Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Η Μεγάλη Τετάρτη της Απελπισμένης στο Κιάτο (Ο Νυμφίος και η Νυμφομανής)

Και ο Ελευθέριος συνέχιζε τα λεγόμενά του. Ίσως και να μην άκουγα κανονικά πλέον. Έχω την εντύπωση πως αποκοιμήθηκα
μπροστά από το Σπουδαστήριο Κλασικής Φιλολογίας, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος.

«Λευτέρη, θέλεις να παντρευτείς;» με ερωτά το Τοματινάκι.

«Γενικότερα;»

«Ειδικότερα! Βλάκα!» και με χτυπά.

«Ως τώρα έχουμε γευματίσει φορές πέντε στο σπίτι μου και τα πιάτα κάθε φορά τα πλένω εγώ. Και κάθε φορά μαγειρεύω εγώ. Και βασικά καλά τη βγάζω κι έτσι…»

«Ναι! Λέγε! Τέτοια φαλλοκρατία από εσένα δεν την περίμενα, λέγε!»

«Έχεις πιάτα πολλά να πλύνεις ως του γάμου το κατώφλι να διαβείς. Μα θες;»

«Λελέλη, εγώ θέλω να κάνω οικογένεια»

«Η αυτοδιάθεση του σώματος, κοράσι μου, είναι ελευθερία»

«Με πιάνει αηδία με αυτά που λες Λελέλη» μου κραίνει η Τοματίνα και σηκώνεται απότομα από πάνω μου, ενώ η καφετιά της μπότα με κλωτσά στο γόνατο και γέμει τινασσόμενη τα μάτια μου με άμμο. Δεν βλέπω την τύφλα μου. Καλά, και να μην υπήρχε άμμος, δεν θα έβλεπα, αλλά λέμε τώρα.

«Κοράσι μου, πλάκα έκανα. Μα τον θεό, έπαιζα!» αποπειρώμαι ματαίως, μα ειλικρινώς. Πεισμώνει. Ψευτοθυμώνει.

«Σε αγάπησα πολύ ενωρίς Ελευθέριε…» μονολογεί. «Κι εσύ… εσύ… τίποτε…» κλαίει. Μην μου κλαις, έλα μου, μην κλαις κοράσι μου, έλα, σε αγαπώ μέσα και έξω, εντός, εκτός και επί τ’ αυτά, εφαπτόμενη γωνία μου εσύ, μη και κλαις και θα σε κάνω κύκλο ομόκεντρο (βήχω, δεν το λέω, διεγείρομαι έτσι που κλαίει). Το γιασεμάκι παύει τον κλαυθμό και τον οδυρμό και την κρατώ απ’ το χέρι καθώς φεύγομε απ’ την παιδική χαρά. Σωπαίνουμε γαλήνια και πάλι.

Το Κατάστημα

Το Κατάστημα

Ένα οίκημα ξεπροβάλλει στης παράκτιας οδού τον διάβα. Έχει το Κιάτο μέρη και μέρη. Της λέω μια στιγμή, μισά αγχωμένος που δεν έχω άλλα μισά αγχωμένος την ηθική της καντιανότητα μη θίξω πως έχω καταφέρει να μαζέψω ένα πενηντάρικο και πως θα ήθελα… να ξεκουραζόμαστε σε ένα ξενοδοχείο για λίγο πριν φύγουμε. Μόλις το λέγω, εννοεί και βλάκα με κραίνει, πώς έτσι ασυλλόγιστα ένα πενηντάρικο να κατασπαταλήσω θέλω επειδή επιθυμώ και ας δούμε τι είναι αυτό το κτήριον, λέξι προερχόμενη από το εντευκτήριον. Εγώ έχω ήδη εννοήσει τι είναι, τους δωρικούς κίονες θωρώντας και την αρχαιοελληνικά γραμμένη επιγραφή, μα ακροώμαι το κοράσι να αναγνώθει καθώς κοιτάμε το παράκτιον κτήριον

«ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ! Πάμε μέσα!» μονοφωνασκεί ενθουσιασμένη η Κωνσταντίνα «Μπορεί να βρούμε κανέναν φθηνό πίνακα ζωγραφικής να τον βάλουμε στο σπίτι μας!» και αρχίζει τις σκάλες να ανεβαίνει. Κάτι σκάλες ΝΑ σαν αυτές της Σχολής μας, φίλε.

