Μια χαρά και δυο τρομάρες

Καλωσήρθατε στο σαλόνι του Δόκτορος Τ. Εκείνος τα γράφει, άρα δεν φταίω εγώ που το σαλόνι είναι μεγάλο, περάστε…

Υπερωρίες

Υπερωρίες

«Έχω τρελαθεί κύριε Τζον. Πιο σκατά δεν γίνεται. Εκεί που πάω να ανασάνω, πνίγομαι διπλά. Γράφω γράφω, γίνεται να γράφεις και να πληρώνεσαι; Δεν γίνεται έλεγα, το πίστευα. Τώρα πληρώνομαι, μα είναι σα να μη γράφω. Δηλαδή γράφω, αλλά μαλακίες που δεν γουστάρω. Δελτία τύπου για την Μη Κυβερνητική Οργάνωση. Εγώ που δεν πίστεψα ποτέ στις Μη Κυ Ο, εγώ που τις θεωρούσα πάντα το άλλοθι του από πάνω για να σε ξεσκίζει ευγενικά και με το γάντι. Μα το χειρότερο είναι που μόλις πάω να ανασάνω, πνίγομαι εκεί μέσα».

Ο Ραδάμανθυς είχε ξεκινήσει για το Ηνωμένο Βασίλειο με όνειρα ηνωμένα. Μα κάπου στην πορεία τα όνειρα αυτά ήρθε η ζωή και τα διασκέδασε, τα ‘σπασε κομματάκια ένα ένα και τον άφησε σε ένα άθλιο διαμέρισμα του Μπέλφαστ, να εργάζεται για μια Μη Κυβερνητική Οργάνωση για τα Δικαιώματα των παιδιών. Το Μπέλφαστ το διάσημο για την κατασκευή σκοινιών του άρεσε, μα και του την έσπαγε. Κάπως ο Ραδάμανθυς ένιωθε ή δεμένος από τις καταστάσεις ή τρελός για δέσιμο. Κάθε Παρασκευή συναντούσε τον γηραλέο φίλο του, τον κύριο Τζον. Συνταξιούχο βιολόγο, ο οποίος ασχολείτο ερασιτεχνικά με την οινοποιία. Τι ερασιτεχνικά δηλαδή, το πράγμα είχε πια ανοίξει τόσο πολύ, που είχε καταφέρει να στήσει, συνταξιούχος ων, μια μικρή εταιρία και να τα βγάζει πέρα αρκετά καλά.

«Ξέρετε γιατί ήρθα εδώ κύριε Τζον; Για να γράψω. Να συνεχίσω τις σπουδές και να γράψω. Να ζήσω κάνοντας αυτό που γουστάρω με λίγα λόγια. Δεν ξέρω, πίστευα ότι μπορούσα αυτό το δημοσιογραφικό γράψιμο, να το κάνω και να ζω από αυτό. Να παρατηρώ την κοινωνία, να βλέπω έναν ποδοσφαιρικό αγώνα ή μια ταινία, να την κάνω λέξεις και να ζω από τις λέξεις. Παράλογο; Κάποτε δεν το κάνανε και ζούσαν οι άνθρωποι από αυτό;»

You can try to tell the world the reason why

You can try to tell the world the reason why

«Το κάνανε, μα γιατί τρελαίνεσαι στην Μη Κυ Ο Ραδάμανθυ; Έχεις και το κορίτσι, καλά δεν είναι;»

Το κορίτσι. Η Δομηνικανή. Ήρθε από το πουθενά. Για τα πάντα ικανή. Λες και μπορούσε να καταλάβει ο κύριος Τζον για το κορίτσι. Ναι, μέσα στην δυστυχία και την στενοχώρια του ο Ραδάμανθυς είχε γνωρίσει εκείνη την υπέροχη ξανθούλα από τον Άγιο Δομήνικο. Πάνω που θα τα παράταγε. Τέσσερις μήνες είχε στην ξένη γη και άκρη δεν έβρισκε. Ώσπου την βρήκε. Το αποκούμπι του. Μικρό μπόι, μα μεγάλη καρδιά. Την είδε, την ερωτεύτηκε και αποφάσισε να ζήσει μαζί της στην Ινγκλιτέρρα. Καθώς δεν κατάφερνε να βρει δουλειά πάνω στο δημοσιογραφιλίκι, δούλεψε προσωρινά σε μια κάβα. Εκεί γνωρίστηκε και με τον κύριο Τζον. Έμεινε στο Μπέλφαστ παράνομα για δύο χρόνια, αγάπησε τα κρασιά κι ακόμα περισσότερο το κορίτσι. Ώσπου το κορίτσι από τον Άγιο Δομήνικο, που ‘χε μεγαλώσει στο Λούτον τον «παντρεύτηκε» στα χαρτιά και στην πραγματικότητα, του έδωσε την υπηκοότητα την βρετανική και βρήκε αυτή την «σοβαρή» δουλειά στην Μη Κυβερνητική Οργάνωση. Τώρα συγκατοικούσαν, μα ο Ραδάμανθυς δυσκολευόταν.

