Αρχαϊκόν Μειδίαμα

Μία ειρηνική ηρεμία, πριν των Περσικών πολέμων. Αλλά δεν θέλω πια να μάθαινω τίποτε. Fuck this shit. Αυτή είναι ο Ερμής ο κλέφτης, δεν είναι Κόρη.

Smile

The nose had been broken short. The hair was done in a fillet, with two side-pieces. But the power of the fragment was in the face. It was set in a triumphant smile, a smile that would have been smug if it had not been so full of the purest metaphysical good humor. The eyes were faintly Oriental, long, and as I saw, for Conchis put a hand over the mouth, also smiling. The mouth was beautifully modeled, timelessly intelligent and timelessly amused.
«That is the truth. Not the hammer and sickle. Not the stars and stripes. Not the cross. Not the sun. Not gold. Not yin and yang. But the smile.»
«It’s Cycladic, isn’t it?»
«Never mind what it is. Look at it. Look into its eyes.»
He was right. The little sunlit thing had some numen — or not so much a divinity, as a having known divinity — in it; of being ultimately certain. But as I looked, I began to feel something else.
«There’s something implacable in that smile.»
«Because a star explodes and a thousand worlds like ours die, we know this world is. That is the smile: that what might not be, is.» A long silence. Then he said, «When I die, I shall have this by my bedside. It is the last face I want to see.» John Fowles, The Magus

(τηλεφώνημα από το Νέο Μουσείο Ακρόπολης)

Έλα ρε μαν. Ιωάννης εδώ. Ναι, γάμα το Ιωάννης. Τζόν. Δεν θα το πιστέψεις τι μου συνέβη. Για την γλώσσα. Γαμώτο. Συγγνώμη που σε παίρνω τέτοια ώρα, θα κοιμάσαι κιόλας. Ρε αλήθεια συγγνώμη. Δεν το πιστεύω ότι είμαι τόσο ιδιώτης, τόσο πώς το λέτε; Βλάκας. Ναι, βλάκας. Μπήκα στο Θέατρο του Διονύσου. Ξέρεις πόσο μου αρέσει που μιλάτε ελληνικά εσείς, την ίδια γλώσσα που μιλάγανε αυτοί εδώ που κάνανε το θέατρο πρώτοι. Να, είχα χαθεί στις σκέψεις όταν βγήκα από το Θέατρο και περπατούσα εις την οδό Λυσικράτους εις την Πλάκα. Και σκεφτόμουν ότι ίσως εκεί ένα απόγευμα περιπατούσε ο Σοφοκλής ευτυχισμένος μετά από μία νίκη εις τα Εν Άστει Διονύσια. Ναι, ήξερε ο Σοφοκλής ότι τη νίκη την καρπώνονταν οι χορηγοί, αλλά ήξερε και ότι το δικό του όνομα θα έμενε. Είχε γνώση της δημιουργίας του. Του Οιδίποδα Τυράννου. Και είχα που λες καυλώσει στην σκέψη αυτή. Ήθελα να μιλήσω ελληνικά. Να ασκηθώ στην γλώσσα τη νέα, όλο αρχαία μιλώ.

Αλλά έρχεται this guy, really friendly πολύ φιλικός μου λέει “Parli italiano?”

Αλλά έρχεται this guy, really friendly πολύ φιλικός μου λέει “Parli italiano?”

Αλλά έρχεται this guy, really friendly πολύ φιλικός μου λέει “Parli italiano?” και είναι Ιταλός, από την Μπολόνια μου λέγει. Και του λέγω ότι και ο πατέρας μου είναι Ιταλός, αλλά μεγάλωνε στο Νιου Τζέρσεϋ. Και δεν τον γνώριζα πολύ καλώς γιατί χώριζαν με τη μητέρα μου νωρίς. Και λέγω, δεν βαριέσαι, θα ασκήσω τα Ιταλικά μαζί του. Και αρχίζουμε να μιλούμε τα.
Ο τύπος έχει μακρύα μαλλιά και είναι πολύ φίλος, μου λέγει ιστορίες από τη Μπολόνια και γελάει δυνατά. Επιμένει να με δίνει έναν καφέ στο μαγαζί του και αρχίζω να τον ακολουθώ. Δεν προσέχω πολύ πού περιπατούμε. Βλέπω ότι είμαστε στην οδό “Καρυάτιδων” και σκέφτομαι την μία Καρυάτιδα που είδα φέτος την άνοιξη στην Γαλλία και θέλω πολύ να ανέβω. Να δω και τις άλλες εις την Ακρόπολη άνω. Σταματώ λίγο. “Θέλεις να πηγαίνουμε πάνω;” τον ρωτώ. Αλλά ο Ιταλός φίλος μου επιμένει “Vieni vieni vieni!” Θέλει να με δίνει καφέ και να μου γνωρίζει τους φίλους του. Μιλώ μαζί του Ιταλικά, ήθελα να μιλώ ελληνικά, αλλά είναι εντάξει. Στρίβει σε μία μικρή οδό, δεν θυμάμαι ποία. Κάπου κοντά μου δείχνει το Μουσείο Ακροπόλεως με πολύ καμάρι. “E il piu moderno del mondo!” φωνάζει. Θέλω να του λέγω έκανες λάθος στα Ιταλικά, αλλά δεν το λέγω. Είναι λίγο περίεργο ότι ομιλάει λάθος στα Ιταλικά, αν είναι Ιταλός εκ της Μπολόνια. Αλλά δεν βαριέσαι. Θα ομιλάνε οι άλλοι καλύτερα αυτού λέγω.