Μα ποίον πίνακα ζωγραφικής εικαστικό μου κοράσι; Εγώ έχω δει πως το Ε δεν είναι έψιλον, μα Δ, ένα Δέλτα δηλούν ευθαρσώς περί της μη εικαστικής φύσεως του καταστήματος του Κιάτου. Φυσικά και πρόκειται για Δικαστήριον. Μα η Κωνσταντίνα εισβάλλεις στο κτήριον προσμένουσα να θωρήσει κάποιον Νικηφόρο Λύτρα ή κάποιον ξεχασμένο Πικασσό.

προσμένουσα να θωρήσεις κάποιον Νικηφόρο Λύτρα ή κάποιον ξεχασμένο Πικασσό.

προσμένουσα να θωρήσεις κάποιον Νικηφόρο Λύτρα ή κάποιον ξεχασμένο Πικασσό.

«Τι είναι εδώ μέσα;» με ρωτάει η Τοματίνα και πορφυρίζουν από περιέργεια οι παρυιές της. Εν τω μέσω του χώρου και έναντι της θύρας της κεντρικής, μαρμάρινη κλίμαξ οδηγεί σε έναν αθέατο άνω όροφο. Το όλον εσωτερικόν του κτηρίου αναδύει μιαν ατμόσφαιρα παλαιού νοσοκομείου, με τους τοίχους ξεχασμένους σε ένα γαλανό γκρί, ωσάν τον ουρανό τον εαρινό σήμερα. Μα νοσοκομείο δεν είναι. Εν αγαλματίδιον αρχαιοελληνικής εμπνεύσεως με μία γυνή που κρατά μια ζυγαριά κι έχει τα ομμάτια της δεμένα και την τύφλα της δεν βλέπει είναι ικανό να λύσει κάθε απορία. Μα η Κωνσταντίνα δεν έχει καταλάβει ακόμα.

«Κοίτα εδώ» της λέω και τραβώ μια βαριά, παλιά ξύλινη πόρτα, ισάξια μουντή και γαλανή με τον τοίχο. Κοιτάζει μέσα. Έντονο φως και μία αίθουσα. Μια κλειδωμένη αίθουσα δικαστηρίου. Ξύλινα τα στασίδια των ακροατών, σιωπηλό κενό εδώλιο του κατηγορουμένου, στο βάθος η έδρα του Δικαστού και των κατηγόρων. Δεν βλέπουμε άλλες λεπτομέρειες. Μία φωνή ακούγεται αχνά στο βάθος της σκάλας και σαν ηχώ. Μία γυναικεία φωνή.
Πηγαίνουμε ενθουσιασμένοι στην δεξιά αίθουσα του Δικαστηρίου. Εδώ, ω ουρανοί, έστιν δίκης οφαλμός ος τα πανθ’ ορά.

Είναι ξεκλείδωτα. Και εν τέλει η φωνή δεν ακούγεται από εδώ, αλλά από τον πάνω όροφο. Αλλαχόθεν, τώρα πόθεν; Σημασία έχει να ανακαλύψουμε τον χώρο.
Μπαίνουμε. Το πεδίο των παιδίων και τον πονηρών αιδοίων είναι ελεύθερο. Καθόμαστε αρχικώς στων ακροατών τα στασίδια. Τον πιστεύετε δεσποινίς τον κατηγορούμενο;

Μα όχι βέβαια κύριε μου, είναι φως φανάρι πως εμοίχευσε εν πλήρει διαυγεία.

Σαφώς, μα δεν δύναται τις να σφάλλει στιγμιαίως;

Επουδενί Κύριέ μου, ότε τον δέουν όρκοι αγνοί ωσάν τους δικούς μας.

