Το σαμπουάν της Απελπισμένης

Μέσα στα μαύρα σου κυρά μου τα μαλλιά

Μέσα στα μαύρα σου κυρά μου τα μαλλιά

Βράδυ. Για την Μαριάνθη η νύχτα απεφάνθη. Της άρεσε να λούζεται στα σκοτεινά. Της έδινε μιαν αίσθηση επιστροφής στην κοιλιά της μάνας της τούτη η υγρή ατμόσφαιρα κι η τρομερή αοριστία του σκότους. Και θυμόταν και τον μπαμπά, τότε που την έκανε μπάνιο και πρόσεχε μην πέσουν αφροί στα μάτια και αρχίσει να κλαίει. Όχι πια δάκρυα όμως. Το είχε υποσχεθεί αυτό στον εαυτό της, τώρα που δεν την έλουζε πια ο μπαμπάς. Πόσο την πρόσεχε. Απόψε όφειλε να προσέχει μοναχή της η Μαριάνθη. Στα τυφλά έπιανε το τηλέφωνο κι έριχνε με δύναμη πάνω της το νερό. Στα αναίσθητα και στα ευαίσθητα σημεία. Απ’ το παράθυρο του φωταγωγού έμπαινε διαπεραστικό το φως του φεγγαριού. Ανελέητο σαν μαχαίρι. Να επιφέρει τραύματα στο σκότος κι όσες ελπίδες εκείνο δίνει. Κι απ’ τα σχισίματα να ρέει δίχως οίκτο, ίδια με αίμα η σκοτεινή απελπισία της.

Όχι πια δάκρυα

Όχι πια δάκρυα

Έπλενε τα μακριά, μαύρα και ολόισια μαλλιά της. Μαύρα; Η Απελπισμένη ήξερε καλά πως τα μαλλιά της ήταν καστανά. Πως ήταν σπαστά, πως πόρρω απείχαν του να είναι ίσια. Μα τι να κάνει; Αφού τον Μαλάκα τον Λευτέρη τον έφτιαχναν κάτι τέτοιες ψευδαισθήσεις, τον άφηνε. Και το «μακριά». Η ίδια ήξερε πως τα μαλλιά της ήσαν μακριά σαν καλώδια ηλεκτρικής κιθάρας. Σαν πλοκάμια μυθικού καλαμαριού του Ιουλίου Βερν. Έβλεπε πώς ο Μαλάκας ποθούσε κάθε φορά να της τραβήξει αυτά τα θεόρατα πλοκάμια κάθε φορά που συνουσιάζοντο, μα δεν της έλεγε ποτέ «Τι ωραία μακριά μαλλιά που έχεις». Τάχα μου δεν τον ένοιαζε, ανοήτως και χαζά τα καλούσε «μεσαίου μεγέθους». Προσπαθούσε να μην της ρίξει κομπλιμέντα για να την έχει του χεριού του, μα η Απελπισμένη δεν χρειαζόταν κομπλιμέντα. Αρκούσε να κοιτά το βλέμμα του, κείνο το σπιθίζον βλέμμα του αγριμιού που πεινάει, αλλά δεν μιλάει παρά μουγκανίζει, γρυλίζει σαν το δεμένο σκυλί στην αλυσίδα.

Η Απελπισμένη κοίταξε μια στιγμή το σαμπουάν της, άρωμα γιασεμί. Το χρησιμοποιούσε για να γίνονται λίγο πιο υποφερτά τα μαλλιά της, δεν άντεχε άλλο αυτό το χάλι. Διάβασε την συσκευασία του γιασεμοσαμπουάν «Αποπλάνηση στα Ίσια» υπότιτλος «ΣΑΜΠΟΥΑΝ ΓΙΑ ΙΣΙΩΜΑ» Ποιος είχε αποπλανήσει ποιον σε αυτή την ιστορία; Εκείνη τον Μαλάκα ή ο Μαλάκας εκείνη; Τα είχε ως τώρα καταφέρει καλά να του δώσει την εντύπωση πως την είχε αποπλανήσει εκείνος. Μα ήξερε καλά πως εκείνη τον είχε αποπλανήσει για τα καλά. Ναι, το θύμα έκανε, μα ήταν δολερός και αδηφάγος θύτης η Απελπισμένη. Αλλά ναι, ο Μαλάκας την βοηθούσε στο «ίσιωμα».

