Ποιος φοβάται τον «λύκο» της Wall Street;

Άλλη μια προσέγγιση στην πολυσυζητημένη ταινία του Martin Scorsese, πώς το προφανές μήνυμα δεν είναι προφανές και πώς ο Νίκος Καζαντζάκης μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα το σινεμά.

 Στον πρόλογό του στον Τελευταίο Πειρασμό, ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει: «Είμαι βέβαιος πως κάθε λεύτερος άνθρωπος που θα διαβάσει το βιβλίο ετούτο, το γεμάτο αγάπη, θ’ αγαπήσει περισσότερο παρά ποτέ, καλύτερα παρά ποτέ, το Χριστό». Βάζουμε εδώ μια άνω τελεία στο δελτίο μας και θα επιστρέψουμε στη φράση αυτή σε λίγο και όχι, μην σκέφτεστε σαχλαμάρες, δεν έχουν καμία σχέση όλα αυτά με τη στάση «σταυρός» του DiCaprio στην παραπάνω φωτογραφία.

Με κάποια καθυστέρηση, ως συνήθως, αποφάσισα τελικά να τον δω το The Wolf of Wall Street, έχοντας νωρίτερα παρακολουθήσει όλο αυτό το debate περί κινηματογραφικής ηθικής που κυριάρχησε για ένα διάστημα στο ίντερνετ, τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων. Σε περίπτωση που κάποιος έπεσε μόλις από τον πλανήτη Άρη και δεν έχει ιδέα για τι πράγμα μιλάω, αναφέρω όσο πιο σύντομα τα εξής: ο Martin Scorsese διάβασε την αυτοβιογραφία του Jordan Belfort, ενός αδίστακτου χρηματιστή των 90΄ς και γύρισε την εν λόγω ταινία προκαλώντας μια θύελλα αντιδράσεων για την επιλογή του: Γιατί να φτιάξει κανείς μια ταινία για αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί να προβάλει την ζωή ενός χυδαίου πλάσματος που κατασπάραξε κάθε ιδέα αγνότητας στο όνομα του εύκολου χρήματος; Γιατί να κινηματογραφήσει την οργιώδη ζωή ενός τύπου που κολύμπησε σε εκατομμύρια βρόμικα δολάρια για να αποδείξει ότι τελικά ΟΚ, εντάξει, ακόμα και αν συγκρουστείς μετωπικά με τον νόμο, έχεις τις ελπίδες σου να την βγάλεις καθαρή; Γιατί να φέρεις στην επιφάνεια την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που ως βασική οδηγία στους υπαλλήλους του έλεγε αυτό:

I want you to deal with your problems by becoming rich.

Από όλους τους ορισμούς του καπιταλισμού, δεν νομίζω ότι έχω ακούσει κάποια φράση που να τον περιγράφει καλύτερα.

Ο Belfort φυσικά δεν κρίνεται λόγω πολιτικής ιδεολογίας. Όχι, καμία σχέση. Ο Leonardo DiCaprio που τον ερμηνεύει είναι αλήθεια προκλητικός. Οι φράσεις του, οι κινήσεις του, το βλέμμα του που γυαλίζει· κάθε μικρή λεπτομέρεια της ύπαρξής του είναι προκλητική. Ο τρόπος που βγάζει (πάρα πάρα πάρα πολλά) λεφτά, ο τρόπος που τα ξοδεύει σε γυναίκες, αυτοκίνητα, σκάφη, πάρτι και (κυρίως) ναρκωτικά είναι, όντως, ένα «αμαρτωλό» πρότυπο και ο γλοιώδης ροκ σταρ της Wall Street μοιάζει να μπορεί να κάνει ό,τι μα ό,τι θέλει. Και είναι τόσο εξοργιστικός που σε κάνει να ντρέπεσαι, να θέλεις να γυρίσεις το βλέμμα σου. Όπως στις σκηνές με τους νάνους τους οποίους προσλάμβανε στα πάρτι του γραφείου βάζοντας στοιχήματα για το ποιος θα τους πετάξει (βλέπε φωτογραφία επάνω) πιο κοντά στον προβλεπόμενο στόχο. Είναι τόσο απωθητικός (και ο ίδιος και οι συνεργάτες του και το γενικότερο κλίμα) που κάπως τρομάζει τον θεατή. Τι είναι αυτό το τέρας; Ετσι κι αλλιώς, η αδυναμία ταύτισης με τον βασικό χαρακτήρα συχνά είναι πρόβλημα. Όπως και η απουσία λύτρωσης, η έλλειψη του αντίπαλου δέους, η ανυπαρξία κάποιου του κλασικού καλού – ακόμα και ο καλός μπάτσος Kyle Chandler στο τέλος το σκέφτεται μήπως τελικά είναι αυτός το κορόιδο σ’ αυτή την ιστορία.