Φιλί, αυλαία, και άλλοι ρόλοι.

«Να υπερασπισθώ την θέσι μου;»

«Να υπερασπισθώ την θέσι μου;»

Στου Κατηγορουμένου το Εδώλιο κάθομαι και ενάγων κατ’ εμού η Κωνσταντίνα. Αγορεύει: «Σε μιας στιγμή παραφροσύνης, κύριε Δικαστά, σε μία στιγμή ασίγαστου πάθους και ανηκέστου νοητικής βλάβης ο φερόμενος ως δράστης έπνιξε στο αίμα τον αθώο σκύλο του, τον πιστό του φίλο. Μετανόησε; Μετανόησε. Μα οι πράξεις δεν σβήνονται με μετάνοιες κύριε Δικαστά!»
«Να υπερασπισθώ την θέσι μου;»
«Όχι κύριε κατηγορούμενε, πρώτον οφείλει να αγορεύσει η υπεράσπισις υμών, εις μνήμην του σκύλου» Φιλί, αυλαία, άλλοι ρόλοι.
«Κράτα τσίλιες γιασεμάκι μου, θ’ ανέβω στην θέση του Δικαστή. Κατηγορούμενη εσύ τώρα!» της λέγω. Πατώ πάνω στο παλιό ξύλο και τρίζει. Μα δεν αγχώνομαι. Ούτε εκείνη. Όπως γυρίζω όμως το βλέμμα προς τα στασίδια του κοινού, θωρώ το κρυμμένο: μια τεράστια βιβλιοθήκη στον τοίχο ακριβώς απέναντι από το ημικύκλιο εδώλιο του κατηγορουμένου. Οι ρόλοι εγκαταλείπονται γι’ άλλη φορά. Και η Κωνσταντίνα και εγώ διακαώς επιθυμούμε τα βιβλία του Κιάτου να δούμε, να αναγνώσουμε και τα του Δικαστηρίου να μάθουμε. Ένα βάδισμα κι ένας χτύπος τακουνιών ακούγεται απ’ έξω. Σιωπή! Κουκουβίζουμε στη γωνίτσα μπροστά στην βιβλιοθήκη. Φιλιόμαστε συγκρατημένα, μα ένοχα, καθώς κάποια ακούγεται να προσεγγίζει φωνή θήλεος.