Σκεφτόταν προς στιγμήν να του τα πει όλα του Μαλάκα. Να του εξηγήσει ότι στ’ αλήθεια δεν τον αγάπησε ποτέ. Λάθος, όχι δεν τον αγάπησε. Δεν της άρεσε καν. Δεν τον είχε δει. Η αλήθεια είναι πως η Έλενα τον είχε δει μέσα στο αμφιθέατρο, την ώρα που δίνανε μάθημα. Της άρεσε της Έλενας. Μα ντρεπόταν να χιμήξει στο γλυκό. Κι έτσι, ανταγωνιστικά, καπιταλιστικά, ζουγκλοειδώς χίμηξε πάνω στον Μαλάκα η Μαριάνθη, με όλη της την ερωτική πείνα. Μα πώς; Αν τολμούσε να εξηγηθεί, θα έπρεπε να του εξηγήσει επίσης γιατί τα έκανε όλα αυτά. Γιατι τα «σ’ αγαπώ». Πόθεν τόση αγάπη; Καυλόθεν. Διότι δεν μπορούσε να λέει βρωμόλογα, μα μονάχα χριστιανικά επινοήματα, όπως αγάπη, σέβας και τα λοιπά. Έτσι πάνω στην καύλα της. Και πάνω στην πλήξη της. Μα εκείνος, ο Μαλάκας δεν θα καταλάβαινε ποτέ. Ούτε την πλήξη. Αχ, η πλήξη. Θανατερή λέξη. Ανυπόφορη. Χτυπούσε την Απελπισμένη σαν χταπόδι κάθε απόγευμα. Κάθε άνοιξη. Κάθε καλοκαίρι. Πού να καταλάβει από πλήξη ο Μαλάκας;

Ήξερε τάχα πως είναι να κοιτάς το ταβάνι και να εύχεσαι να πέσει να σε πλακώσει; Να θες να μιλήσεις σε κάποιον μα να μη θες γιατί θα ξέρεις πως τις ίδιες μαλακίες θα σου πει σαν απάντηση; Να μην έχεις ανάγκη τίποτε, παρά μόνο να πλήττεις; Να βαριέσαι; Να προσεύχεσαι να είναι τρία τα ραφάκια με τις σερβιέτες κι όχι ένα, διότι, θεέ, κάνε τις σερβιέτες πολλές να κάτσω να τις κοιτάω με τις ώρες, να κουραστώ σκεφτόμενη ποία αρμόζει του αιδοίου μου, να τα ζυγιάσω και να τα μετρήσω- διότι αν μου τις κάνεις λίγες τις σερβιέτες και πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε δύο, θεέ, θα βαρεθώ μετά γιατί θα πρέπει να σκεφθώ- οπότε κάνε μου τις σερβιέτες πενηνταδυο με φτερά, δίχως φτερά, νυχτόβιες, ημερήσιες και υδρόβιες, υδρόφιλες και αιμόφιλες και αιμοδιψείς σεριβέτες, όχι, δεν είναι όλα τα αιδοία ίδια θεέ, το αιδοίον της Απελπισμένης είναι αλλιώτικο, έχει άλλες απαιτήσεις και άλλα στάνταρ, γι’ αυτό θεέ έφτιαξες τις ειδικές σερβιέτες μόνο πρέπει τώρα να το σκεφτώ καλά, να το μετρήσω και να δω επιτέλους τι μου κάνει. Όχι να ακούω τους μαλάκες που λένε ότι όλα τα αιδοία είναι αιδοία. Οι ίδιοι και οι ίδιοι άνδρες, με τις ίδιες ηλίθιες συνήθειες, τα ίδια ηλίθια παιχνίδια, τζόγο και αυτοκίνητα, πόσο έπληττε να τους έχει παρέα σε κάθε στιγμή ηρεμίας της.

Αυτά όλα της έλυνε ο Μαλάκας. Δεν ήταν ένας από εκείνους, ήταν αλλιώτικος, διαφορετικός. Όχι ωραίος, μην τρελαινόμαστε. Απλώς λιγότερο βαρετός. Της θεράπευε τις ακόρεστες ώρες της ανίας. Της έδινε μια αίσθηση πως κάτι κάνει τελοσπάντων. Μα δεν μπορούσε με τίποτε να εννοήσει την πλήξη της Απελπισμένης. «Τυχερέ καριόλη» σκεφτόταν η Μαριάνθη. «Το μόνο ανάποδο που σου έτυχε από συναισθήματα είναι το άγχος. Και αυτό ρε Μαλάκα καταφέρνεις να το κάνεις δημιουργικό. Αγχώνεσαι και κάτι γίνεσαι στο τέλος. Ενώ εγώ; Μόνο πλήττω και κοιτάζω το ταβάνι. Αλλά πού θα σου πάει; Θα δεις τι σου χω.»

