Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Ακαδημαϊκόν Τρίπτυχον

Μα σήμερον, ημέραν εορτής της Κωνσταντίνας; Των εικοσιενός Μαΐων; Είναι πάλι χάρμα οφθαλμών. Ω. Με έχει εξαντλήσει ότι δεν έχω καταφέρει εισέτι πλάνο να θέσω, πώς θα την εορτάσω. Επομένως περιορίζομαι να της ζητήσω, πάμε επιτέλους για καφέ ομιλητικόν. Διότι διαισθάνομαι πως δεν έχουμε κατεφέρει να ομιλήσουμε ως οι άνθρωποι πράττουν. Διότι επιθυμώ δώρα να της δώκω εορταστικά. Διότι επιθυμώ να συνομιλήσουμε εκτός ερωτικού περικειμένου, να πούμε για τώρα, για σήμερα, όχι επίπλαστα κοινά παρελθόντα και εύπλαστα κοινά μελλούμενα. Το υπάρχον δυνατό παρόν. Θα τα καταφέρουμε, άλλωστε δεν συναντιόμαστε στην κατεργάρα Φιλοσοφική Σχολή, στις παρυφές του Υμηττού και στις νυμφώδεις πλαγιές του Ζωγράφου. Συναντιόμαστε στο κέντρο. Θα τα καταφέρουμε.

Μα είναι άνοιξη. Κι όταν είναι άνοιξη, η φύση η ίδια επαναστατεί. Σφύζουν γύρω από γύρη τα άνθη. Και θα ήθελες να ομιλήσεις περί πεζών, καθημερινών θεμάτων. Όμως τα ίδια αυτά τα καθημερινά δεν δύνανται να είναι πεζά, μα έμμετρα και αμετροεπώς εις τες αυλές καυλίζοντα. Επομένως; Θα επιτύχει η απόπειρα εν τω μέσω ανθέων μοσχομυριστών; Ζαλίζει τα ρουθούνια μου το γιασεμάκι της, θα καταφέρω να σταθώ ξεμέθυστος στο σήμερά μας και για ετούτο να ομιλήσουμε; Να δούμε.
Της αγοράζω βιβλία δύο: ένα, μεταφράσεις του Καβάφη λατινικές, ποιήματα ερωτικά σε μια γλώσσα νεκρή, ότι η ίδια η γλώσσα της Κωνσταντίνας είναι πολύ ζωντανή και αεί παιγνιδίζουσα με τον συνονόματο Αλεξανδρινό. Σκοπείται της αισθήσεως και εμμένει ηδονικώς. Πράττει καλώς, μα καλώς τύποις και ουχί ουσιωδώς. Διότι έτερον θαρρεί πως είναι η πράξη του καθήκοντος και έτερον το καθήκον την πράξη να εκκινεί. Να σέβεται το Νόμο επιθυμεί. Και Νόμος πάει να πει Λόγος. Δεύτερο, δίγλωσσο με μεταφράσεις καβαφογενών ποιημάτων. Το ένα βιβλίο πορφυρό, ωσάν την φλόγα της καιόμενης κεφαλής μου. Το δεύτερο βιβλίο γκρι, ωσάν την στάχτη της καυθείσας κεφαλής μου.
Την συναντώ στην όχθη του ποταμού που διέρχεται έμπροσθεν του Αγνώστου Στρατιώτου. Ο ίδιος ο Στρατιώτης βήχει ολίγον. “Ξύπνα ωρέ!” θέλει να πει. Αλλά πώς; Και ο ίδιος κοιμάται, κείται μακάριος, αμέριμνος, νεκρός, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Κανείς δεν του δίνει σημασία, ούτε ο ίδιος ο Στρατιώτης δίνει σημασία σε κανέναν. Κοιμάται μαρμάρινος, μαρμαρώνω και κοιμάμαι όρθιος, ξύπνιος, μα διόλου έξυπνος.

