Φιλοσοφικής Δεσμώτες Vol. 5

Η μεγάλη των Φιλοσόφων ΣχολήΣήμερα. Δύο γέροι, ένας αψηλός και ένας κοντούλης ανηφορίζουν πίσω από το Νεκροταφείο Ζωγράφου. [Η μέρα είναι ωραία και εαρινή. Τα πουλιά κελαηδούν ανάμεσα στα κυπαρίσσια και τα κοράσια ανηφορίζουν με ομολογουμένως μεγαλύτερη ευελιξία από το γηρασμένο ζεύγος φίλων. Φτάνουν λαχανιασμένοι στην στάση του λεωφορείου. Ο ένας βγάζει ένα διπλωμένο χαρτί από το τριμμένο καφέ παλτό του. Ο άλλος περιμένει και αρχίζει να κουνάει τα πόδια του αριστερά δεξιά καθώς κρατά σφιχτά μία ροζ σακούλα. Πρώτα τους βλέπω να τραγουδάνε. Φεύγουν βιαστικά. Τους κυνηγάω και τους πιάνω κουβέντα. Μπερδεμένα τώρα, όσα είπαν πριν και μετά το πρόγραμμα. Άλλες βλέπουν, κι αλλού βρίσκονται.]

1: Το έφερες;
2: Το έφερα, να το: έχουμε πρόγραμμα σήμερα. (του δίνει το χαρτί) Τι ωραία μέρα. Πού είναι τη;
1: Να τη! Τραγούδα!
2: Η Χρύσα;

1: Η Χρυσούλα. Σε απατά η μνήμη σου αδερφέ; Σε ενοχλούσε πολύ να την φωνάζεις Χρύσα διότι σου θύμιζε μια μεγαλοκάπουλη θειά σου. Κι ήθελες κι από πάνω να την φέρνεις υπό με εκείνο το υποκοριστικό. Και δώστου «Χρυσούλα»
2: Έτσι την είχαν βαφτίσει. Να την φέρω υπό. Να την μειώσω; Εγώ; Σα δε ντρέπεσαι. Αφού ήμασταν στο αμφιθέατρο Παπαρρηγοπούλου και της πήγα μία σοκολάτα για να με αφήσει να αντιγράψω από την κόλλα αναφοράς της.
1: Κι εσύ έμεινες σα χάφτας να κοιτάς το βρακάκι της που έβγαινε πίσω από το παντελόνι της.
2: Το εσωρουχάκι! Σε παρακαλώ, βρωμερέ… «Βρακάκι!» Και εκείνες τις δύο οπές στα μεριά της, στην λεκάνη. Αχ η μεσούλα της. Να τη! Να λοιπόν γιατί σ’ αγάπησα, σ’ αγάπησααααα. Γιατί είσαι η αλήθεια μες στην ψευτιά στα γκρίζα όνειρά μου η ξαστεριάααααα και μάνα κι αδερφή μου κι αγάπη εσύ, τι άλλο να ζητήσω απ’ τη ζωήηηηη;

(ένα ταξί περνάει)

1: Πάμε! (βαράει παλαμάκια και χορεύει κάτι σαν ζεϊμπέκικο) Καμ αν λετς τουίστ εγκέεεεν λαηκ ου ντιντ λαστ σάμ- ερ, λετς τουήστ εγκέεεεν λάηκ ουι ντιντ λαστ γήαρ. Άγγλίδα μου φαίνεται είναι αυτή. Καμ όν μπέημπη, λετ μη λόβ γιουουουου! Αη ουηλ ντάαααααη φοοοορ γιουυυυ! Είσαι εντελώς βλαξ, δεν είναι αυτή, πανηλίθιε! Αυτή είναι η Μαρίνα ρε! Εσύ την άφησες να αντιγράψει όταν εξεταζόμεθα εις την Ιστορική Γλωσσολογία, γιατί δεν θυμότανε τις διαλέκτους της Αρχαίας Ελληνικής και της ζωγράφισες τον χάρτη της Μεσογείου πάνω στο έδρανο, για να τα θυμηθεί, τότε που ήμασταν φοιτηταί