Γιατί το αγαπάμε! Καθαρίζει τα μαλλιά βοηθώντας στην αποκάλυψη της φυσικής τους λάμψης.

Γιατί το αγαπάμε! Καθαρίζει τα μαλλιά βοηθώντας στην αποκάλυψη της φυσικής τους λάμψης.

Χάιδεψε το βρεγμένο της κεφάλι, διάβασε στην ετικέτα του γιασεμοσαμπουάν της «ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΑΓΑΠΑΜΕ! ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΒΟΗΘΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΛΑΜΨΗΣ»
Αγάπη… Αγαπάμε έτσι εύκολα το σαμπουάν, ενώ αυτόν που μας πηδάει; Συλλογίστηκε η Απελπισμένη. Και πότε θα γινόταν η Αποκάλυψη του δικού της φυσικού σκότους; Ναι, τα μαλλιά της θα λάμπανε χάρη στο σαμπουάν, μα η μαύρη της ψυχή πότε θα έβγαινε στην επιφάνεια; Μέσα στα τόσα νιαουρίσματα και τα γλυκά παιγνίδια, το ‘ξερε καλά η Μαριάνθη πως δεν του έδινε και πολλά περιθώρια του Μαλάκα να την δει αληθινά. Να του τα πει όλα; Να γυρίσει και να του εξηγηθεί «ΣΤΑ ΙΣΙΑ» όπως έλεγε και το σαμπουάν;

Ότι αγόρι μου εγώ απλώς βαριόμουν και σου την έπεσα. Σε τύλιξα σε μια κόλλα χαρτί γιατί βαριόμουν. Γιατί με έψησε ο ανταγωνισμός. Ναι, μου έδωσε μια αίσθηση καύλας το να πρέπει να σε κερδίσω εγώ και να χάσει εκείνη. Η Έλενα. Κι ήταν τόσο, μα τόσο εύκολο. Έγειρα απλώς το κεφάλι μου και έκλεισα τα μάτια με πάθος. Κι εσύ έπεσες μέσα στη λούμπα. Βουτήχτηκες μόνο σου στο «μέλι» σου, ενώ εγώ απλώς ήθελα να νιώσω ότι μπορώ επιτέλους να κάνω την Έλενα να χάσει. Να χάσει κάτι και να το κερδίσω εγώ. Μικρή σημασία είχε που αυτό το κάτι που έχασε η άλλη ήσουν Εσύ, Μαλάκα. Θα μπορούσε να είναι ένα κερασμένο σφηνάκι στο μπαρ. Να το κερδίσω εγώ και να το χάσει η Έλενα. Αυτό είχε σημασία για μένα, όχι Εσύ, Μαλάκα. Ο πόθος να νικήσω εκείνη, όχι ο πόθος να κερδίσω Εσένα. Εξετάσεις δίναμε, στο αμφιθέατρο ήμασταν, ήθελα να πάρω καλύτερο βαθμό. Όχι μόνο στο γραπτό, μα κι από εσένα. Καταλαβαίνεις;

Φυσικά και δεν καταλαβαίνεις. Πού να καταλάβεις εσύ την πλήξη; Εσύ μόνο αγχώνεσαι ρε πούστη. Σε ζηλεύω έτσι ωραία που αγχώνεσαι. Κάτι κάνεις στο τέλος, κάτι βγάζεις. Εγώ δεν έχω για τίποτε να αγχωθώ. Και να μην κάνω κάτι, θα μου έρθει. Όχι ουρανοκατέβατο, από την γη μέσα έρχεται. Ενώ η Έλενα. Τα ιδιαιτεράκια της τα έχει, την δουλίτσα της την έχει. Ανεξάρτητη. Κερδισμένη. Ε αυτό ήθελα και με Εσένα, Μαλάκα, να κάνω επιτέλους την Έλενα να χάσει. Να ηττηθεί κατά κράτος. Να καταλάβει ότι δεν τα εξασφαλίζει όλα μόνο αυτή, ότι ορίστε κυρία μου, αυτό το τσάκωσα μοναχή μου!