Τα ατίθασα τακούνια ακούγονται για λίγο ακόμα. Ταπ ταπ ταπ με μία μοναστηριακή πειθαρχία στον ρυθμό. Ύστερα το βάδισμα μοιάζει να απομακρύνεται. Κοιτώ από την χαραμάδα της παλαιάς ξύλινης θύρας της δικαστικής αιθούσης και ίσα που βλέπω σκιάς όναρ πόρρω να κατηφορίζει ασφαλώς την μαρμάρινη κλίμακα, σκαλί – σκαλί προς την αιωνιότητα, σκαλί – σκαλί προς την αυλή του Δικαστικού Καταστήματος Κιάτου Κορινθίας.
Ασπαζόμαστε με τη βία που μετράει τη γη, στα γρήγορα, και πάντα ψάχνοντας διότι την ελευθερία πάντοτε πάμε ψάχνοντας, Libertà va cercando, ch’è sì cara, come sa chi per lei vita rifiuta. Και με ασφάλεια το βλέμμα της η Τοματίνα στρέφει μέσα σε μια δίψα παράνομη, προς τα βιβλία της βιβλιοθήκης, Νομικοί Κώδικες, δεμένοι με δέρμα, τεύχη Νομικού Βήματος μαύρα, ιστορικά της Κορινθίας, εταίρες, πατέρες, Παπαρρηγόπουλος, Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, γεια και χαρά σου γέρο, πού πάτε ωρέ παιδιά; Πάμε για να πατήσουμε την Τροπολιτσά. Νομολογίες. Τα τεύχη τούτα τα δεμένα ομοιάζουν κομμάτι πιο ενδιαφέροντα, ωσάν παλαιότερα δείχνουν. Η Τοματίνα κατεβάζει από το ράφι μια Νομολογία της δεκαετίας του ογδόντα. Του Ογδόντα Επτά. «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» μονολογεί και απαγγέλλει πειράζοντας κατεργάρικα το κείμενο της Απολογίας του ειδεχθούς εγκληματία, ώστε να μοιάζει καθαρευούσης: «Είσαι ανίκανος, εγώ πταίω και το σφάλμα δικό μου, ότι σε υπανδρεύθηκα» είπε εκείνη. Εθίχθη ο εγωισμός μου, κύριε Δικαστά. Ότε μου έδειξε αδιαφορία φαρμάκι έσταξε στο νου, ωσάν να μου είχε κάνει τη μεγαλύτερη αδικία. Την έσπρωξα βιαίως, καθώς παλεύαμε ελληνορωμαϊκώς και έπεσε με το όπισθεν της κεφαλής της εις την κάτω γωνίαν της συζυγικής κλίνης. Έμεινε ακίνητος. Ότε συνήλθον, διότι ήμην εν εξάλλω καταστάσει, δεν ήμην εγώ, τα έχασα, απώλεσα τον κόσμον όλον, απώλεσα το κόσμημά μου το ένα και ουδέν εγνώριζα περί του τι ήν δέον πράττειν. Επί ημίσεος ώρας εώρων και ουδέν εγνώριζα, ουδέ εμένα αυτόν ανεγνώριζα. ΟΥΔΕΙΣ θα πιστεύση ότι απέθνησκε εν τω πεδίο της λεκτικής ημών μάχης και του πόθου και…»

Την έσπρωξα βιαίως, καθώς παλεύαμε ελληνορωμαϊκώς και έπεσε με το όπισθεν της κεφαλής της εις την κάτω γωνίαν της συζυγικής κλίνης. Έμεινε ακίνητος.

Την έσπρωξα βιαίως, καθώς παλεύαμε ελληνορωμαϊκώς και έπεσε με το όπισθεν της κεφαλής της εις την κάτω γωνίαν της συζυγικής κλίνης. Έμεινε ακίνητος.

Η Τοματίνα διακόπτει την ανάγνωση απότομα. «Εδώ» μου λέγει. Εννοώ. Έχω κορώσει καθώς διαβάζει. Μα απορώ. «Εδώ;» «Εδώ και παύσε να μιλής!» λέει επιτακτικά, την πάνινη τσάντα της εναποθέτει δίπλα στην ανοικτή Νομολογία του Ογδόντα Επτά. «Δεν έχεις;» με ερωτά. «Έχω γιασεμάκι μου, μα γι’ αυτό μάζεψα και λεπτά, ξέρεις, πώς κάνουν οι άνθρωποι, να ξεκουραστούμε και μετά, να φάγουμε τίποτε…» μα ομολογουμένως την λαστιχένια ένδυση ήδη κρατώ ανά χείρας και ουδέν σκέπτομαι.