Παρουσιάζεται μια κατάσταση τόσο σιχαμένη ώστε τελικά η ταινία καταλήγει να είναι απολαυστική. Δεν ανακαλύψαμε τον κόσμο σήμερα, έτσι; Το ότι ο Belfort υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους απατεώνες στην σύγχρονη Αμερική και με τη ζωή του ενσάρκωσε την πιο διαστρεβλωμένη εκδοχή του καπιταλιστικού μοντέλου, δεν μπορεί να αφορά την ποιότητα της ταινίας. Μια κλασική σκορτσεζίστικη αφήγηση, μια ενδιαφέρουσα ιστορία, φοβερές ατάκες και μερικά σκηνικά όπου ο DiCarpio μπουκωμένος στα χάπια μεταφέρεται στο Fear and Loathing in Las Vegas – χαρακτηριστική η σκηνή με το τηλέφωνο (φωτογραφία επάνω) όπου παλεύει με τον επίσης «τελειωμένο» Jonah Hill. Βγήκα από το σινεμά χορτασμένος. Διασκέδασα. Α, σημαντικό, παίζει και η Margot Robbie – δεν ξέρω αν μπορείτε να το διαπιστώσετε από την φωτογραφία αλλά η 23χρονη Αυστραλή είναι τόσο όμορφη που έκανε κάποιες σκηνές να μοιάζουν «γελοίες», αν με καταλαβαίνει κανείς:

Τέλος πάντων, στο δικό μου το μυαλό ο «Λύκος» είναι μια ταινία τόσο πολιτική, τόσο ακριβής στο μήνυμά της και τελικά τόσο αντικαπιταλιστική όσο ο Τελευταίος Πειρασμός είναι ένα βιβλίο βαθιά θρησκευτικό. Ο Martin Scorsese αποκαθηλώνει τον Belfort παρουσιάζοντάς τον μέσα από τα δικά του λόγια. Όπως ο Καζαντζάκης εξυμνεί την θυσία του Χριστού μέσα από την πιο «βλάσφημη» ιστορία που γράφτηκε ποτέ. Η αντιστοιχία προφανώς και είναι προβληματική (και δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός ότι ο Scorsese σκηνοθέτησε το 1988 τον Τελευταίο Πειρασμό) αλλά ελπίζω να γίνεται αντιληπτό αυτό που θέλω να πω. Δεν χρειάζεται πάντα μια πολύ καλά τεκμηριωμένη άποψη. Αρκεί ενίοτε μια πολύ καλά δοσμένη ιστορία. Μπορώ να καταλάβω οποιονδήποτε που λόγω στιλ, γούστου, διάθεσης, θέματος δεν ξετρελάθηκε αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τις πολιτικές-ηθικές ενστάσεις.

ΥΓ: τιμή και δόξα στον Shea Whigham (βλέπε Eli Thompson από το Boardwalk Empire) που ως καπετάνιος του σκάφους του Belfort το ρίχνει στη φουρτούνα και το βυθίζει. Καλή δουλειά.

Advertisements

13 thoughts on “Ποιος φοβάται τον «λύκο» της Wall Street;

  1. Δεν το χω δει ακόμα,με ενοχλει η φατσα του ντι καπριο. αλλα τωρα με εψησες και δεν ξερω πως θα αντεξω τη σκηνη με την κακοποιηση νανων.

    • Bellafon, η σκηνή δεν είναι πολύ χειρότερη από τη φωτογραφία που ήδη είδες -αλλά υπάρχει μια άλλη που συζητάνε για νάνους και δεν πιστεύεις ό,τι ακούς, θέλεις να πετάξεις πράγματα στην οθόνη (του σινεμά).
      Θα δυσκολευτείς.

  2. Μπράβο jimmy glass. Αυτό ακριβώς είναι η ταινία. Σοκ από την πρώτη σκηνή της, αλλά είναι απίστευτο πόσο εύκολα συνηθίζεις τη διαφθορά και τη βρωμιά και χωρίς να το καταλάβεις χτυπάς ρυθμικά το στέρνο σου για να ξυπνήσεις το κτήνος μέσα σου… (υπερβάλλω λίγο). Του πάει του Σκορτσέζε ο Ντι Κάπριο (και τούμπαλιν).

    • Γεια σου despina, ευχαριστώ – ναι, την συνηθίζεις τη διαφθορά όπως συνηθίζεις τα περισσότερα (όχι όλα) σ’ αυτή τη ζωή. Πάντως πρέπει να θέλεις και λίγο να το χτυπήσεις το στέρνο σου, δεν γίνεται κι από μόνο του.
      Σκορ+Λεο=LFE