flickr-2383432721-original

Αλλά εκείνη, η διαολεμένη Έλενα! Τόσο υπέροχη και τόσο αυτοδημιούργητη. Όλα όσα θέλει μόνη της τα αποχτά και τα κατακτά. Ενώ εγώ; Εγώ καταδικασμένη σε μια απέλπιδη προσπάθεια να αποδείξω τα αναπόδεικτα, όχι, δεν καταφέρνω να τα βγάλω πέρα μόνη, όχι, είμαι παράσιτό της. Ό,τι θέλει η Έλενα κάνω και ακολουθώ. Πάμε σ’ εκείνη την ταινία; Πάμε. Διάβασες αυτό το μυθιστόρημα- τρέχω εγώ να το πάρω, να μη φανώ ανενημέρωτη. Που να την πάρει! Ορίστε λοιπόν, Μαλάκα, η απόδειξη: Σε βούτηξα από τα χέρια της. Την νίκησα. Λίγο με νοιάζει εσύ τι θα πεις, μα λίγο, μα καθόλου. Σε κέρδισα δηλαδή την έκανα να χάσει . Επιτέλους! Ήταν η σειρά μου, Μαλάκα. Με εννοείς;

Η Μαριάνθη απελπισμένη σαπούνισε προσεχτικά πίσω από τα αυτιά της. Συνέχισε την ανάγνωση της ετικέτας του σαμπουάν. «Μπες στον ΙΣΙΟ δρόμο». Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο περίφημος ίσιος δρόμος; Ο δρόμος της αλήθειας; Μα ποια ήταν η αλήθεια; Η δικιά της αλήθεια ή εκείνη που έπλαθε για τον Μαλάκα και είχε αρχίσει σιγά σιγά να την πιστεύει και η ίδια, να γίνεται γιασεμί κι αγιόκλημα κι όλα τα στολίσματα που της έριχνε ο Μαλάκας, και να φτάνει να ζηλεύει τον ίδιο της τον εαυτό, διότι έβλεπε τον εαυτό της από απόσταση. Έλεγε «Να, εγώ είμαι εκεί και είμαι ερωτευμένη με τον Μαλάκα και αυτός με αγαπάει, τι όμορφη εικόνα» μα ταυτοχρόνως ήξερε πως η ίδια, ως Απελπισμένη ουδεμία θέση είχε εντός της ειδυλλιακής εικόνας, πιο πολύ έπαιζε. Ναι, αυτό έκανε, έπαιζε ένα παιχνίδι κι άφηνε την πλούσια σύνθεση του σαμπουάν να λειάνει τα μαλλιά της και να τα βάλει στον ίσιο δρόμο.

Μπες στον ίσιο δρόμο

Μπες στον ίσιο δρόμο

Θα την καταλάβαινε ποτέ ο Μαλάκας; Όχι μάλλον. Οπότε. «Σ’ αγαπώ» και ηδυπάθεια. Συνέχισε να αναγνώθει την ετικέτα του σαμπουάν «Μπες σε τάξη». Ποια τάξη; Δεν έδειχνε να υπάρχει ελπίδα για τάξη. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τα βράδια ή θα έκανε μπάνιο, με την ελπίδα να αποκοιμηθεί μέσα στην τεράστια σε σχήμα κοχυλιού μπανιέρα ή θα ταβανοσκοπούσε. Ποια τάξη και ποια αταξία; Θυμήθηκε ξαφνικά την φορά που ξύπνησε με ένα στριφτό μυστήριο τσιγάρο στο χέρι καθώς της έκαιγε το δάχτυλο. Κοίταξε τότε το φεγγάρι και το φεγγάρι της φάνηκε ήλιος και όχι μόνο ήλιος, παρά ήλιος καταμεσήμερο –άγρια μεσάνυχτα- ήλιος καυτερός μ’ αχτίνες αδυσώπητες και UVA και UVB και καλά της λέει η μαμά της μη βάζεις Carroten κόρη μου, δεν σε προστατεύει, αλλά της αρέσει της Απελπισμένης αυτό το λάδι γιατί την κάνει και μοιάζει σαν γυφτάκι. Αχ, τα γυφτάκια. Πόσο καλά ένιωθε που τα βοηθούσε. Μα θα είχαν τάχα να πλυθούν εκείνα;