Η Τοματίνα την ένδυση αρπάσσει καθώς τα ομμάτια της λαμπυρίζουν υγρά και με ενδύει τακτικώς και δεξιοτεχνικώς και ταχυτάτως. Μα, συμφοιτητά μου καλέ, μη περιγράψω τι και πώς. Λόγια φθηνά θα είναι. Μία – Δύο – Τρεις – Τέσσερις – Πέντε . Τόσες άντεξα να ναι. Τόσες άντεξε και η Τοματινή οι Κιάτειες εισβολές να είναι, όχι περισσότερες. Μα μέσα στις πέντε εισβολές ο χρόνος πάγωσε εντός θέρμης και πυρετού. Η ιέρεια του Πανός σπαρταρούσε όπως οι τσιπούρες στα δίχτυα. Ο χρόνος διεστάλει ωσάν φίδι που το δέρμα του πετά κι αλλάσει όψη για πάντα. Και έτσι όψη αλλάσσουμε εγώ και εκείνη, με τον διεσταλμένο χρόνο να καταπατά τις μεγάλες ώρες, τις μεγαλύτερες μέρες και τις Μέγιστες Τετάρτες.
Τα μάτια μου δεν έβλεπαν. Μια εικόνα θολή, κάπου τα κάγκελα του Δικαστικού Καταστήματος, το κιγκλίδωμα το ξύλινο, τα παράθυρα, ίσως ένα κάποιο πρόσωπο να κοιτάζει από κάπου πέρα. Μπα. Των ώτων τα τύμπανα πάλλονται μανιωδώς, αλήθεια σου λέω, νταούλια και κρόταλα, κουφαίνομαι αδερφέ, η φωνή της Κωνσταντίνας είναι; Στενάζει; Η φωνή της άλλης είναι, της Δικαστού; Μία μεσήλιξ δικαστής ακούεται, αυτή είναι, τα αυτιά μου βουίζουν «Ο εναγόμενος… ο ενάγων… ο εναγόμενος… ο ενάγων… ο εναγόμενος… ο ενάγων» και εισβάλει η μία λέξη μέσα στην άλλη και την αλώνει. Εάλω εάλω η πόλις εάλω θέλω κι άλλο θέλω κι άλλο η Τοματίνα δαγκωμένα λέγει, η Δικαστής όντως ομιλεί, μα σίγουρα όχι στην αίθουσα την διπλανή, όπως την ακούμε, σε κάποια αίθουσα άλλου ορόφου μα ακούγεται μανιακά να επαναλαμβάνει μέσα στα αυτιά μας «ο εναγόμενος… ο ενάγων».

Ο εναγόμενος... ο ενάγων...

Ο εναγόμενος…
ο ενάγων…

Ποιος να δικάζεται Μεγάλη Τετάρτη στο Κιάτο; Μα εγώ ακροώμαι της Δικαστίνας εντόνως, ναι, σα να μιλά στο αυτί μου μέσα ενεργητική μετοχή – παθητική μετοχή εναλλάξ «ο εναγόμενος… ο ενάγων». Βούισμα. Σα να απόμεινε η τηλεόραση ανοιχτή τις ώρες της νυκτός. Σα να εκπέμπεται κάπου ραδιενέργεια. Σα να διαλύεται και να επανασυντίθεται ο κόσμος όλος. Η Κωνσταντίνα στενάζει. Πλαφ. Σκάει το νερό το θαλασσινό στον Κορινθιακό κόλπο. Αρμυρό νερό γιομάτο φύκια. Γαλήνη. Κι η θάλασσα λάδι.

Η Κωνσταντίνα τοματοειδώς έχει δυο χέρια κόκκινα και αναφωνεί «Θεέ μου τι ήταν αυτό» καθώς συνεχίζει να τρέμει. Συνέρχομαι απότομα και απεκδύομαι της λαστιχένιας ενδύσεως. Την δένω κόμπο σφιχτό, ματαιωμένο τέκνο του Δικαστηρίου. Η Κωνσταντίνα εν κλαυθμώ αναβοά και όπως το σώμα της την ψυχήν της σπαράσσει, μέσα σε γαλήνης οδυρμό και ωσάν κάποιος να την κυνηγά (μα πραγματικά κανείς δεν την κυνηγά) «Σώσε με!» κράζει. Από τι διερωτώμαι προς στιγμήν. «Ντροπή όλα αυτά. Αίσχος.» ξαναλέγει και «Σ’ αγαπώ» φωνάζει. Μα είναι ύπουλο, ωσάν να μην μιλάει αυτή και να ομιλώ εγώ και κάθε φθόγγο να εννοώ. Όμως Εκείνος εν τη αιθούση. Να παρακολουθεί τόσην ώρα. Εκείνος. Ο Νυμφίος. Μας θωρούσε τόσην ώρα άνωθεν της Έδρας του Δικαστού. Εν τω μέσο της ημέρας της Αγίας και Μεγάλης. Με το βλέμμα του κυρτό επί δεξιάν. Η Κωνσταντίνα δακρυρροούσα ανασηκώνεται εκ της γονυπετούς στάσεως ικέτιδος. «Αυτό τι να το κάμω;» την ερωτώ καθώς την λαστιχένια ένδυσιν κρατώ.

