Για τόλμα! Κότα!

Υπάρχει πρόβλημα. Αναζήτηση του ρετρό, αναδιατύπωση, ρεμίξ, DIY ή ό,τι άλλο μας καυλώνει· μιας και κανείς δε θέλει να ονοματίσει το όραμα που βγήκε αληθινό, ας το κάνω εγώ, και θα πάρω τη ρετσινιά πάνω μου. Όσο θα γκρινιάζω, θα ετοιμάσω και ένα φαγητό, που δεν πουλιέται στην Ελλάδα γιατί δεν πουλάειΞεπουπουλιαστείτε, η ματαιοδοξία της επανάληψης δεν είναι νέο. Δεν είναι είδηση. Δεν είναι εξέλιξη.

Kotes3

Για να μην με στενέψουν οι εκδότες, θα μαγειρέψω πρώτα και θα χολώσω αργότερα. Αλλά δε θα είμαι χαριτωμένος τελικά. Πώς μαγειρεύουμε λοιπόν όταν έχουμε τα νεύρα μας;

Μπαίνω στο χασάπη. Τον ρωτάω αν έχει κοτόπουλο χωρίς να του πω καλησπέρα. Ξεκινάει η εμπορία του και το μόνο που ακούω είναι οι λυγμοί ενός μικροπωλητή και όχι η περηφάνια ενός τίμιου προμηθευτή. Βγαίνω απ’το μαγαζί του και βρίσκω αυτόν που είναι κρεοπώλης και χασάπης ταυτόχρονα. Το κοτόπουλο είναι χοντρόπετσο και δε μυρίζει περίεργα. Ο χασάπης είναι χοντρόπετσος και δε μυρίζει περίεργα. Φοράει πουκάμισο. Με κοιτάει ίσα και φλογίζει το πτηνό με περισσή μαγκιά. Τον σταματάω όταν πάει να πάρει το μπαλτά. Ξέρω τι θέλω να κάνω φίλε. Απλά χρέωσέ με τα δέοντα, γιατί το καλό το πράμα κοστίζει. Η κότα είναι κι αυτή ζώο, και αν είναι να είμαστε ζωοφάγοι, πρέπει να πληρώνουμε ακριβά την αμαρτία μας.

Τα υπόλοιπα τα αγοράζω μέσα σε μια εκστατική κατάσταση, με παραμορφωμένο πρόσωπο από το θυμό. Γαμώ τα υπουργεία μου, που είναι το λεωφορείο; Τι θες ρε οδηγέ; Δε σου κάνει η φάτσα μου πάνω στην κάρτα; Κωλολεμόνια, καθίστε μέσα στη σακούλα! Ε ναι, έτσι όπως πάει ο παλιόβλαχος ο ζευγολάτης, τι περιμένεις;

Kotes2

Σπίτι. Κι άλλες αγγαρείες. Θα ξεμπερδέψω κάποια στιγμή.

Όσο τα πιάτα στραγγίζουν (και χρησιμοποιώ λέξεις με -γγ-) αρπάζω το κοτόπουλο, το ξαπλώνω κάτω, βιάζω την αμάρα του με το χοντρό μου μύλο του πιπεριού. Και το περιποιούμαι. Μετά αλάτι μπόλικο. Ο σαδισμός δε σταματά εκεί. Αρπάζω το πόδι και του κόβω το κότσι με δύναμη, μετά του κάνω τρεις χαρακιές στο μπούτι. Τώρα σίγουρα θα ψηθεί στην κόλαση. Τα νεύρα μετατρέπονται αργά αργά σε ερεθισμό. Που είναι το κωλολέμονο? Α να. Το βάζω να βράσει. Ρίχνω λάδι στο τηγάνι. Κρεμμύδια, πιπεριές, σκόρδο, σύγκλινο. Κάτι λείπει, κάποιο κενό μέσα μου με προστάζει να προσθέσω την υπερβολή. Τι όμως; Κάνω μια βόλτα μέχρι το μπάνιο. Ψάχνω κάτω απ’ το μαξιλάρι μου. Με πιάνει κρίση. Τυφλωμένος τρέχω στο ψυγείο, αφροί στο στόμα μου, αδειάζω τη φέτα, τις λιαστές και τη μουστάρδα μέσα στο τηγάνι. Η κορύφωση πλησιάζει και με μουδιασμένες τις αισθήσεις μου αρπάζω το βραστό λεμόνι μέσα από την κατσαρόλα, το χώνω βαθιά μέσα στο κοτόπουλο. Ένα χαμόγελο γράφεται στα χείλια μου και ένα γουργούρισμα ανεβαίνει από το λαιμό μου όσο στουμπώνω τα περιεχόμενα του τηγανιού μέσα στο ζώο. Κλείνω την κωλοτρυπίδα του με μερικές οδοντογλυφίδες και τη φιλάω απαλά. Τώρα δε θα φύγει τίποτα.