Φτάνουμε εις ένα σκοτεινόν μπαρ. “Caffeteria” μου λέγει. Αλλά είναι δηλαδή πολύ σκοτεινό το μπαρ. Μιλάμε πολύ πολύ Ιταλικά, του λέγω περί του πατέρα μου. Αυτός μου λέγει περί της Αθήνας. Να πας εκεί και εκεί και εκεί. Να δεις αυτό, για ποτό να πας εις τον φίλο μου αυτόν και τα τοιαύτα. Τι θα λάβεις; Λαμβάνω έναν εσπρέσσο doppio και ομιλάμε Ιταλικά. Του λέγω είμαι διδακτορικός φοιτητής της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας και μου αρέσει και η μοντέρνα Ελλάδα. Από την Αμερική είμαι. Του λέγω πήγα στη Ρωσία και εμάθαινα τα ρωσικά καλώς, αλλά είναι καιρός που τα μίλησα με κάποιον. “Aspetta aspetta!” μου λέγει. Και περιμένω.

Φέρει μία φίλη του ομού, την Σβετλάνα. Είναι Ρωσίδα μου λέγει. Χαίρομαι πάρα πολύ που θα μιλώ τώρα τα ρωσικά. Θέλω να μαθαίνω ξέρεις, έξω από την τάξη. Street talk, smart talk. Τη γλώσσα της οδού; Πώς το λέτε; Τη γλώσσα του δρόμου. Την αυθεντική, χωρίς την βιβλίον. Ο Ιταλός μου λέγει “Τζον, αυτή είναι από την Αγία Πετρούπολη!”. Ενθουσιάζομαι, κάθιζε της λέγω. Μου δίδει την χείρα της. Καθίζεται εις την καρέκλα του μπαρ.

Μου δίδει την χείρα της. Καθίζεται εις την καρέκλα του μπαρ. I wanna hold your hand.

Μου δίδει την χείρα της. Καθίζεται εις την καρέκλα του μπαρ. I wanna hold your hand.

Είναι μέγας. Όχι, όχι δεν είναι εύμορφος. Είναι μεγάλη και γηραιά και κουρασμένη. Μου λέγει δουλεύω καθαρίζουσα το πρωί με τις χλωρίνες και μετά εδώ. Αλλά τώρα είναι πρωί, πώς δεν δουλεύεις την ρωτώ. Γελάει. Το χαμόγελό της είναι ζαρωμένο, βαμμένα χείλη κόκκινα πολύ. Ως γραία. Φοράει ένα φόρεμα παλαιό και τα μαλλιά της είναι ξανθά δυνατά. Βόστρυχοι άνευ τάξεως, μπερδεύτηκα πολύ. Ε, μπερδεμένα τα μαλλιά πολύ θέλω να λέγω. Ομιλώ με την Σβετλάνα στα Ρωσικά και είναι πλάκα. Μιλούμε για τον Ντοστογιέφσκι, δεν ξέρει πολύ αυτόν, μου λέγει.

Να πιω ένα ποτό; με ερωτάει. Να πιεις, της λέγω. Παίρνει σαμπάνια. Μου είναι περίεργο ότι πίνει σαμπάνια το πρωί πρωί, αλλά δεν ερωτώ γιατί. Μου αρέσει μόνο ότι παίζω έτσι τις γλώσσες, ότι μιλάω σήμερα στην Αθήνα τα ρωσικά και κάνω άσκηση τα Ρωσικά μου. Τα θυμάμαι λίγο πιο καλά. Η Σβετλάνα έπινε ταχέως την σαμπάνια και μετά γελάει πολύ και πίνει δευτέρα σαμπάνια και τρίτη. Μιλούμε πολύ, δεν θυμάμαι τι λέγουμε. Κοιτώ την ώρα και είναι αργά.