«Μετά το σαμπουάν μου, μείνε πιστή στον δρόμο που χάραξες και ολοκλήρωσε το «έργο» σου με το conditioner Αποπλάνηση στα Ίσια». Πιστή… Όλα αυτά τα γαμημένα τα καταναλωτικά προϊόντα πώς στο διάολο καταφέρναν και τα συνδέαν με χριστιανικές νουθεσίες; Πιστή… Πώς να είναι πιστή η Απελπισμένη; Όχι πιστή στο Μαλάκα, πιστή γενικότερα; Εδώ δεν πίστευε στον εαυτό της, θα κατόρθωνε να πιστέψει σε κάποιον άλλο; Πίστευε μονάχα στο παιχνίδι. Αναστέναξε όπως την χτυπούσε η αχτίδα του φεγγαρόφωτος και γύρισε να το κοιτάξει. Η αχτίδα, σα να κουνήθηκε και να της έπιασε τα μαλλιά, να τα έφερε όντως στα ίσια τους. Έστω, υπήρχε κι ο Μαλάκας. Μια κάποια συντροφιά. Μια κάποια παρηγοριά. Μα απόψε, δίχως συντροφιά λουζόταν.
Το φεγγάρι θέλησε να δει απόψε δίχως συντροφιά• δεν είναι άλλωστε απαραίτητη όταν δε δίνει Μυστήριο. Γι’ αυτό το έδωσε η ίδια. Έγινε το Φεγγάρι ο Έρωτας και έγινε όλα. Την κοίταζε όπως το επίμονο βλέμμα… Ποτέ, όμως, δεν το άγγιξε. Απρόσιτο το Άπιαστο του Έρωτα. Κι έτσι χάρηκε το βραδινό παιχνίδισμα. Απόψε. Χωρίς συντροφιά.
Ξεφύσηξε η Απελπισμένη και τυλίχτηκε στο μόνο πράγμα που την αγαπούσε σε αυτό το σπίτι. Στο παλιό, γαριασμένο μπουρνούζι του μπαμπά της.
______________________________________________________________________________________________________________________

Διαβάστε επίσης:

Περί ποδοσφαιρικών διαστροφών

Περί μουσικών επιστροφών

Περί απρόσμενων συναναστροφών

Περί γλωσσικών διαστροφών

Περί μιας διαφήμισης της βονταφόν

Advertisements

6 thoughts on “Το σαμπουάν της Απελπισμένης

  1. jackson twosheds θα πω την αλήθεια που κανείς δεν τολμά να πει. Θέλω να διαβάσω το κείμενο. Το ξέρω ότι θα είναι ωραίο, γιατί όλα τα κείμενά σου είναι ωραία. Αλλά το βλέπω έτσι μονοκόμματο και κάπως αγχώνομαι. Αν ήταν παρτ ουάν, παρτ του? Αν είχε ενδιάμεσους τίτλους, όπως τα μαγικά μαξιλάρια του Τριβιζά, του στυλ «Όπου η Μαριάνθη λούζεται στα σκοτεινά…». Διότι τα βιβλία μπορεί να είναι 500 σελίδες χωρίς κεφάλαια, αλλά γυρίζεις τη σελίδα. Λες «θα διαβάσω δυο σελίδες ακόμα και θα συνεχίσω τη δουλειά».Πόσες σελίδες είναι αυτό το κείμενο? Δεν γνωρίζω και με πιάνει πανικός. Αυτά.

    • Αφού γκρίνιαξα, το διάβασα. Πολύ ωραίο. Κρίμα ο Μαλάκας. Κι η Μαριάνθη τραγική περσόνα απ’ την άλλη. Επίσης, το έκανα και κόπυ-πέηστ στο γουόρντ. Περίπου 3 σελίδες. 1887 λέξεις. Το φίντμπακ μου για τα παρτς ισχύει. Αυτά ν.2.

  2. Αλέξια! Δίκαιο το γκρίνιαγμα και συγγνώμη ειλικρινής για το ατελείωτον του παραληρήματος!
    πώς φαίνεσαι όμως που έχεις την παιδεία του editing!!
    της διαπραγμάτευσης γενικώς ρε παιδί μου!
    Και αυτό το λέω με κάθε ειλικρίνεια και σε ευχαριστώ που με το σχόλιό σου μας το δείχνεις.
    Χρειάζεται στις μικρές ιστορίες, και ειδικά όταν έχουν μια τάση να το παίζουν μικρές όντας σεντονάρες! Και τώρα με τις ζέστες της Βρύγης, μάλλον οι σεντονάρες είναι για την ντουλάπα!
    Να σαι καλά!

  3. Το ότι το μόνο που αγαπάει είναι κάτι πατρικό, μου κάνει σαν περίληψη της ελληνικής -και όχι μόνο- οικογενειακής παθογένειας που (μας) ευνουχίζει. Απεταξάμην.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s