«Κύριε Τζον, το κορίτσι είναι χρυσό. Όταν πρέπει να μιλήσει, μιλάει. Κι όταν πρέπει να βγάλει το σκασμό, τον βγάζει. Ξέρετε, δεν θέλω, μα διαρκώς αμφισβητώ ό,τι με περιβάλλει. Τα σίγουρα και τα δεδομένα. Δηλαδή να, εγκαταλείψαμε την ιδέα της κάβας, της δικιάς μας κάβας, όσο κι αν αγαπάμε το ίδιο τα κρασιά. Καλά κρασιά δηλαδή. Είπαμε θα συμβιβαστούμε με κάτι ενδιάμεσο, αλλά πώς να το πω; Εκεί που με ηρεμεί το κορίτσι, γιατί την βρίσκω σπίτι όταν γυρίζω από την άθλια δουλειά, μετά έρχεται η δουλειά πάλι, γυρίζει η διευθύντρια, μου λέει ιστορίες ιστορίες για τον ένα, για τον άλλο εθελοντή, πόσο θα μπορούσα να συνεισφέρω και αν δεν μ’ ένοιαζαν τόσο τα λεφτά τι θα ήμουν ικανός να κάνω και μετά πάλι ξεπορτίζω από αυτά στα οποία στόχευα. Ένα χάδι, δύο μπάτσες. Μία γλύκα, δύο πίκρες κύριε Τζον. Με τρελαίνει. Θυμάμαι τον παππού μου τον παπά που μου έλεγε να μην πολυδένομαι πολύ με τους ανθρώπους. Να δένομαι μόνο με τον θεό, γιατί αυτός είναι ο μόνος που αγαπάει αληθινά. Να μη βάζω τίποτα πάνω από την Αγάπη του Χριστού. Κι έναν ύμνο του Δαβίδ: «μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία». Μα μετά σκέφτομαι ότι ό,τι είναι ωραίο ο καλός ο θεούλης μου το λέει για αμαρτία, οπότε ούτε αυτός με αγαπάει. Με τρελαίνει σαν την μικρούλα.»

«Δηλαδή πώς θα έλεγες ότι τα περνάτε;»
«Με τον θεό;»
«Με την μικρούλα ρε, με ποιον θεό;» επέμεινε ο κύριος Τζον.

«Μια χαρά και δυο τρομάρες τα περνάμε, τι να σας πω; Με πιάνει το στομάχι μου όποτε τη σκέφτομαι. Σα να την γνωρίζω απ’ την αρχή κάθε μέρα. Μια χαρά και δυο τρομάρες» αναστέναξε ο Ραδάμανθυς.

Ο κράσος ο καλός

Ο κράσος ο καλός

Ο κύριος Τζον κατέβασε ένα μπουκάλι φετινής σοδειάς από το ψηλότερο ράφι της κάβας του. Άνοιξε βιαστικά το μπουκάλι και άρχισε κουβεντιαστά και βραχνά στον Ραδάμανθυ:
«Αυτά που λένε «σαν το παλιό καλό κρασί» είναι αέρας κοπανιστός φίλε μου Ραδάμανθυ. Καλύτερο κρασί από το φετινό, δεν υπάρχει. Πιες λίγο ροδίτη από αυτόν εδώ και θα καταλάβεις τι εννοώ».
Ο Ραδάμανθυς δοκίμασε, έπαιξε λίγο στην γλώσσα του το λεμονόχρωμο ύδωρ και θυμήθηκε. Πήγε πίσω, χρόνια πριν, η γιαγιά του κρατούσε την Ταβέρνα στο Ζαβλάνι, μεσοτοιχία με ένα θέατρο σκιών, ο Ραδάμανθυς την κοπάναγε και έβλεπε πότε τον Καραγκιόζη γαμπρό, πότε τον Κατηραμένο Όφι. Αλάνια και μπατίρηδες μπαίνανε στην Ταβέρνα, πειράγματα και πατιρντί. Και τα βράδια ο Ραδάμανθυς κρυφά να βάζει το ποτηράκι στην βρύση του τεράστιου ξύλινου βαρελιού και να πίνει γουλίτσες παιδικές από το ίδιο αυτό κρασί, τον μαγικό ροδίτη, που τόσα χρόνια μετά ένας συνταξιούχος βιολόγος φιλέλλην, ο κύριος Τζον τον κερνούσε.