“Λευτέρη μωό μου!” λέει ξεψυχισμένα και ψευτοψευδά η Κωνσταντίνα. “Να σου δείξω την Αθήνα κοράσι μου” της λέγω. Λες και δεν την ξέρει. “Να σε πάω σε έναν φούρνο γιομάτο γλυκές λιχουδιές” της λέω και εντόνως την φιλώ, δίνοντας της ένα τριαντάφυλλο. Βαδίζουμε στην αρχή της Ελευθερίου Βενιζέλου. Ή Πανεπιστημίου. Τα πλατάνια της Βουκουρεστίου, πράσινες παλάμες χαιρετούν σκιερώς τον γαλήνιο έρωτά μας. Ενδεχομένως και να με φασκελώνουν αυτές οι πλατανοπαλάμες “όρσε Λευτεράκη”, μα πρέφα δεν παίρνω. Χαιρέτα μου τον πλάτανο.

“Τώρα πάμε! Τώρα!” ανεφώνησε υστερικώς και κτύπησε το σάνδαλο χαμαί

“Τώρα πάμε! Τώρα!” ανεφώνησε υστερικώς και κτύπησε το σάνδαλο χαμαί

Ωστόσο, εις τον κήπον του Νομισματικού Μουσείου εισερχόμαστε και όλα ευωδιαστά είναι. Το ψευδαισθητικόν γιασεμί του αφρολουτρού της ενώνεται με τις ιάσμειες αλέες, ένας κατεργάρης πύλινος Παν θωρεί τα γενόμενα έτοιμος να χιμήξει. “Δύο Καπουτσίνους με πολύ γάλα” λέγει. Θέλω να σκεφθώ δύο μοναχούς γάλα να αρμέγουν, μα. Θέλω να ακροασθώ της ιστορίας που μου αφηγείται η Κωνσταντίνα καθώς καθόμαστε στο παγκάκι, μα. Δεν δύναμαι. Ότι η ανελέητη χείρα της παίζει με τα έσω του μπατζακίου μου. Και ναι, ως παιγνιδίζει, λέγει την ιστορία με τα παγκάκια. Ταυτοχρόνως την θανούσα γιαγιά της πενθεί, δεν ακούω τι λέει. Βουίζουν τα αυτιά μου και την παιγνιδίζουσα χείρα ακούν μόνο.

Τι είναι αυτό Λευτέρη μου; Πωπώ! Γιατί έγινε έτσι κακό; Α, τι πάθαμε!…” μονολογεί η Κωνσταντίνα και απορεί.

“Τι πάθαμε; Άστο κάτω διάβολε και λέγε την ιστορία. Σε παρακαλώ. Καθόσαστε στο παγκάκι και έρχεται ένα περιπολικό. Και εσύ φωνασκείς κατά των αστυνομικών, γιατί;”

Α, θα το φάω ατό! Πού θα το φάω; Α! Κοίτα τι πάθαμε! Πω πω! Πάμε λίγο τουαλέτα, θέλω… πιπί μου και συνεχίζω την μπατσοϊστορία μετά!

“Όχι Τοματίνα! Άστο κάτω και λέγε τι διάολο έγινε με το περιπολικό! ΤΩΡΑ!”

Η Κωνσταντίνα ωργίσθη εκ νέου. Τα μάτια ενθουσιώδη και φλογοβόλα, έσβησαν. Νεφελώδης ο αττικός ουρανός. Σταύρωσε τα χέρια της, μου έτεινε τις γαλλικές σφολιάτες από τον φούρνο “Φάτες, νάτες! Δεν λέω τίποτα! Είναι και γιορτή μου σήμερα και δεν σε νοιάζει! Μμ! Θύμωσα στ’ αλήθεια τώρα! Μία στιγμή στην τουαλέτα σου ζήτησα, τι ζήτησα η γυναίκα;”

Δεν είχα άλλο τρόπο χειρισμού της οργής της. Πλαγίως θεωρών τους του καφενείου θαμώνες, βούτηξα το στήθος το πειρατικόν με το σκουλαρίκι και την ουλή μέσα στου Νομισματικού Μουσείου την αυλή. Φίλησα και υποσχέθηκα πως αν τελειώσει την ιστορία, θα βρούμε αποχωρητήριο ευθύς, ίνα συνέλθουμε ελευθέρως. Το δέχτηκε. Ολοκλήρωσε την ιστορία της, μα ουδέν θυμούμαι, μόνον τον ήχον μίας σειρήνας “ίου ίου ίου” και μερικές συλλήψεις ανηλίκων. Μεταξύ αυτών και το κοράσι μου. Μα κρίμα να μη θυμούμαι την ιστορία.

