Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Η Μεγάλη Τετάρτη της Απελπισμένης στο Κιάτο Πιάτο

Το πιάνο είχε μία πλουμιστή φουντωτή ουρά. Κατεπλάκωσε τον Ελευθέριο, ως προερρήθη. Ο Λευτέρης καθώς καθόταν έξω από το Σπουδαστήριο Κλασικής Φιλολογίας, δεν τίναξε από πάνω του τις γατότριχες, μα γαλής επιψαύων τριχός συνέχισε να λέει για την Κωνσταντίνα:

Όταν έπεσε πάνω του ένα πιάνο με ουρές, σκέφτηκε το Καβαφικόν: Είν’ η γαλή αντιπαθής εις τους κοινούς ανθρώπους. Μαγνητική και μυστική, τον επιπόλαιόν των κουράζει νουν·  και τους χαρίεντάς της τρόπους δεν εκτιμούν.

Όταν έπεσε πάνω του ένα πιάνο με ουρές, σκέφτηκε το Καβαφικόν:
Είν’ η γαλή αντιπαθής εις τους κοινούς ανθρώπους.
Μαγνητική και μυστική, τον επιπόλαιόν των
κουράζει νουν·
και τους χαρίεντάς της τρόπους
δεν εκτιμούν.

«Τα μάτια της, μαυλιστικά μέσα σε μια κατάφαση γέρνει. Με αγγίζει στους ώμους, στα πλευρά, στο λαιμό και την γεννειάδα μου τραβά τσιμπολογώντας η πιστή Πηνελόπη και η Ήρα του Ζηνός. Μα δεν τσιμπά τις τρίχες μόνον, τσιμπά μέσα, βαθειά στα σωθικά η ευτυχία, δαγκάνει σε μεριές ανίδωτες κι όχι μονάχα στο λαιμό της ηδυπάθειάς της η μανία. Τις μασχαλίτσες της φιλώ, κάτω απ’ το ερεβώδες δερμάτινο μπουφάν της. «Εγώ κι εσύ» μονολογώ ζαλισμένος, μα με την άκρια του ματιού βλέπω!»

«Τι βλέπεις Λευτέρη;» ρωτάω, καθώς ο Λευτέρης έχει καρφώσει το βλέμμα πλάγια και δείχνει προς τον πίνακα ανακοινώσεων, στην είσοδο του Σπουδαστηρίου, κάπως σαν μάντης Τειρεσίας ή σαν απλός παραισθηματίας άνθρωπος. Τα μάτια του σπιθίζουν γκριζοπράσινα, είναι γεμάτος οργή. Δείχνει να έχει μίσος απέναντι σε αυτόν τον πίνακα ανακοινώσεων, ο οποίος καρφωμένος και ανήμπορος, δεν αντιδρά στον Ελευθέριο τον Μαινόμενο.

«Βλέπω! Όχημα σταθμευμένο! Κοίτα!» επιμένει ο Λευτέρης και με τον δείκτη του δεξιού χεριού του δείχνει τον πίνακα ανακοινώσεων «Σταθμευμένο όχημα παραλιακώς και γέρων τις να με θωρεί στων αγγιγμάτων της την θαλπωρή ζεσταμένο. Δεν θέλω να με βλέπει. Δική μου είναι η στιγμή, δική της, δική μας. Όχι ηθικές και αηδίες. Καθαρά θέμα κτήτορος. Δεν θέλω να έχει μερτικό αυτός ο γέρων στις θωπείες μας. Δεν γουστάρω συνιδιοκτησία ρε κωλόγερε. Φύγε ρε. ΤΙ κοιτάς; Φύγε που να σου πάρει. Κοίτα πως γυαλίζει το μάτι του. Κοίτα την ανωμαλάρα. Σπάσε, μπάρμπα. Ουστ. Μα πριν προλάβω να μιλήσω κι όσο βράζω εκ των έσω και έξω σωπαίνω γαλήνια, την Κωνσταντίνα φιλώ και εκείνη κραίνει:

«Αυτό; Τι κάνει; Μου ‘λειψε!» αναφωνεί και δίχως αντίδρασή μου –θέμα χρόνου μηδαμινού, όχι αντανακλαστικών- το χέρι της βρίσκεται στο φερμουάρ μου από κάτω. Κι ένα χλατς αναιδέστατο με φέρνει γυμνό στην παραλία κι η αλμύρα χτυπά μεριές και μέλη μου πορφυρά και με μια θερινή αίσθηση διογκούμενης ντομάτας. Εκδικητικώς, το χέρι μου εισδύει στα άδυτα της αβύσσου της κι η αλμύρα εκεί ν’ αφρίζει έχει πάρει ήδη.
«Δικό μου είναι! Μ’ ακούς; Δικιά μου λαμπάδα ν’ ανάψω την Ανάσταση!» και το παίγνιον αρχίζει η Κωνσταντίνα.

«Κόψε Λευτέρη, δεν θέλω ν’ ακούσω άλλο. Πολυλογείς» του λέω, ότι με έχει κουράσει και έχω να πάω και στο Φωτοτυπείον να χτυπήσω λίγο Αχαρνείς.

«Μα περίμενε. Δεν σου είπα με τον γέροντα τι έγινε. Της τον δείχνω. Και η λαμπαδηφόρος, αντί να σταματήσει, εντονοτέρως να ακκίζεται παίρνει και την λαμπάδα στην αγία φλόγα της εγγύτερον φέρνει.

Και η λαμπαδηφόρος, αντί να σταματήσει, εντονοτέρως να ακκίζεται παίρνει και την λαμπάδα στην αγία φλόγα της εγγύτερον φέρνει.

Και η λαμπαδηφόρος, αντί να σταματήσει, εντονοτέρως να ακκίζεται παίρνει και την λαμπάδα στην αγία φλόγα της εγγύτερον φέρνει.

Σταματά. Μένουμε έτσι, ακίνητοι. Ηνωμένοι πολύ τε ούτως ως ο γέρων τι διαμείβεται να μη ευρίσκεται στο οπτικό του πεδίο. Ούτε η λαμπάδα, ούτε το αιδοίο. Φιλί παρατεταμένο, αναπνέουμε ομού από τις μύτες. Δεν βλέπω τον γέροντα. Δεν βλέπω τίποτε. Δεν με ενδιαφέρει. Ίσα με δέκα λεπτά τα χείλη ενωμένα. Σκέψεις κυλάνε στο κεφάλι μου, το κεφάλι κάνει γλου – γλου ωσάν βραστήρας χοχλακιάζει, το αίμα πάει έρχεται, δεν με γνοιάζει ο γέρων, πνιγμός, πνιγμός, στον σίελο πνίγομαι τον δικόν της και τον εμόν όστις εις υπερσίελος γίγνονται, ένας υπερσίελος, ω πνιγόμεθα και εκείνη και εγώ στον υπερσίελο. Παύση. Ανάσα. Ανοίγω τα μάτια.

Ώχρα ομοιάζει το παραπλανητικόν πλάνον της οράσεώς μου ή κάτι σαν σέπια. Γυρνώ δεξιά ενόσω η Κωνσταντίνα, τούτο εδώ το constant πλάσμα

(λέει ο Λευτέρης καθώς στηρίζεται σε ένα παραταξιακό σταντ, που πάνω έχει μια μισοσκισμένη αφίσα ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ 12 ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΣΥΝ… ΤΙΠΟΤΑ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΝΤ…)

σταθερόν επ’ εμού ακουμβά τα σωθικά να ακροασθεί. Μα ορώ εν ταυτώ.

Ο γέρων. Το όχημα εγκατέλειψε. Προς το σύμπλεγμα των σωμάτων μας πλησιάζει. Αγγίζεται με έναν τρόπο περίεργο. Τα μάτια του γυαλίζουν πρασινοκαφέ. Τα μαλλιά του σχεδόν γκρι, το ξανθό του τσιγάρου και μπερδεμένα. Τα δόντια του κίτρινα και τα μάγουλά του κοκκινωπά σαν χαστουκισμένα οπίσθια. Πλησιάζει και γελά σαρδόνια, καθώς απλώνει τα χέρια ανάερα.