«Δεν είναι μαγικό;» τον ρώτησε ο κύριος Τζον ξύνοντας την ροδοκόκκινη μύτη του.
«Είναι, κύριε Τζον. Δεν ξέρετε πού με πάτε με αυτή τη γεύση… Μα και πάλι, δεν ηρεμώ. Η δουλειά. Την μια στιγμή πιστεύω σε αυτήν, την άλλη με δένει στην ανυπαρξία. Μια ονειρεύομαι ότι βοηθάω παιδιά, μια σκέφτομαι ότι βοηθάω κακομαθημένα Αγγλάκια και τα Αφρικανόπουλα ψοφάνε. Το όνειρο είναι μια στιγμή, κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία» είπε ο Ραδάμανθυς.
«Ύμνησε την ζωή, ζήσε την ζωή σου κάθε λεπτό, έστω και τις στενοχώριες, Ραδάμανθυ. Ήρθες εδώ, δεν βγήκε το σχέδιο. Λάθος; Σωστό; Δεν είμαι εγώ για να σου πω. Μάθε από τα λάθη σου, δέξου τα με συγκατάβαση και ενθουσιασμό. Όταν κάνεις λάθος, χαμογέλα και σκέψου. Και αν το επαναλάβεις, τότε σημαίνει πως το έμαθες» είπε ο κύριος Τζον και ρούφηξε μια γουλιά.

«Και με τη σκέψη τι να κάνω κύριε Τζον; Σκέφτομαι που να πάρει ο διάολος. Κι είναι η σκέψη μία πόρνη. Την μια στιγμή μου δίνει ευτυχία, την άλλη απελπισία. Σαν σκέφτομαι όσα λέει εκείνη η αρχιεθελόντρια, παλαβώνω»

Σκέψου καλά Ραδάμανθυ

Σκέψου καλά Ραδάμανθυ

«Φύγε από τις παγίδες του μυαλού και τους αυτο-εγκλωβισμούς. Ζήσε τις στιγμές, μα μην αφήνεις τις στιγμές να καθορίζουν τη ζωή σου. Όταν χαρά σου δίνει, να την χαίρεσαι. Όταν σε τρομάζει, να τρομάζεις, μα ίσα την στιγμή εκείνη. Η ζωή μας είναι μία συλλογή από στιγμές, μα οι στιγμές δεν είναι όλη η ζωή μας»

«Την αγαπώ κύριε Τζον»
«Την δουλειά σου ή την μικρούλα;»

«Με μπερδέψατε, μη μου βάζετε άλλο κρασί…» κοίταξε τα μάτια γέρνοντας ο Ραδάμανθυς.
«Ραδάμανθυ, ύμνησε την αγάπη και την φιλία. Η ζωή είναι η αγάπη, ο ενθουσιασμός του να ζεις παρέα, κοντά, δίπλα με ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπούν» επέμεινε ο οινολόγος.
«Μα για αλλού ξεκίνησα κύριε Τζον. Άλλα ήθελα να κάνω κι άλλα κάνω».

