Κάστρα και Πολιορκητές

Παιδικές θύμησες, ένα παιχνίδι πιο παιχνίδι από τα άλλα για ατέλειωτες μοναχικές διαδρομές και πως μια κουκουβάγια μπορεί να κάνει τα κόκαλα του Φρόυντ να κινούνται στον γεμάτο υγρασία τάφο του.

Πάτα στην εικόνα: η καλύτερη διαφήμιση για παιχνίδι ever

Πάτα στην εικόνα: η καλύτερη διαφήμιση για παιχνίδι ever

Ο συμπαντικός κανόνας λέει: Κάποια παιχνίδια είναι παιχνίδια που είναι πιο παιχνίδια από τα άλλα. Ένα εξ αυτών, για τις ηλικίες που ακόμα παίζεις όπως γουστάρεις χωρίς ζάρια και κανόνες και περιορισμούς, υπήρξε αναμφισβήτητα το περιβόητο «Κάστρα και Πολιορκητές». Εγώ όντας ένα μονόχνοτο, μοναχικό ή μοναδικό (η ιστορία θα το κρίνει) και έκδηλα αντικοινωνικό  αγοράκι προτιμούσα τη σιγουριά των παιχνιδιών. Γιατί εκεί έξω, στο Μεγάλο Τρομερό Κόσμο της Γειτονιάς, δεν ήξερες ποτέ τι κακό μπορεί να σε βρει.

Έτσι, ότι συνέβαινε στο πατρικό μου στη Νέα Σμύρνη, η μοναξιά μου δηλαδή με μόνη συντροφιά τα παιχνίδια και το VHS,  το ίδιο και το αυτό συνέβαινε και σε ένα σπίτι που νοικιάζαμε στην Ανάβυσσο με σκοπό τον παραθερισμό –εγώ, οι γονείς μου, τα ξαδέρφια μου, οι θειοι μου, η οικοσκευή μας, οι γιαγιάδες, το σκυλί και τα άπειρα καναρίνια μας. Ήταν ένα περίεργο σπίτι, διώροφο, με 40 σκαλιά που οδηγούσαν σε μια παλιού τύπου αυλή με παρτέρια, γεμάτη κισσούς και αμπέλια και περικοκλάδες –ένα όρθιο αρχιτεκτονικό λάθος με άλλα λόγια. Ένα μικροσκοπικό εκκλησάκι στα δεξιά, που είχε κτίσει με τα χέρια του «ο Γιατρός» και ιδιοκτήτης του σπιτιού, ήταν φρεσκοασβεστωμένο πάντοτε αλλά out of limits. Η μάνα μου ήταν πεπεισμένη πως εκεί φώλιαζε το ασκέρι από αρούρια του αγρού που κάνανε πραγματικό πάρτυ πάνω στα κλαδιά. Στο δεύτερο όροφο έμεναν εκείνος, η επίσης γιατρός αλλά βρωμιάρα γυναίκα του και οι δύο του κόρες.

Εκεί αφού αναγκαστικά, για λόγους συνήθειας, κάθε μέρα έπρεπε να πάμε στην παραλία και να κολυμπήσουμε, ευτυχώς τα απογεύματα –μετά τον αναγκαστικό ύπνο- ήταν ελεύθερα για να τα αξιοποιήσω όπως νόμιζα καλύτερα. Μένοντας μακριά δηλαδή από τα παιδιά της γειτονιάς, τα φωνακλάδικα παιχνίδια τους και την παιδική χαρά. Εγώ έβλεπα βίντεο –και ο ήλιος έδυε μέσα από τις πέτρινες αψίδες του σπιτιού που ένας Θεός ξέρει γιατί υπήρχαν.