Πρέπει να φεύγω τους λέγω. Πόσος είναι ο κατάλογος τους ερωτώ. Γελώσι. “Άλλο εννοείς”. Και ο Ιταλός μου δίνει έναν τρελό λογαριασμό. Εκατόν πενήντα ευρώ, λέγει. Τα ποτά της κυρίας. Δεν πληρώσω τα ποτά της κυρίας του λέγω. Και τότε αρχίζει να φωνάξει σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω. Ούτε ελληνικά είναι, ούτε ιταλικά, ούτε ρωσικά. Δεν καταλάβαινω τίποτα. “Αν δεν πληρώνεις, θα φέρνω αστυνομία” μου φωνάζει ελληνικά. Η Σβετλάνα του λέγει “Μαλάκας είσαι, μαλάκας” και φωνάζουν. Μου πιάσει το χέρι σφιχτά “Αγόρι μου, μην είσαι χαζός” λέγει “έλα να την βρούμε”. Δεν καταλαβαίνω τι θέλει να βρίσκουμε μεσημέρι κάτω από της Ακρόπολης. Έχω τρομοκρατηθεί. “Άστονα!” φωνάζει ο Ιταλός και σπρώχνει το χέρι της. Μου δείχνει το χέρι του “Εκατό πενήντα ή ξύλο” he screams “Εκατό πενήντα τώρα!” και μου δείχνει μία απόδειξη.

Ξαφνικά δεν είναι φίλος μου, αλλά ένας που φωνάζει και δεν ξέρω γιατί. “Ξύλο θέλεις;” με απειλεί. Ξαφνικά δεν έχω όρεξη να ασκώ τα ελληνικά μου, ούτε τα ρωσικά, ούτε τα ιταλικά. “Είμαι φοιτητής διδακτορικός” του λέω “μαθαίνω τα ελληνικά, δεν έχω πολλά λεφτά!” τον ικετεύω. “Ωρέ εκατό πενήντα ή πέθανες!” φωνάζει και βάζει έναν χοντρό να κλείνει τη γυάλινη πόρτα του μπαρ. Φοβάμαι πολύ. Ο χοντρός έρχεται πάνω μου. Πετάω είκοσι ευρώ στο μπαρ και τρέχω προς την πόρτα. Ο χοντρός γελάει. Σπρώξω την πόρτα και τρέξω έξω. Ξέχασα κάτι ; Δεν ξέρω. Κρατώ στα χέρια τον χάρτη της Αθήνας. Πάνω λέει “Smile”.
Μπαίνω βιαστικά σε ένα υπερ μάρκετ. “Τι θέλετε;” με ερωτά μία γραία. “How can I help you?” με ερωτά ξανά. Δεν θέλω ουδέν, βγαίνω εις τον δρόμο. Τρέχω. Έχω χαθεί. Κοιτώ τον χάρτη. Κάπου με κόσμο. Στο Μουσείο. Τρέχω. Κατεβαίνω τις σκάλες, ζαλίζομαι, άνω εις την τζάμια, κοιτώ την αρχαίαν πόλιν κάτω από την τζάμια. Δεν θέλω να μάθαινω ουδέν. Τρέχω εις την ρεσέψιον. Ένα εισιτήριον. “Student?” Ένα εισιτήριον της ξαναλέγω. “European Union or…?” Ένα εισιτήριον ξαναλέγω τρίτην φοράν. Λαμβάνω το εισιτήριον και βαίνω μέσα.

Τώρα κοιταώ την Κόρη εδώ. Έχει ταύτον το χαμόγελο που λέγομε ημείς “αρχαϊκόν μειδίαμα”. Μία ειρηνική ηρεμία, πριν των Περσικών πολέμων. Αλλά δεν θέλω πια να μάθαινω τίποτε. Fuck this shit. Αυτή είναι ο Ερμής ο κλέφτης, δεν είναι Κόρη. Το μειδίαμα είναι ειρωνικόν χαμόγελον. Γελάει μαζί μου. “Τι βλάξ είστε κύριε Τζον” μου λέγει. Με περιπαίζει. Συγγνώμη ρε μαν. Τρελάθηκα σου λέω. Πώς το έπαθα αυτό; I’m such an idiot.

Advertisements

2 thoughts on “Αρχαϊκόν Μειδίαμα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s