«Η αγάπη δεν σχετίζεται με υλικά και άχρηστους τροχούς, τσιμέντα, μετάξια, χαρτιά και ασημικά, Ραδάμανθυ. Είναι απλή στη σύνθεσή της και την υλοποίησή της. Δύο ψυχές ολόγυμνες με καθαρότητα στο βλέμμα και συνοδοιπορία στο μυαλό. Τόσο απλό. Η αγάπη είναι ζωντανός οργανισμός, ακολουθώντας τους νόμους της φυσικής και της εξέλιξης. Εξελίσσεται στο χρόνο σαν όλους τους μικρο/μακρο οργανισμούς για να διατηρείται ακμαία και ζωντανή. Η εξέλιξη είναι η δίψα για ζωή, η ζωή είναι η δίψα για αγάπη, άρα η εξέλιξη και η αγάπη είναι η αφετηρία και ο προορισμός της ζωής» κατέληξε ο κύριος Τζον και γέμισε απότομα για τρίτη φορά το ποτήρι του Ραδάμανθυ με φρέσκο ροδίτη.

Άλλο ένα;

Άλλο ένα;

«Κύριε Τζον, είμαστε στο τρίτο ποτήρι κι έχω ήδη αρχίσει να ζαλίζομαι, δηλαδή να αποδέχομαι όσα λέτε. Πιθανότατα ωστόσο αερολογείτε, εγώ θα κόψω το κρασί για σένα μπύρα μου χρυσή. Μα δεν είναι άδικο, θα επιμείνω λίγο ακόμα, για κάθε χαρά να με κερνάει δύο πίκρες; Να τρομάζω κάθε φορά που ξεπορτίζει από αυτά που ήθελα να κάνω; Να τρελαίνομαι; Δεν ήθελα να είμαι ανατολίτης στην εργασία μου. Θέλω να ηρεμήσω. Σας είπα, αυτό το «μια χαρά και δυο τρομάρες» με διαλύει. Κομμάτια με κάνει».

Ο κύριος Τζον έκλεισε το μάτι στον Ραδάμανθυ σα να του ‘λεγε «πιες και θα δεις». Σήκωσε την δεξιά του παλάμη σε ένα «περίμενε» και χάθηκε στο πίσω δωμάτιο της κάβας. Άνοιξε το ψυγείο, πήρε ό,τι βρήκε, έβγαλε ένα πιάτο απ’ το ντουλάπι κι ένα μαχαίρι. Γύρισε στον Ραδάμανθυ κι άρχισε να κόβει με μαεστρία τους δύο κόκκινους χυμώδεις καρπούς που είχε βγάλει από το ψυγείο.

«Σου έχω πει πώς έμαθα ελληνικά, έτσι; Ήρθα ένα καλοκαίρι, ερωτεύτηκα το τοπίο κι άρχισα να έρχομαι κάθε καλοκαίρι. Μέσα σε τρία καλοκαίρια είχα μάθει να μιλώ. Μα όταν άκουσα για πρώτη φορά αυτή την φράση που λες, δεν την άκουσα καλά».

Σου έχω πει πώς έμαθα ελληνικά, έτσι;

Σου έχω πει πώς έμαθα ελληνικά, έτσι;

«Ποια φράση;» αναρωτήθηκε ο Ραδάμανθυς.
«Μια χαρά και δυο τρομάρες. Το είπε ένας γέρος. Δεν είχα ακούσει καλά» του εξήγησε ο κύριος Τζον.
«Αλήθεια; Και τι είχατε ακούσει;» αναρωτήθηκε γελώντας ο Ραδάμανθυς καθώς έτεινε το άδειο ποτήρι για τέταρτη φορά προς τον οινολόγο.
Ο οινολόγος είχε τελειώσει με τους κόκκινους χυμώδεις καρπούς, τους είχε κόψει δεξιοτεχνικά με το μαχαίρι, είχε ρίξει αλατάκι, λαδάκι και αντί τετάρτου ποτηριού ροδίτη, έτεινε το πιάτο προς τον Ραδάμανθυ:
«Μια χαρά και δυο ντομάτες!»

(αν δεν στραβωθήκατε μέχρι εδώ, διαβάστε επίσης:)

Ένα καλό, θρεπτικό πρωινό στην Αχαρνών.

Ένας αγαπητός μας τηλεοπτικός πότης

Πενήντα αποχρώσεις του ροζ.

Advertisements

7 thoughts on “Μια χαρά και δυο τρομάρες

    • Καλό είναι να σου εγείρονται, να εξεγείρονται και να διεγείρονται, δεν είναι Jorn;
      Λοιπόν τώρα που τα βλέπω τα tags, ο μόνος τρόπος να βγάλουν νόημα είναι αν τα συνδέσεις δύο δύο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s