Η διακριτική γοητεία του μηδενισμού

O μονόλογος του ντετέκτιβ Cohle, η διαχείριση του φόβου μας και η (όχι και τόσο) ξεχασμένη ιστορία των The Gits.

120704040710Παρακολουθώντας το φινάλε του τρίτου επεισοδίου της σειράς True Detective, ήμουν κι εγώ ένας από τα εκατομμύρια του κόσμου που μείναμε αγκυλωμένοι στον καναπέ μας, κάμποση ώρα αφότου είχαν πέσει οι τίτλοι του τέλους. Μέσα σε δύο μόλις λεπτά, η σειρά κατάφερε να μας πετάξει σε εκείνο το σκοτεινό μέρος που είχαμε επισκεφθεί, όσοι είχαμε δει κάποτε τo Texas Chainsaw Massacre (1974) χωρίς να ξέρουμε τι μας περιμένει. Ήταν από τις φορές που η μικρή οθόνη μετατρέπεται σε ένα μεγάλο παράθυρο, επιτρέποντάς μας να δούμε τον κόσμο σαν κάτι άσχημο και ζωώδες. Και η επιτυχία εδώ ήταν ακριβώς αυτή: η σκηνή μάς έκανε να θυμηθούμε ότι, ασχέτως πώς ζούμε και τι κοινωνικό comfort zone διαθέτει ο καθένας μας, έξω απ’το σπίτι μας υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα. Μια πλευρά της ζωής που, όσο απεχθής κι αν μας φαίνεται, είναι πολύ μεγάλη για να στριμώχνεται μόνο στη σφαίρα της φαντασίας.

Με αυτήν τη σκέψη, θυμήθηκα την παρακάτω ιστορία:

Στις αρχές των 90s υπήρχε μια υπέροχη μπάντα ονόματι The Gits. Οι Gits έπαιζαν ένα κράμα rock n’ roll και punk, αλλά η μετακόμισή τους στο Seattle τούς είχε εντάξει στην ευρύτερη σκηνή του grunge. Σε πρώτη ακρόαση, ακόμα και σήμερα, είναι πολύ εύκολο να διακρίνει κανείς τα δυνατά τους σημεία. Είχαν, βλέπεις, όλα όσα χρειάζονταν για να κάνουν διεθνή καριέρα στα 90s, συν αυτό το κάτι παραπάνω: αυτό που έκανε τον Cobain να είναι Cobain και, συγχρόνως, το λόγο για τον οποίο δε βλέπουμε νέους Cobains να ξεφυτρώνουν κάθε δεύτερη μέρα. Τα κομμάτια τους πλαισιώνονταν από τη φωνή και την προσωπικότητα της Mia Zapata, μιας τύπισσας πολύ ανώτερης από τα συνήθη δείγματα των τραγουδιστριών της εποχής.

Το ΄93 οι Gits είχαν ήδη βγάλει το πρώτο τους LP και το όνομά τους είχε γίνει γνωστό εντός κι εκτός του Seattle. Η ίδια η Mia άθελά της είχε ανακηρρυχθεί σε underground περσόνα, με το άχαρο στυλάκι και τη δύναμη της φωνής της να δημιουργούν μια σπάνια αντίθεση που άφηνε το κοινό με το στόμα ανοιχτό. Η δε ενασχόλησή της με τα κοινωνικά ζητήματα της γενιάς της, όπως πρότασσε το παραδοσιακό punk ethic, την έκανε ιδιαιτέρως αγαπητή από όλους. Έτσι, η πορεία της μπάντας έδειχνε να εξελίσσεται γρήγορα σε κάτι αρκετά μεγαλύτερο απ’ό,τι είχαν φανταστεί τα μέλη της. Δυστυχώς όμως, όλα τα ωραία για την παρέα από το Ohio επρόκειτο να τελειώσουν, μέσα σε μία και μοναδική νύχτα. Συγκεκριμένα, τη σκατένια νύχτα της 7ης Ιουλίου, 1993.

Η Mia είχε βγει έξω από νωρίς και, όταν άρχισε να βραδιάζει, πήγε και βρήκε τους φίλους της σε ένα μπαρ. Κατά τη 01:00, έχοντας πιει τις μπυρίτσες της, αποφάσισε να ξεκινήσει για το σπίτι της που βρισκόταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Αφού χαιρέτησε και φόρεσε τα ακουστικά της, βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να περπατάει ακούγοντας μουσική. Λίγες ώρες αργότερα, μια περαστική βρίσκει το σώμα της πεταμένο στη διασταύρωση δύο πεζοδρομίων. Οι αρχές σπεύδουν αμέσως στο σημείο και ανακαλύπτουν πως κάποιος είχε θεωρήσει πολύ καλή ιδέα να τη σπάσει στο ξύλο, να τη βιάσει και να τη στραγγαλίσει. Μάλιστα, το πτώμα είναι τοποθετημένο προσεκτικά σε στάση εσταυρωμένου, γεγονός που προσθέτει λίγη ακόμη παράνοια στην εικόνα. Η Mia ήταν 27.

