H πόλις φεύγει

Πριν το τέλος αυτού του περίεργου έτους, ας μιλήσουμε για κάποιους ανθρώπους ξεχωριστούς που ενέπνευσαν κάποιους από μας (εμένα δηλαδή). Από την Αθήνα στη Δανία και από το Βέλγιο στη Βαρσοβία.

air

Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν και πετούν. Ταξιδεύουν νύχτα-μέρα στους τόπους. Στο Τόπο. Ο κόσμος τους δε μοιάζει με αναγεννησιακή, άπληστη εικόνα. Είναι κολάζ από φωνές. Είναι ψηφίδες αυτοί οι άνθρωποι, σπασμένοι, γεμάτοι γωνίες και ρόζους στα χέρια. Κοιμούνται στα κανάλια του Άμστερνταμ και ξυπνούν στις γοτθικές γειτονιές της Βαρκελώνης. Τα φτερά τους είναι αντένες που κλαίνε για κάποια χαμένη Αθήνα, για τον έρωτα που έκρυψαν κάτω από τη σκάλα ενός ερειπωμένου νεοκλασικού. Τα μάτια τους είναι δύο μεγάλες τρύπες σαν τις ουλές στα κτήρια της Πολωνίας και η ψυχή τους τραγούδι που γλιστρά στα κόκκινα νύχια μιας ποδηλάτισσας Δανής.

Υπάρχουν άνθρωποι που τα βράδια ακούνε ποιήματα και διαβάζουν Chopin. Κάνουν παρέα μόνο με τις αντανακλάσεις γιατί δεν αντέχουν το χρώμα που παίρνει η θλίψη στα ηττημένα βλέμματα των περαστικών. Φοβούνται την ψευδαίσθηση της επιβίωσης.  Τα  πρωινά τους είναι μοναχικά, περπατούν στις στέγες της Πράγας ψάχνοντας ένα σύντροφο, μια λύτρωση, έναν Κάφκα. Τις νύχτες καρφώνουν με δύναμη τη θλίψη στο χέρι, φυλακίζοντας την Ιστορία, τον Πόλεμο, την Ομορφιά. Στις φλέβες τους ρέουν αποσπασματικές εικόνες της Δύσης. Μοιάζουν με αγριεμένα πουλιά υπνωτισμένα από το τραγούδι τηςτων Βαρσοβίας. Όταν καμιά φορά μεθούν, οι αφηγήσεις τους γίνονται κραυγές ενός Τούρκου ιμάμη και τα λόγια τους σκληρά σαν αφυδατωμένη λάσπη που στα αυλάκια της τρέχουν τα δάκρυα των ποιητών.

Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν και πετούν. Ταξιδεύουν ατέρμονα γιατί δεν αντέχουν άλλο τις θορυβώδεις συνομιλίες και έχουν ξεχάσει από καιρό τον ήχο τις ασφάλτου. Ζωγραφίζουν στα χέρια τους εικόνες- μια παραλία, ένα ξεθωριασμένο αμάξι, τη θάλασσα, τις πέτρες που κάποτε τους φιλοξένησαν, την αγκαλιά μιας γυναίκας ξένης, τη μυρωδιά του καμένου τσιμέντου, την ηδονή της μπογιάς πάνω στο νωχελικό τοίχο. Είναι άνθρωποι που ζουν ελεύθεροι, χωρίς βαλίτσες. Μόνη τους αποσκευή τα κατακερματισμένα χαμόγελα που κάποτε τους ανέθρεψαν. 

 

Υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι που πετούν πάντα ψηλά και κοιτάζουν τα κτήρια να πέφτουν και τις πόλεις να φεύγουν.


«Στις νύχτες συχνά θυμάμαι

Ν’αγαπώ και να θαυμάζω κάτι που με τρομάζει»

Μ.Ν.

η πολ

«Η πόλις φεύγει»

Μάρκος Καραγιάννος, Μάνος Νικολάου

εκδόσεις Νησίδες

 

«

Advertisements

One thought on “H πόλις φεύγει

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s