Το καλοκαίρι στο οποίο θα αναφερθώ όμως συνέβησαν δύο σημαδιακά γεγονότα: Αρχικά την πρώτη μέρα που μπήκαμε στο σπίτι, αφού καθαρίσαμε την άπειρη βρωμιά που είχε ως trademark, οι γονείς μου είδαν έναν περίεργο μαύρο όγκο να κουνιέται μέσα στο τζάκι. Μετά το αρχικό σάστισμα κατάλαβαν πως ήταν μια κουκουβάγια. Το κακόμοιρο πτηνό ψυχορραγούσε, ήταν στα τελευταία του. Η μάνα μου κατάφερε να την σηκώσει και να την βγάλει έξω. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως έπεσε μέσα από την καμινάδα –εικάζουμε όλοι όμως, μέχρι σήμερα, πως λογικά την είχε χτυπήσει κάποιος κυνηγός. Από αυτούς τους γελοίους, τους ικανούς να χτυπήσουν ακόμα και καρδερίνα σε κλουβί ελλείψει άλλου στόχου. Τελικά, για να μην τα πολυλογώ, η κουκουβάγια ξεψύχησε και η φιλόζωη μάνα μου με τον θειο μου την έθαψαν στην αυλή.

picture_4Το δεύτερο ήταν πως στον εφτά χρόνια μεγαλύτερο από μένα ξάδερφό μου κάποιος είχε πάρει δώρο το «Κάστρα και Πολιορκητές». Εκείνος δεκατεσσάρων και «παιδί της γειτονίας» δεν γούσταρε να κλείνεται μέσα. Με έβαλε (ανόρεχτα) να μάθουμε να το παίζουμε και ενώ εκείνος βαριόταν, εγώ μόλις είχα ανακαλύψει τη δικιά μου Αμερική. Ανυπομονούσα να ξεκουμπιστεί να φύγει, να πάει να παίξει με τους φίλους του. Μετά ήταν όλο δικό μου, δικό μου, δικό μου. Έστηνα τις φιγούρες ξανά και ξανά, καταστρώνοντας μεγαλειώδεις πολιορκίες που συνήθως είχαν κακό τέλος για τους ήρωες. Αυτό μου δημιουργούσε μια αίσθηση προσμονής, εάν χάνανε οι καλοί υπήρχε ελπίδα για κάτι καλύτερο, ενώ εάν κερδίζανε απλά θα ήταν βαρετό. Νομίζω δε πως η ταύτισή μου με το παιχνίδι, τους πύργους του, τους στρατιώτες, τους καταπέλτες, τις φωτιές που έβλεπα στο μυαλό μου, τα τέρατα που ξεπηδούσαν από τις καταπακτές και τις τεράστιες κοτρώνες που τσάκιζαν κολώνες, ψυχές και μεσίστιες σημαίες μου δημιούργησε νευρώσεις και μια μακάβρια έλξη για τον πόλεμο που μέχρι σήμερα δεν ξεπέρασα. Πραγματικά εκείνα τα χρόνια έβλεπα άπειρα όνειρα και οράματα αντίστοιχης θεματικής. Βέβαια, υπήρχε και εκείνο το όνειρο όπου εγώ έσωζα μια νεαρή Κινέζα από σίγουρο βιασμό, αλλά πραγματικά αυτό δεν ξέρω από πού προέκυψε. Ξέρω όμως πως το να παίζεις μόνος σου «Κάστρα και Πολιορκητές» ήταν χίλιες φορές καλύτερο από το να παίζεις με άλλους.

Νομίζω πως το μεσαιωνικό αίσθημα που έβγαζε αυτό το λατρεμένο παιχνίδι σε συνδυασμό με τον καλό, χρηστικό και πάνω από όλα διαδραστικό του σχεδιασμό σου έδινε στιγμές καθαρής χαράς. Μια χαράς όπως ένα καλό αστείο, ένα όμορφο απόγευμα που θυμάσαι ή το κοίταγμα, στα κρυφά, μιας μεγαλύτερης από εσένα γυναίκας να γδύνεται. Έτσι οι πύργοι του, οι πολεμίστρες και τα στρατιωτάκια του με έκαναν, διαβάζοντας το εμβληματικό για τη λογοτεχνία του φανταστικού “Gormengast” του Mervyn Peake,  να νιώσω στο πετσί μου τον χαρακτήρα με τον όνομα Lord Sepulchrave. Καθώς οι κουκουβάγιες του πύργου του ορμούσαν και τον κατασπάραζαν ζωντανό –χαρίζοντάς του αυτό που επιθυμούσε πιο πολύ.