Το επόμενο πρωί, αστυνομία και κοινότητα του Seattle προσπαθούν να αναμετρηθούν με το χάος της είδησης και ξεκινούν ένα μαραθώνιο, συλλέγοντας όποια πληροφορία μπορεί να οδηγήσει στον υπεύθυνο. Τα πρώτα στοιχεία δεν είναι σε καμία περίπτωση επαρκή. Πάνω στο άψυχο σώμα υπάρχουν όλα τα σημάδια της κακοποίησης, όμως μόνο ένα μικρό δείγμα σάλιου θα μπορούσε να δείξει τον ένοχο. Οι μέρες περνούν, η ανάλυση του DNA δε φέρνει αποτελέσματα και η εξάπλωση της τραγωδίας κάνει και τις γύρω περιοχές να κινητοποιηθούν. Αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη απορία, πέραν του φρικτού γεγονότος, είναι ότι η Mia περιγράφεται από όλους σαν ένα συμπαθέστατο κορίτσι, ιδιαίτερα χαμηλών τόνων εκτός σκηνής, που το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να παίζει μουσική και να προσφέρει στην κοινότητα στην οποία ανήκε.

Οι μέρες συνεχίζουν να περνούν, γίνονται μήνες και το 1993 δίνει τη θέση του στο 1994. Οι εναπομείναντες Gits, όπως και οι στενοί φίλοι της μπάντας, αδυνατούν να προχωρήσουν με τη ζωή τους. Η αγριότητα του εγκλήματος επιβάλλει κάποιου είδους εξιλέωση, ή έστω μια εξήγηση στα επαναλαμβανόμενα «γιατί». Τίποτε από τα δύο δε θα έρθει. Το πρόσωπο της Zapata γίνεται σύμβολο μιας καταπιεσμένης εφηβείας, που ακόμη και ο θάνατός της δε βρίσκει δικαίωση. Και, όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, σιγά-σιγά η καχυποψία έρχεται να δώσει τη χαριστική βολή στην όποια αλληλοστήριξη υπήρχε μέχρι τότε στη σκηνή του Seattle. Οι πάντες αρχίζουν να υποψιάζονται το διπλανό τους και όσοι τύχαινε να γνωρίζουν προσωπικά τη Mia υιοθετούν μια πρωτόγνωρη εσωστρέφεια, θρηνώντας και περιμένοντας να ακούσουν νέα από την αστυνομία.

Η υπόθεση δε θα γνωρίσει καμία πρόοδο μέχρι και τις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Γύρω στο 2001, αναλυτές της αστυνομίας δηλώνουν στο οικογενειακό της περιβάλλον πως πρόκειται να δοκιμάσουν μια νέα μέθοδο ανάλυσης του DNA μέσω σάλιου, η οποία είναι ικανή να φέρει τα πολυπόθητα αποτελέσματα. Η μέθοδος πράγματι δοκιμάζεται αλλά δυστυχώς αποδεικνύεται ελλιπής. Θα πρέπει να περάσουν άλλα δύο χρόνια, οπότε και οι υπεύθυνοι ανακοινώνουν επισήμως ότι είναι έτοιμοι ν’ανοίξουν την υπόθεση, καθώς, με την αξιοποίηση της τελευταίας τεχνολογίας, βρίσκονται ένα βήμα πριν τη σύλληψη του δράστη. Και κάπου εκεί, το 2003, η ιστορία αρχίζει να παίρνει την πιο ανατριχιαστική της μορφή.

city-14198

Τα αποτελέσματα των αναλύσεων δείχνουν έναν σεσημασμένο Κουβανό, ονόματι Jesus C. Mezquia. Μέσα σε λίγες ώρες, ο Mezquia συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στα κεντρικά της αστυνομίας για ανάκριση. Το παρουσιαστικό του από μόνο του κάνει τις αρχές να στρέφουν το βλέμμα μακριά: ύψος πάνω από δύο μέτρα, διάπλαση κτηνώδης και ένα πρόσωπο άδειο, χωρίς το παραμικρό ίχνος συναισθήματος. Καθ’όλη τη διάρκεια της ανάκρισης, ο Mezquia δείχνει απαθής και αδιάφορος, αδυνατώντας να θυμηθεί κάτι για το συγκεκριμένο βράδυ. Οι ανακριτές αποδίδουν τη στάση του σε δύο τινά: είτε προσπαθεί να το παίξει αθώος, είτε δε θυμάται όντως τι έχει συμβεί γιατί, πολύ απλά, δεν είναι η μοναδική φορά που έχει εμπλακεί σε τέτοιου είδους έγκλημα. Παρ’όλα αυτά, οι ακροάσεις των απαντήσεών του, συνδυαζόμενες μεταξύ τους, δείχνουν ότι γνωρίζει πράγματα που δε θα’πρεπε και ότι, ακόμη κι αν δεν υπήρχε το DNA του στον τόπο του εγκλήματος, είναι ο μοναδικός άνθρωπος που βρισκόταν κοντά στη Mia την επίμαχη στιγμή.

