Καλοσύνη αβάσταχτη

pictcities1Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να παραμείνει καλός, όταν όλα γύρω του είναι τόσο ακριβά; Πώς να παραμείνει καλός, όταν η καλοσύνη δεν έχει ζήτηση; Τα ερωτήματα αυτά βασανίζουν το μυαλό της Σεν Τε, της κεντρικής ηρωίδας του «Καλού ανθρώπου του Σετσουάν» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Μάχεται με τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού της, στην οποία αποφασίζει να εμφυσήσει ζωή μέσα από την επινόηση του Σούι Τα, με σκοπό να κατορθώσει να διατηρήσει την αγνότητα στην καρδιά της σε μια κοινωνία με πλεόνασμα αδικίας. Κάθε άτομο από τον κοινωνικό της περίγυρο βλέπει τη στάση της ως αδυναμία και την ίδια ως το τέλειο θύμα προς εκμετάλλευση. Και πράγματι, όσο πιο πολλή αγάπη μοιράζει, τόσο πιο πολλά υλικά αγαθά της ζητούν. Μοιάζει μόνη της απέναντι σε όλους. Στο τέλος, την εγκαταλείπουν ακόμα και οι Θεοί, οι ίδιοι που είχαν κατέβει στη Γη με σκοπό να βρουν καλούς ανθρώπους και να τους ανταμείψουν για τις πράξεις τους. Φεύγουν κατάκοποι, μισόγδυτοι, κατασκονισμένοι, παραιτημένοι απ’ την προσπάθεια να αλλάξουν τις δομές του κόσμου και να επιβραβεύσουν την καλοσύνη ως ύψιστο αγαθό, ενώ η Σεν Τε μένει πίσω να εκλιπαρεί για βοήθεια. Ακόμα κι έτσι, εκείνη είναι διατεθειμένη να δώσει τη μάχη μέχρι τέλους.

15 ολόκληρα χρόνια πάλευε ο Μπρεχτ για να ολοκληρώσει το έργο αυτό, ώσπου, μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αποφάσισε πως ήταν πλέον έτοιμο να το παραδώσει στην κρίση του κόσμου. Παρόλο που το θέμα ήταν επίκαιρο για την εποχή, το γερμανικό κοινό είχε αλλού στραμμένο το βλέμμα του και το αγνόησε. Πέρασαν χρόνια μέχρι να μπορέσει να ανέβει η παράσταση στο Βερολίνο. Η καλοσύνη, όπως σωστά είχε παρατηρήσει ο συγγραφέας, δεν είχε ζήτηση. Τα μηνύματα που μεταφέρει, όμως, άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου και έφτασαν να αντηχούν δυνατά έως τις μέρες μας.

Στην παράσταση που ανέβηκε πέρυσι στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών από την Κατερίνα Ευαγγελάτου, τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Σεν Τε/Σούι Τα κρατούσε η Στεφανία Γουλιώτη. Είχα διαβάσει για την αρτιότητα των ερμηνειών της στο παρελθόν, ομολογώ όμως ότι δεν πήγα προετοιμασμένος γι’ αυτό που θα παρακολουθούσα. Σε όλη την παράσταση ακροβατούσε με μαεστρία ανάμεσα στη φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά της ηρωίδας, μέσω των δύο χαρακτήρων. Ιδιαίτερα όμως στον τελευταίο μονόλογό της, και με σύμμαχο το κείμενο, όπου με σπαραγμό ψυχής συνειδητοποιεί πόσο μόνη είναι, η Γουλιώτη είναι συγκινητική, ανατριχιαστική, δοσμένη ψυχή τε και σώματι στην ερμηνεία, μια απελπισμένη και συνάμα τόσο δυναμική φωνή (τι οξύμωρο!)που σε γραπώνει από τους ώμους και σε ταρακουνάει, τόσο που, όταν τελείωσε η παράσταση και τη συνάντησα στο φουαγιέ, δεν το χωρούσε ο νους μου ότι είχα απέναντί μου τον ίδιο άνθρωπο που πριν από λίγα λεπτά με είχε συνταράξει, να χαμογελάει γαλήνια! Είδα στα μάτια της την κάθαρση, σαν να είχε κολυμπήσει στα πιο βαθιά νερά της ψυχής και τώρα, ολόφρεσκη, αναγεννημένη, είχε αναδυθεί και πάλι στο φως. Εκείνο το βράδυ, την ερωτεύτηκα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s