 Ο γέρων. Το όχημα εγκατέλειψε. Προς το σύμπλεγμα των σωμάτων μας πλησιάζει. Αγγίζεται με έναν τρόπο περίεργο.

Ο γέρων. Το όχημα εγκατέλειψε. Προς το σύμπλεγμα των σωμάτων μας πλησιάζει. Αγγίζεται με έναν τρόπο περίεργο.

(«Λευτέρη, Λευτέρη, μην αγκαλιάζεις τον πίνακα ανακοινώσεων, θα σπάσεις τα τζάμια ρε μουρλοκομείο!» του λέω. Μα εκείνος Χριστό.)

-Τοματίνα, αυτός είναι ο ζουλιχτής, θα μας ζουλίξει. Για δες! της λέω. Εισπνέει απότομα ένα «ίιιιι» ξεκολλά από πάνω μου, αρπάζει την τσάντα της με τα ανούσια δώρα μου και τα τσουρέκια τα πασχαλινά και χοροπηδά πάνω στην άμμο.

«Φύγαμε!» φωνάζει ενώ έχει ήδη αρχίσει να βαδίζει προς μια γειτονική στην παραλία παιδική χαρά.
«Δεν έπρεπε να μας συμβεί αυτό το ατυχές συναπάντημα» μου ψιθυρίζει αγχωμένη και στεναχωρημένη.

«Ντρέπομαι». Κι ύστερα αρχίζει παιδικά να τρέχει προς το γύρω γύρω όλοι και μου φωνάζει.
«Γύρνα με! Γύρνα με μέχρι να ζαλιστώ να πέσω!» «Χαζό» της λέω όσο γυρίζει ο τροχός «όχι να ντρέπεσαι. Να λυπάσαι που αλλού δεν βρίσκει ετούτος ηδονή, ναι. Να θλίβεσαι που θέλει να μετάσχει αμέτοχος, ναι. Αλλά όχι να ντρέ-πε-σαι!» οι τρεις τελευταίες συλλαβές μου καθώς σμπρώχνω το γύρω γύρω όλοι και της δίνω μικρά μπατσάκια στον κωνσταντινοκωλαράκο. Όπως γυρίζει το πολύχρωμο σιδερένιο παιγνίδι πηδά πάνω μου και πέφτουμε μαζί χάμω στης παιδικής χαράς την άμμο.

Κούνια μπέλα έσπασε η κουτέλα χύθηκε το γάλα τι θα πει η δασκάλα; Κούνια μπέλα έπεσε η κοπέλα χτύπησε το γόνα και γελάει η παγώνα,

Κούνια μπέλα
έσπασε η κουτέλα
χύθηκε το γάλα
τι θα πει η δασκάλα;
Κούνια μπέλα
έπεσε η κοπέλα
χτύπησε το γόνα
και γελάει η παγώνα,

Τα μαλλιά μου γέμουν κυνών περιττωμάτων, σκυλοσκατά, σκόνη, μα δεν με νοιάζει, γιατί η θεία της φωνή ακούγεται ψιθυριστή στ’ αυτί μου, όπως το ιάσμειο κορμάκι της απλώνεται πάνω μου και λέει

___________________________________________________________________________________________________________________

Διαβάστε επίσης:

Περί Κιάτου και παραφροσύνης

Περί ετέρας προβληματισμένης δεσποσύνης

Περί απροσεξίας

Περί των Φρούτων Ουτοπίας

Περί της στρόγγυλης κυρίας

Advertisements

3 thoughts on “Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Η Μεγάλη Τετάρτη της Απελπισμένης στο Κιάτο Πιάτο

  1. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Ακαδημαϊκόν Τρίπτυχον | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s