Και αυτό εδώ είναι το σημείο που πονάει. Βάσει του συνόλου των στοιχείων που συγκεντρώνει η αστυνομία έως και τη δίκη του Mezquia το 2004, η Mia φαίνεται πως απλά έτυχε να περνάει από το λάθος σημείο, την πολύ λάθος στιγμή. Ο κατηγορούμενος δεν τη γνώριζε – κατά πάσα πιθανότατα δεν την είχε ξαναδεί – όμως, διασχίζοντας κι αυτός το ίδιο σκοτεινό δρομάκι και μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει, αποφάσισε να περάσει την ώρα του με αυτόν τον τρόπο. Καμία επιπλέον πληροφορία δε βγήκε στο φως της δημοσιότητας και, καθ’όλη την εκδίκαση της υπόθεσης, ο Mezquia παρακολουθούσε στωικά, λες και ό,τι γινόταν αφορούσε κάποιον άλλο, έναν άνθρωπο που φαντάστηκε ότι είναι, χωρίς να αγωνιά για την απόφαση του δικαστηρίου. A dream that you had inside a locked room, a dream about being a person…, που λέει και ο κύριος Cohle.

Στο 06:12, ο Jesus Mezquia ενώπιον της δικαιοσύνης.

Και το ζήτημα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πώς διαχειρίζεται κανείς μια τέτοια πληροφορία. Γιατί, ακόμη κι αν δε γνωρίζεις προσωπικά το θύμα, βλέποντας τη μεγαλύτερη εικόνα κι έχοντας τα λόγια του Cohle κατά νου, τα ερωτήματα που δημιουργούνται είναι πολλά. Για παράδειγμα, στις πόσες τέτοιες, τραγικές ειδήσεις «καίγεται» ο ανθρώπινος εγκέφαλος και κατεβάζει ρολά; Γιατί, τέτοια περιστατικά είναι πλέον τόσο συχνά που σχεδόν τα περνάμε στα ψιλά. Μήπως σε ένα βαθμό έχουμε γίνει όλοι λίγο Rustin Cohles και δεν το παραδεχόμαστε; Από την άλλη, αν τελικά οι άνθρωποι δεν είμαστε παρά μια αγέλη αποτελούμενη από εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους ζώα, πώς μπορεί να διατηρήσει κανείς την αισιοδοξία του χωρίς να φοβάται το διαρκές survival of the fittest; Και, παρόλο που ο μηδενισμός σαν επιλογή μοιάζει πράγματι εύκολος, αξίζεις να λέγεσαι άνθρωπος όταν τον επιλέγεις; Γιατί αυτό το τελευταίο είναι που δε μου κάθεται καλά. Όσο βολικό κι αν είναι να αποστασιοποιείσαι από την πραγματική ζωή, αν δεν πιστεύεις και σε τίποτα, ποιος ο λόγος να ζεις;

Advertisements

6 thoughts on “Η διακριτική γοητεία του μηδενισμού

  1. Όποτε ακούω μουσική και περπατάω σε σκοτεινό δρόμο, θυμάμαι τη Mia και βγάζω τ’ ακουστικά.
    Επίσης όποτε ακούω τη λέξη μηδενιστής, θυμάμαι το Lebowski και αυτόματα η λέξη μεταφράζεται στο μυαλό μου στο αγγλικό nihilist.
    κάτι δεν πάει καλά με την πραγματικότητά μου.

    πολύ ωραίο whitediesel!

  2. whitediesel, εξαιρετικό κείμενο – ανατριχιαστική ιστορία, ούτε που την θυμόμουν.

    Οσο για τον μονόλογο του Cohle, νομίζω ότι είναι μερικά απ’ τα καλύτερα λεπτά που έχω παρακολουθήσει στην τηλεόραση.

  3. Έξυπνη σύνδεση, απολαυστικό κείμενο και μια ιστορία για την οποία δεν είχα ιδέα…επίσης πρέπει να καθαρίσω το δωμάτιο από την σκόνη, μπαίνει στα μάτια βλέπεις…

  4. Θενκς. Παρεπιπτόντως, το trailer του δεύτερου βίντεο είναι για αυτό εδώ το ντοκυμαντέρ. Έχει αρκετά πλάνα από τα live τους και διάφορες πληροφορίες που δε χώρεσαν:

  5. Παράθεμα: True Detective: το τέρας, ο τύπος με τα σημάδια και ο Κίτρινος Βασιλιάς | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s