Ιστορίες του μπαρ

Βρίσκομαι στην Αθήνα μετά από πέντε μήνες απουσίας. Για την ακρίβεια βρίσκομαι στον Πειραιά (αγαπημένοι μου Πειραιώτες αποθεώστε με για τη διαφοροποίηση, οι Αθηναίοι ας σωπάσουν- αστείο για να κερδίσω τους τοπικιστές φίλους-αναγνώστες Ολυμπιακούς). Λοιπόν, στο θέμα μας. Είναι ο Πειραιάς καλύτερος από την Αθήνα;peiraias_limani_1

Όχι, εντάξει δεν είναι αυτό το θέμα μας, αλλά μπορεί κάλλιστα να αναλυθεί στα comments από κάτω και να πάρουν φωτιά τα στατιστικά του πόστ. Ξέφυγα πάλι.

Πειραιάς μετά από πέντε μήνες απουσίας. Πάνω-κάτω δεν έχει αλλάξει τίποτα. Κάποια μαγαζιά κλειστά, μερικά καινούρια ανοιχτά, ένα νέο σουβλατζίδικο και ούτω καθεξής. Αιθαλομίχλη δεν κυκλοφορεί γιατί δεν υπάρχουν πολλά τζάκια ή ίσως γιατί είναι ελάχιστοι αυτοί που βλέπουν Star. Επιστρέφοντας μετά από τόσο καιρό στα εφηβικά μου μέρη, αφουγκράζομαι κάθε λεπτομέρεια, κάθε πρόσωπο και ήχο ψάχνοντας να βρω τη μεγάλη αίσθηση του οικείου, του γνωριμου. Αυτή βρίσκεται πάντα σε ένα στενάκι, μέσα σε ένα μαγαζάκι όπου δουλεύουν οι δύο κολλητές μου και τα πίνουν οι περισσότεροι από τους γνωστούς μου. Όσο και να το έχω απαρνήθει το μέρος αυτό, όσο και αν ξόδεψα τα φοιτητικά και μετέπειτα χρόνια μου στο κέντρο, δις ηζ δε πλέης φορ μη (κάποια στιγμή πρέπει να αποτινάξω  αυτή τη χίπστερ συνήθεια, αγγλικά με ελληνικούς χαρακτήρες- δέχομαι τηλέφωνα από κέντρα απεξάρτησης). This must be the place που λένε και οι Talking heads και ο Sorrentino. Αυτό το μικρό μαγαζάκι έχει χωρέσει τις περισσότερες από τις αναμνήσεις μου και είναι δικαιωματικά ένα από τα (πολλά) δεύτερα σπίτια μου. Γι’αυτό και πάντα είναι το πρώτο μέρος που επισκέφτομαι (μετά το σπίτι μου). Εντάξει, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, και γιατί οι φίλες μου δουλεύουν συνέχεια και είναι ο μόνος τρόπος να τις δω και να τα πούμε.

Βρίσκομαι, που λέτε, στο καφέ μετά από πέντε μήνες απουσίας και μετά χαράς διαπιστώνω ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Σχεδόν. Αν εξαιρέσεις τις καινούριες μουσικές, κάποιους νέους (στην ηλικία) θαμώνες, κάποιες απουσίες και τα καινούρια κουτάκια σπίρτα, όλα τα άλλα είναι στη θέση τους. Ουφ. Κάθομαι στην καρέκλα μου, που κατά περίεργο λόγο είναι πάντα άδεια σα να με περιμένει, και επειδή οι φίλες μου έχουν δουλειά αρχίζω να κοιτάζω σα χαζή γύρω γύρω και να χαίρομαι μόνη μου. Ψιλή κουβεντούλα με τους νέους (στην ηλικία) θαμώνες και μέσα σε λίγα λεπτά έχω εγκλιματιστεί πλήρως, δεν έλειψα ποτέ, σα να μην πέρασε μια μέρα κτλ. Οι ώρες περνούν ανέμελα, ο καπουτσίνο γίνεται κρασί, τα φώτα χαμηλώνουν και οι συζήτηση από τη ζωή στη Δανία περνάει ευτυχώς στο σινεμά, μουσική, πολιτική. Αυτά τα νέα παιδιά είναι τελικά πολύ ενδιαφέροντα.

