό άδειο, κι όταν σιγουρεύτηκε πως είναι τοποθετημένη στο ιδανικό και για κείνην σημείο, σηκώθηκε και πήγε ως την κουζίνα. Έκανε έναν εσπρέσο, έπιασε στην τύχη ένα από τα εναπομείναντα μακαρόν μέσα από το ανοιχτό κουτί και επέστρεψε στον καναπέ για να τα απολαύσει.

Προς μεγάλη του έκπληξη, μόλις κάθισε συνειδητοποίησε πως η μαντόνα είχε μεγαλώσει, είχε τουλάχιστον διπλασιαστεί, ανοιγόκλεισε λίγες φορές τα μάτια –καμιά φορά στέγνωναν και έβλεπε θολά, είχε ένα κολλύριο για αυτές τις περιπτώσεις, αλλά ποτέ δε θυμόταν πού το άφηνε κάθε τελευταία φορά που το χρησιμοποιούσε – ούτε και τώρα. Η μαντόνα συνέχιζε να μεγαλώνει, εντελώς αθόρυβα, απολύτως ήσυχα, απλώς διογκωνόταν, διογκωνόταν, μέχρι που σταμάτησε όταν έφτασε το ύψος της πλάσμα οθόνης, σαν έγινε δηλαδή κάπου ένα μέτρο πιο ψηλή από τον ίδιο το Λούτσι.

luci4-3

Την πλησίασε μαγεμένος, σχεδόν υπνωτισμένος, έκανε να απλώσει το χέρι του να την αγγίξει, δίστασε, έφερε το χέρι στα χείλη του, κοντοστάθηκε. Μια υποψία ήρθε και καρφώθηκε στο μηνύγγι του. Ξανάπλωσε το χέρι, λίγο πιο αποφασιστικά, και ναι, όπως το είχε υποψιαστεί. Μπορούσε να περάσει μέσα της, όπως ακριβώς είχε κάνει με την τηλεόραση. Δεν έχασε καιρό, έκανε ένα βήμα και μπήκε βιαστικά, η καρδιά του χτυπούσε ενθουσιασμένη, αλλά μια έκπληξη τον περίμενε πριν ακόμα προλάβει να σκεφτεί περισσότερο, περίεργη έκπληξη, δεν είχε εδώ σομόν και μαύρους παλμούς, δεν είχε μαλακές επιφάνειες φιλόξενες, ασφαλείς λαβυρίνθους, ζέστη, είχε μόνο μαύρο, κατάμαυρο κενό, ο Λούτσι έπεφτε, έπεφτε, σε ένα χάος χωρίς τέλος, ήταν γκρεμός ή κουνελότρυπα, Καιάδας, πηγάδι μυστικό ή Τάρταρα, μια κορόνα ξεπήδησε απ’ το ηχείο της κοιλιάς του κι έφτασε ως τον καναπέ, αλλά για άλλη μια φορά, κανείς δεν ήταν εκεί να την ακούσει. Πάνω στα χοντρά μαξιλάρια μόνο ένα περίστροφο, και πέντε σφαίρες.

εικονογράφηση: Γιώργος Τσόπανος

Αν θέλετε να διαβάσετε τα προηγούμενα επεισόδια του Λούτσι:

Τρίτο Επεισόδιο

Δεύτερο Επεισόδιο

Πρώτο Επεισοδίο

Advertisements

11 thoughts on “Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 4ο: όλα μείον ένα

  1. Ρε, εδω παίζει κάποιο λάθος; Αν η μαντονα έγινε ενα μετρο πιο ψηλη από το λουτσι, πως περασε μεσα;

    Ας υποθέσουμε οτι ο λουτσι ειναι 1.75, και η περιφερεια της κοιλιας του ειναι 2.00. Αν τωρα η μαντονα γινει 2.75, η περιφερεια της και παλι δε θα ξεπερναει το 1.20. Πράγμα που κάνει το εσωτερικο της μαντονας μη προσβασιμο στον καημένο το Λούτσι.

  2. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Kεφ. 5ο: Μετά το χάος ο παράδεισος και μετά | Τα Νέα του Βελγίου

  3. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Kεφ. 6ο: Ο θρόνος | Τα Νέα του Βελγίου

  4. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Kεφ. 7ο: Το αντίδοτο | Τα Νέα του Βελγίου

  5. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 8ο: η εξήγηση | Τα Νέα του Βελγίου

  6. Παράθεμα: Ο Λούτσι δε θέλει να πεθάνει | Κεφ. 9ο: το δίλημμα | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s