Μόλις τελείωσε την ιστορία της, σηκώθηκε “Τώρα πάμε!” είπε και κτύπησε το σάνδαλο χαμαί. Πέταξε διαδικαστικά τα λεφτά των καπουτσίνων στο τραπέζι. Πρότεινα ματαίως το σπίτι μου “Δεν προλαβαίνω να πάμε σπίτι σου. Έχω δουλειές σου είπα. Θέλω τώρα. Θέλω να νιώσω” αναφώνησε υστερικώς. Πρότεινα ματαίως το βράδι “Πενθούμε την γιαγιά σου είπα. Δεν θα εορτάσω εκτός και κανέναν δεν θα κεράσω απόψε! Σκέψου πού επιτέλους!” Περίμενα να ενθουσιασθεί με τα βιβλία του Καβάφη, να απολαύσει τους Ίβηρες καβαφογενείς, αλλά πού; “Σκέψου χαζολευτέρη!” επέμεινε κοχλάζουσα.

"Στη Νομική θα έχουν μάθημα βλακάκο"

«Στη Νομική θα έχουν μάθημα βλακάκο»

Σκέφτηκα λίγο την κατάσταση. Εδώ λοιπόν, με την Τοματίνα μου, την Κωνσταντίνα μου, φως εκ φωτός, να ζητά νευραλγικώς έρωτα εδώ και τώρα. Καλό; Κακό; Έδειχνε πόθο, μα και έλλειψη αυτοελέγχου. Θυμήθηκα το ανέκδοτο με το γέρο βαρκάρη και που του ζήτησαν κουλούρι στην μέση της θάλασσας. “Το γαμείς ή δεν το γαμείς κύριε δικαστά; Κουλούρι στη μέση της θάλασσας;”

Ξανακατρακυλήσαμε στην πολύβουη Πανεπιστημίου. Ο κόσμος έτρεχε στις δουλειές του, προβλήματα, δικηγόροι με χαρτοφύλακες, ταξιτζήδες, κουλουρτζήδες, ζητιάνοι και ο Ελευθέριος με την Κωνσταντίνα, τα ύστερα του κόσμου, να μη βρίσκουν πού θα συνουσιασθούν. Διότι η Κωνσταντίνα δεν είχε χρόνο να τον ακολουθήσει εις το σπίτι του, είχε φροντιστήριο και μετά τραπέζι εις μνήμην της θανούσης γιαγιάς. “Πού; Λέγε πού; Δεν σου έκανε στο Νομισματικό! Πολύς κόσμος! Λέγε πού!” ούρλιαξε εκείνη.

“Στη Νομική;” ψέλλισα.
“Θα έχουν μάθημα βλακάκο! Άλλο;”

Με το πάσο του ο Λευτέρης...

Με το πάσο του ο Λευτέρης…

Συνεχίσαμε να προχωράμε. Παραλίγο να πατήσω έναν κοιμώμενο κοπρίτη μπροστά στην Ακαδημία. Κοίταξα ψηλά στον στύλο το Άγαλμα της Αθηνάς με την ασπίδα, έτσι σοφή, τα μάτια λάμποντας και αναρωτιόμουν κατά πόσον ήτο σοφόν αυτό το οποίο επρόκειτο να γίνει. Όχι από ηθικής απόψεως, μα από καθαρά πρακτικής. Δηλαδή τελοσπάντων αυτό το αρπακόλλα γλυκάκι που θα τρώγαμε, δεν θα ήτο καλύτερο σε πιατάκι μικρό σε κάποιο σαλόνι, με όλα τα κομφόρ και την ησυχία μας τελοσπάντων; Αλλά όχι. Ας όψεται το χαστούκι που μου έριξε εκεί εις την οδό Ομήρου η Κωνσταντίνα, ολίγον πρότερον “Μα επιτέλους δεν θα σκεφθείς κάπου;”.