944771_1435774069968136_816124353_n

Στο δεύτερο κρασί απομακρύνομαι από τη νεολαία γιατί η συζήτηση αρχίζει να περιστρέφεται γύρω από εξεταστικές, πάρτυ στην ΑΣΟΕΕ και άλλα τέτοια περσινά ξινά σταφύλια.  «Για αυτούς είναι η ζωή», μου λέει η φίλη μου και μου έρχεται να τη χτυπήσω. Αντιπαρέρχομαι την κρίση των 27 και αρχίζω να χαζεύω τον κόσμο- το αγαπημένο μου χόμπι. Καθώς κοιτάω όλους αυτούς  που κάθονται στη μπάρα, μιλούν, πίνουν, τρώνε φυστίκια, κοιτάζουν το κινητό ή βγάζουν φωτογραφίες, μου έρχονται στο μυαλό  τα οικογενειακά τσιμπούσια. Έτσι πάλι, καθισμένοι όλοι γύρω από το μεγάλο τραπέζι ,τρώνε, πίνουν, φωνάζουν, χασκογελούν. Πάντα, κάποιος πίνει παραπάνω, κάποιοι τσακώνονται για πολιτική, άλλος νυστάζει και θέλει να φύγει και οι υπόλοιποι τον δένουν με αλυσίδες για να μη τολμήσει και χαλάσει την παρέα, άλλοι χορεύουν, άλλοι γρινιάζουν γιατί ο dj κόβει όλα τα τραγούδια στη μέση, κάποιοι κάθονται στον καναπέ και μιλούν συνωμοτικά (πάντα μ’άρεσε να κρυφακούω) και η οικοδέσποινα, όρθια,  τρέχει από δω και από κει. Να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Στην περίπτωση, βέβαια, του μπαρ η οικοδέσποινα παίρνει και κανα τιπ για τον κόπο της.

Τελικά, σκέφτομαι, βγαίνουμε έξω από το σπίτι για να «ξεσκάσουμε» και καταλήγουμε να αναπαράγουμε τα ίδια μοτίβα που αφήσαμε μέσα. «Τι τα θες», ακούγεται η φωνή του dj και αμέσως πετάγομαι. Δεν απευθυνόταν σε μένα. «Τι τα θες», επαναλαμβάνω αυτόματα και αφηρημένα. Γυρίζω, πάλι, προς τη νεολαία. Ακούγεται Tom Barman και όλοι υποκρίνονται τους θλιμμένους. Ξέρεις τώρα, έχουν μπει στο mood του κομματιού. Στοιχηματίζω όλα τα tips των φίλων μου ότι αν μετά τους έβαζες Madonna-συγνώμη Daft Punk/Rihanna ήθελα να πω- θα χόρευαν σα τρελά. O dj γελάει αλλά βάζει Waits. Κανένας αιφνιδιασμός. Γυρίζω, προς τα ποτά. Τόσο καιρό εδώ μέσα, θα μπορούσα να σου πω μια ιστορία ξεχωριστή για το καθένα. Δε το κάνω, όμως, γιατί κάποιος διακόπτει τη σκέψη μου. Διψάει. Θέλει νερό. Του δίνω το δικό μου, μην πνιγεί κιόλας. Και,  αφού έσωσα έναν άνθρωπο από σίγουρη αφυδάτωση, βγαίνω έξω.  Όπως τότε, στα οικογενειακά τσιμπούσια, που κλεινόμουν στο δωμάτιο των γονιών μου και έβαζα να δω τη σκηνή στην έρημο, από τη ταινία για τους Doors. Tυχαία, ακούγεται από μέσα το «Soft Parade». Κοιτάζω το άδειο στενό, κάνω μια τελευταία τζούρα και καταλήγω ότι, όσο και αν γκρίνιαζα, κατά βάθος πάντα την έβρισκα με τις οικογενειακές γιορτές. Αχ Αθήνα- Πειραιά μου λείψατε.

Advertisements

3 thoughts on “Ιστορίες του μπαρ

  1. Τα μπαρ της Αθήνας δεν υπάρχουν πουθενά στον κόσμο. Ούτε καν στον Πειραιά. Μου το έχει πει ο Joseph Plateau. Αλλά το καταλαβαίνω και μόνος μου. Ο τρόπος που οι αθηναίοι αντιμετωπίζουν τον Πειραιά είναι συχνά σνομπίστικος. Το έκανα κι εγώ παλιά, δεν το κάνω πια. Εχω εκτιμήσει κάποια πράγματα στον Πειραια, καταλαβαίνω γιατί οι Πειραιώτες δεν αντέχουν να ζήσουν μακριά του αλλά μέχρι εκεί. Τα μπαρ της Αθήνας δεν υπάρχουν πουθενά στον κόσμο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s