  3. Πόσο διαφέρουν τα γούστα, τελικά. Η ταινία όχι μόνο σαν ταινία δεν μ’ άρεσε, αλλά μήτε και μ’ έκανε να νιώσω όλα αυτά που περιγράφεις. Νιώθω λίγο ένα αναίσθητο γουρούνι η αλήθεια είναι, αλλά η μόνη επίδραση που είχε πάνω μου η ταινία ήταν κούραση και επιθυμία για αλκοόλ.
    Κ σκέφτομαι πως ίσως γι’ αυτό υπάρχουν οι πολιτικές-ηθικές ενστάσεις, τις οποίες δεν καταλαβαίνεις,
    γιατί υπάρχουν και κάποιοι που όλο αυτό θα το δούν μόνο σαν ένα πάρτι στην μεγάλη οθόνη και καλά θα κάνουν κιόλας – άλλωστε πολλοί όταν βλέπουμε ταινίες γουστάρουμε με τα πιο «ανήθικα πράγματα», οπότε, κατάλαβες, αν το «μήνυμα» δεν είναι ξεκάθαρο, τότε παίζουν εύκολα οι παρεξηγήσεις κλπ κλπ.
    Οφού, πάλι σεντόνι έγραψα.

    • Καλά, πρώτα απ’ όλα φυσικά και διαφέρουν τα γούστα όπως μπορεί και να γράφω σαχλαμάρες και να έχω άδικο σε όλα. Ομως, αυτό που λες είναι λίγο σαν την ιστορία με το δάχτυλο και τον ουρανό και νιώθω ότι για κάποιο λόγο επέλεξες να κοιτάς επί τρεις ώρες το δάχτυλο. Με την ίδια λογικά θα μπορούσες να πεις ότι σε μια ταινία για τον Β παγκόσμιο κάποιος θα πει ότι του αρέσει η κυριαρχία και οι κατακτήσεις και θα επηρεαστεί από τον Χίτλερ.

  4. Εγώ ακόμα δεν έχω καταφέρει να το δω. Βέβαια κρίνοντας από το γεγονός πως ακόμα δεν έχω δει ούτε το Χόμπιτ, μειώνονται αρκετά οι πιθανότητες να δω τον «Λύκο».
    Βέβαια, Jimmy Glass, πρέπει να ομολογήσω πως έτσι όπως τα παρουσίασες με έκανες να σκεφτώ μήπως πρέπει να δω τον «Λύκο» αντί για το «Χόμπιτ».
    Και πιστεύω να αντιλαμβάνεσαι πως αυτό είναι πόντος.

    Στο γενικότερο κλίμα τώρα του post, συμφωνώ. Αλλιώς θα λέγαμε πως και το American History X εξυμνεί το ναζισμό, ή ότι οι γοητευτικοτατοι μαφιοζοι του Νονου κινδυνεύουν να γίνουν πρότυπα ελέω Κόπολα.

  5. Δεν ειδα ακομα την ταινια και δυσκολα θα τη δω με βαση το θεμα της αλλα καταλαβαινω το πνευμα του παραλληλισμου σου με τη διαφορα οτι στον Πειρασμο φτανεις ν’αγαπησεις το Χριστο ενω στο Λυκο απ’οτι καταλαβα θα σιχαθεις ακομα και τη φατσα του Λεο? Καλο ακουγεται αλλα πως γινεται να διασκεδασω δυο ωρες αναγουλιαζοντας? Μια δοκιμη θα σε πεισει, πες.
    Παντως μιας κι αναφερθηκε η κουβεντα στον Χιτλερ, πως ειναι ποτε δυνατον να μην νοιωσεις συμπαθεια οταν εχεις τον Bruno Ganz απεναντι? Ευτυχως που ο Ντι Καπριο εχει μισοξεπερασει το μπειμπι φεις ιματζ του. Μηπως ομως θα ταιριαζε πιο πολυ στον μακαριτη τον Σειμουρ Χοφμαν τετοιος ρολος?

    • Aν δεις τη φάτσα του τύπου θα καταλάβεις ότι ο ΝτιΚάπριο ήταν μια χαρά επιλογή. Και παίζει και πολύ καλά. Στο ερώτημά σου «πώς γινεται να διασκεδασω δυο ωρες αναγουλιαζοντας» δεν έχω απάντηση. Η ταινία πάντως τρέχει, έχει και χιούμορ, έχει και αρκετούς καλούς διαλόγους, κυλάει τέλος πάντων πολύ εύκολα. Και τονίζω το εύκολα γιατί δεν είναι δυο ώρες αλλά γεμάτες τρεις…

  6. Πόσταρα τη διεύθυνση των ΝτΒ στο γκρουπάκι των αποφοίτων Παντείου (είμαι κι εγώ ένας απ’ αυτούς, βλέπετε) στο LinkedIn και Jimmy Glass εισέπραξες ένα θετικό σχόλιο για το άρθρο αυτό, οπότε ήθελα να το μοιραστώ μαζί σου/σας. Καλή συνέχεια να έχουμε!
    http://www.linkedin.com/groupItem?view=&gid=45833&type=member&item=5835462761575903233&commentID=5836264474012577792&report.success=8ULbKyXO6NDvmoK7o030UNOYGZKrvdhBhypZ_w8EpQrrQI-BBjkmxwkEOwBjLE28YyDIxcyEO7_TA_giuRN#commentID_5836264474012577792

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s