«Δος μοι το τρόπαιον! Δος μοι το της Νίκης Τροπάριον!» και αρπάσσει από το χέρι μου την ένδυσιν την λαστιχένια.
Έμπροσθεν του εδράνου του κατηγορουμένου ίσταται επί στιγμήν. Τα χέρια της σε σχήμα προσευχητάριον φέρει και προς τον Εσταυρωμένο κοιτά. «Τι κάνεις εκεί;» την ερωτώ. Ωσάν να προσεύχεσαι και τον Νυμφίον θωρείς. Θεός σου φαίνεται. Τοματίνα Θεά φαίνεσαι και εσύ. Φαίνεσαι. Είσαι; Είσαι και φαίνεσαι. Εκείνος κοιτάζει εν τοις ουρανοίς και μία σταγών αίματος στάζει, κυλά από το Στεφάνι της Άνοιξης στο ιδρωμένο Του μέτωπο.

Η Νυμφομανής απέρχεται και Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα.

Η Νυμοφομανής απέρχεται και
Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα.

«ΑΘΩΑ ΡΕ! Αθώα!» φωνασκεί η Τοματίνα και την λαστιχένια πορφύρα, την ένδυση την περικλείουσα τρεις βόλτες φέρνει εναερίως, ωσάν λάσσο, μία μία τις συλλαβές προφέρουσα «Α-θω-α» ξαναλέγει και πετά το προφυλακτικό στα μούτρα της εικόνας. «Ακούς ρε; Αθώα!» Το προφυλακτικό κτυπά ωσάν χαστούκι στο μάγουλο του Νυμφίου. Εκείνος δεν αντιδρά, την άλλη παρειάν γυρίζει, κάπως το πρόσωπο στρέφει. Ίσως λιγάκι να χασκογελά. Εκείνος που εν τοις ουρανοίς θωρούσε, τώρα γελά. Το προφυλακτικό δεμένο κόμπο κομποσχοίνι διαγράφει μια σύντομη πορεία και προσγειώνεται αναιδέστατα στην δερμάτινη επένδυση της πολυθρόνας, όπισθεν της έδρας του Δικαστού, εν τω επαρχιακώ και αναρχικώ Δικαστικώ Καταστήματι του Κιάτου Κορινθίας.

Κατόπιν, μια παιδική χαρά. Αλήθεια. Πάλι στο γύρω γύρω όλοι πάμε. Πάλι στις κούνιες έξωθεν του Δικαστικού Καταστήματος. Ένας Πακιστανός μας κοιτάζει, μα σα να καταλαβαίνει, κοιτάει και φτύνει μοναχά προς την άμμο, δεν πλησιάζει την πραμάτεια του να πουλήσει. Μια παιδική χαρά γιομάτη χρώματα κυριολεκτικώς, και τραγούδια. Είναι ακόμα άνοιξη. Μα ιδρώνουμε. Και το καλοκαίρι έρχεται, ίνα ιδρώσουμε κι άλλο. Το καλοκαίρι. Η απραξία του. Μια ευλογία αισθησιακή και ανελέητη. Με τους αχινούς, κι ένα κοχύλι με ροδισμένα χείλη.

___________________________________________________________________________________________________________________

Διαβάστε επίσης:

Περί Κιάτου και παραφροσύνης

Περί ετέρας προβληματισμένης δεσποσύνης

Περί απροσεξίας

Περί των Φρούτων Ουτοπίας

Περί της στρόγγυλης κυρίας

Advertisements

One thought on “Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Η Μεγάλη Τετάρτη της Απελπισμένης στο Κιάτο (Ο Νυμφίος και η Νυμφομανής)

  1. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Ακαδημαϊκόν Τρίπτυχον | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s