Advertisements

13 thoughts on “Κάστρα και Πολιορκητές

  1. Εχω παίξει κι εγώ Κάστρα και πολιορκητές, όχι φανατικά όμως. Αν και ήμουν όπως κι εσύ κλασική περίπτωση αντικοινωνικού παιδιού που προτιμούσε το ατομικό παιχνίδι στο σπίτι από το να βγει έξω. Αυτές οι πληροφορίες αποτελούν λαχείο στα χέρια κάθε ψυχαναλυτή. Οταν έρθει η ώρα πάρε μια εκτύπωση αυτού του ποστ μαζί σου.
    Κατά τ’ άλλα είσαι σε φοβερή φόρμα jorn, άλλο ένα εξαιρετικό κείμενο.

  2. Τι ωραία η περιγραφή του σπιτιού και τι κρίμα η κουκουβάγια 😦 Νοστάλγησα παιδική ηλικία και καλοκαιράκι με το κείμενό σου Jorn. Όσο για τους βιασμούς, κάτι έχει ο αέρας της εξοχής. Εγώ κάθε καλοκαίρι στο χωριό έβλεπα όνειρα φρίκης με πτώματα. Μάλλον ήταν αντίδραση της ψυχούλας μου στην απόλυτη γαλήνη και τα τιτιβίσματα.
    Όσο για το κάστρα και πολιορκητές, το είχαμε, αλλά δεν ήξερα ότι είχε κανόνες. Ίσως το είχαμε κληρονομήσει από μεγαλύτερα ξαδέλφια και δεν υπήρχε πια το κουτί; Ίσως οι κανόνες ήταν βλακεία και γι αυτό παίζαμε με δικούς μας; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι είχαμε περάσει άπειρες ώρες παίζοντας ήρεμα με τον αδελφό μου, κατί που γενικά δεν ήταν εύκολο να συμβεί. Επίσης, εγώ ήθελε πάντα το μπεζ κάστρο.
    Πολύ το χάρηκα το κείμενό σου, να ξέρεις.

  3. Και στο δικό μας σπίτι είχε μπει κουκουβάγια (απ’ το ανοιχτό παράθυρο μάλλον). Ξυπνήσαμε ένα πρωί και τη βρήκαμε να πετάει στο σαλόνι. Για πολλά χρόνια υπήρχαν σημάδια στους τοίχους από τα χτυπήματά της. Η δικιά μας έζησε.

    πολύ ωραίο κείμενο Jorn!

  4. επίσης μέχρι τώρα δεν ήξερα ότι αυτό το παιχνίδι λέγεται κάστρα και πολιορκητές, δεν ήξερα καν ότι είναι παιχνίδι με κανόνες κλπ. Είχα μόνο κάποια κομμάτια του (δεν ξέρω που τα είχα βρει) και έπαιζα (κι εγώ μόνη μου) χωρίς κανόνες. Ωραία ήταν.

  5. Ευχαριστώ το φιλοθεάμον κοινό μου (πάντα ήθελα να το πω αυτό) για τα καλά του λόγια.
    Να διευκρινίσω κάτι μόνο: όντως, αν θυμάμαι καλά, το «Κάστρα και Πολιορκητές» δεν είχε κανόνες. Αυτό που αναφέρω πως ο ξάδερφός μου ήθελε να μάθει/μάθουμε πως παίζεται σωστά πάει περισσότερο στο να βρούμε ένα pattern τρόπου παιχνιδιού -μιας, και όπως είπαμε, κανόνες δεν είχε.

    Υγ= Δόξα και τιμή σε όλα τα αντικοινωνικά παιδιά του κόσμου.

  6. Παράθεμα: The Sopranos Hijack ή πως η σειρά «καταλήστεψε» το Goodfellas του Martin Scorsese | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s