Κοίταξα το άγαλμα ενός παπά εις τα δεξιά του αρχαιοτέρου Πανεπιστημίου της χώρας. Ήθελα να τον βρίσω, μα λάθος έκαμα, μόνον και μόνον επειδή ήτο παπάς δηλαδή τι έφταιγε; Ηρέμησα καθώς είδα τον Ρήγα Φεραίο τον Βελεστινλή εις τα αριστερά του αρχαιοτέρου Πανεπιστημίου της χώρας. “Έσπειρε σπέρμα επαναστάσεως” σκέφθηκα και σταμάτησα δι’ ολίγον το βάδισμά μας, να αναγνώσω την επιγραφή στην βάση του αγάλματος :“Σπέρματ’ ελευθερίης ο Φεραίος έσπειρεν αοιδός, και ο μεν ώλετο φευ. Σπέρμα δ’ έβλαστε μέγα”.

Κοίταξα καλύτερα τις πτυχές της ενδύσεως του Ρήγα. Ω ναι. Στο υφασμάτινα μαρμάρινο ένδυμά του το έβλεπα καθαρά...

Κοίταξα καλύτερα τις πτυχές της ενδύσεως του Ρήγα. Ω ναι. Στο υφασμάτινα μαρμάρινο ένδυμά του το έβλεπα καθαρά…

Κοίταξα καλύτερα τις πτυχές της ενδύσεως του Ρήγα. Ω ναι. Στο υφασμάτινα μαρμάρινο ένδυμά του το έβλεπα καθαρά. Εκεί, λίγο κάτω από την κοιλιά του Ρήγα. Μία πτυχή του ενδύματός του. Ολίγον τι αυθάδικη και επαναστατική. Το σπέρμα της ελευθερίας να βράζει εκ των έσω. Ω καυλωμένε Ρήγα, πόσες ορκωμοσίες και πόσες ανθοδέσμες έχεις δει τόσα χρόνια; Πόσα κοράσια με τις φούστες ανάλογα τα χρόνια, κοντές και κλαρωτές, τις τηβέννους βρωμερές και τα πτυχία τους ρολό να κραδαίνουν ευτυχισμένα τα κοράσια; Ωσάν να απόκοψαν φαλλό και να τον χαίρονται, Ρήγα μου. Ναι. Ω ναι. Ρήγα μου, που το σπέρμα της επαναστάσεως έσπειρες, το βλέπω, το εννοώ: η πτυχή της τηβέννου σου, εκεί, λίγο κάτω από την κοιλιά, πετιέται Ρήγα μου και επαναστατεί. Και το χέρι σου το ζερβό δείχνει το δρόμο: Στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Να κλείσει το τρίπτυχο το της γνώσεως. Ακαδημία-Πανεπιστήμιο-Βιβλιοθήκη. “Φύγαμε Κωνσταντίνα, φύγαμε”.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Metropolis, τεύχος 1047

Θαρραλέοι, διαβάστε επίσης:

Την αρχή των κατορθωμάτων του Ελευθερίου εις το Κιάτον Κορινθίας

Την συνέχεια αυτών

Το τέλος αυτών


Την λύση του Ελευθερίου


Μία ιστορία Δανική


Την επική ιστορία του Γούντι Άλεν, την επονομαζόμενη Γουντιαλενιάδα

Advertisements

4 thoughts on “Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Ακαδημαϊκόν Τρίπτυχον

  1. Εξαιρετικό jackson – πολύ χυμώδες κείμενο…
    Υπέροχο το κλείσιμο του… καυλωμένου Ρήγα – είχαμε κι εμείς ένα άγαλμά του στο λύκειο και τού ‘χαμε αλλάξει τα φώτα (τι μου θύμισες τώρα…)
    Ε κι εκεί που παραλληλίζεις πορφυρό και γκρι βιβλίο, και καπάκι η παράγραφος με άγνωστο στρατιώτη… όλα τα λεφτά…

    • Ψιλοπράματα jackson, απλώς βανδαλίζαμε με μαρκαδόρους τη ρομπ ντε σάμπρ του…
      Ωστόσο, όπως πολύ ωραία το λες στη τελευταία παράγραφο: »το χέρι το ζερβό δείχνει το δρόμο» (εν προκειμένω στην περίπτωση του δικού μας Ρήγα έδειχνε το μπουγατσάδικο της γωνίας – ωραιότατο στέκι για κοπάνες…)

      υγ. »το ψευδαισθητικόν γιασεμί του αφρόλουτρου»: έκφραση που είχε την τιμητική της στο μυαλό μου, κατά τη χτεσινή βόλτα στο σούπερ-μάρκετ…

  2. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Η Χάρτα του Ρήγα | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s