Τι μένει; Δεν έχω τελειώσει ακόμα και νιώθω κάτι να φουσκώνει μέσα μου. Μια πείνα, μια λύσσα. Η μυρωδιά του καμένου πλημμυρίζει τα ρουθούνια μου και ξέρω ότι είμαι κοντά στην επιληψία. Πρέπει να βρω το σύνδεσμο με την πραγματικότητα. Γρήγορα, αρπάζω την καπνιστή πάπρικα, γδύνομαι, γεμίζω τη χούφτα μου με λάδι και την αδειάζω μέσα. Πασαλείβομαι και ανατριχιάζω καθώς το κρύο και κοτοπουλιασμένο δέρμα της αγγίζει το δικό μου. Όλα γλιστράνε και βάφονται κόκκινα. Είναι ώρα. Θα σε περιμένω στο τέλος. Θα ετοιμάσω τον πουρέ για σένα, να σε σκεπάσει και να σε συνοδεύσει. Θα μείνω δίπλα σου, θα το περάσουμε κι αυτό μαζί. Και όσο ακόμα υπάρχει ζέστη στο κορμί σου, θα σε φάω, θα σε πάρω μαζί μου στην αιωνιότητα.

Ξυπνάω κάθιδρος, με τη μυρωδιά του καπνιστού στα ρουθούνια μου. Αναρωτιέμαι αν είναι κι αυτό σύμπτωμα κάποιας εγκεφαλικής δυσλειτουργίας. Όχι, είναι κάτι από την κουζίνα. Πλησιάζω το φούρνο, η μόνη πηγή φωτός στο χώρο. Και εκεί, βλέπω το όραμα. Ένα σύμβολο οικογενειακής ζεστασιάς, ηρεμίας και σιγουριάς σβήνει τον εφιάλτη από το μυαλό μου και με καθησυχάζει. Προφανώς, είμαι πολιτισμένος. Ποιος άνθρωπος θα διέπραττε τέτοιες βαρβαρότητες; Αστείο βέβαια. Κοίτα πόσο όμορφα χορεύει το λίπος πάνω του. Τραγανό φαίνεται, ζουμερό κιόλας. Ατμοί ξεφεύγουν από την κοιλότητα του θώρακα. Αχ, μαγειρική. Κι εσύ μας ξεχώρισες από τα ζώα. Κομμάτι της τεχνολογίας, της προόδου. Της εξέλιξης.

Kotes1

Αργότερα γύρισε η αφέντρα μου και με ανέκρινε σκληρά για το χάλι που βρισκόταν η κρεβατοκάμαρά της. Δεν έχω ιδέα γιατί τα σεντόνια και τα εσώρουχά της μύριζαν καπνιστή πάπρικα.

Με τούτα και με κείνα, το πιάσατε το νόημα, όσοι έχετε την ευαισθησία. Δεν πρόκειται περί συνταγής, ούτε περί διηγήματος, ούτε περί φάρσας. Είναι η σκληρή διαχρονική αλήθεια. Και η κλίμακα της ξεκινά από το μποζόνιο και φτάνει στη νιοστή διάσταση της οντολογίας. Μέσα από μια κότα. Μην είστε κότες. Just dare!

Advertisements

3 thoughts on “Για τόλμα! Κότα!

  1. Ερχομαι να προτείνω δε, αφού απήλαυσα δεόντος την ακροβατούσα με την pulp παράνοια ιστορία, το γνωστό ποίημα του Τσαρλς Μπουκόφσκι «Η νύχτα που γάμησα το ξυπνητήρι μου»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s