2: Είμαστε! Φίλα με κι αγκάλιασέ με, έλα παρηγόρησέ με, πες πως δεν τελείωσεεεεε. Και δεν τα θυμότανε κι έκατσα να της τα λέω εγώ, αλλά δεν ήξερε καλά ελληνικά και της τα εξηγούσα κουτσά στραβά στα ιταλικά. Τραγούδα! Μαρίνα Μαρίνα λα μπέλα σινιόρααα περ μεεεεε. Πω ροβινάρε πω πω πω βολάρεεεε ο νο νο νο νο νοοοο πω πω πω κωλάρε πω πω πω φορτσάρε ο νονο νονο

(δείχνει δύο διερχόμενα κοράσια στον άλλο)

1: Τι βόλιο πιου πρέστο σποζάααααρ! Είσαι καλά ρε; Σποζάρ λέει σποζάρ! Πάμε άλλα δύο;
2: Κι είχες καταφέρει να μην την παντρευτείς γιατί ήσουν μόλις εικοσιπέντε, στρίβειν δια του αρραβώνος
1: Εικοσιδύο δεν είχα πάρει πτυχίο. Να την, κοίτα τη τι ωραία που βαδίζει. Πώς με ζαλίζουν τα μεριά της. Βουλιάζω μέσα σ’ αυτή την μαγεμένη τσέπη. Λιώωωωωνω σαν σοκολάτα. Κοριτσάρα μου! Τραγούδα!

2: Τραγουδώ. Τζιτζίκια είμαστε και τραγουδάμε και θα τραγουδάμε μέχρι να τελειώσει το καλοκαίρι. Είσαι αυτό που μ’ αρέεεεσει μια τσόκολααααταααα, είσαι αυτό που μ’ αρέεεεσει και μ’ αρρωσταίνει, τι θέλω κι αναρωτιέμαι τι μου συμβαίνει. Τζί τζι τζι τζιιιιιι
1: Είναι άνοιξη βρε σερσέμη, τα τζιτζίκια δεν τραγουδούν την άνοιξη. Κοιμούνται.
2: Στα παλιά μου τα παπούτσια και η άνοιξη και το καλοκαίρι εγώ τραγουδώ και τα έχω γράψει όλα στα παλιά μου τα παπούτσια. Για κοίτα τη λίστα μας, ποιο έχουμε μετά;

1: Αυτό. Πάμε. Γιατί έχω εσέεενα πλάι μου έχω εσένα πλάι μου κι όλα θα γίνουν μην το ξεχνάαααας
2: Όπα! Και τίποτα δεν έγινε εν τέλει. Φτηνά τη γλίτωσες. Έφυγε για την Ιταλία.
1: Για την Γαλλία ρε θεομπαίχτη. Δια μεταπτυχιακάς σπουδάς μου είπε ο πατέρας της. Πιο πολύ από όσο φαντάζεσαι, πιο πολύ από όσο θυμάσαι, πιο πολύ απ’ ό,τι ονειρεύεσαι μες στα πόδια μου όταν κοιμάααασαααι πιο πολύ από μένα σ’ αγαπώωωωωωω

2: Ποίας μεταπτυχιακάς σπουδάς ρε χαραμοφάη, για δουλειά πήγε. Εδίδαξε σε φτωχά παιδιά εξ Αλγερίας. Δεν θυμάσαι;
1: Θυμούμαι καλώς ωρέ. Περί της Αλίκης της Σκιαδά δεν ομιλείς;
2: Περί της Αλίκης, της κόρης του εμπόρου κρεάτων. Να τη! Λα μια βίτα, ντελα βίτα σταλερό, ο τι βόλιο, κε τι βόλιο όνι τζόρνο, κόμε εβίβα κόμε πρίμα γκιταρόοοοο.

1: Δεν είναι αυτή. Η Αλίκη τώρα θα έχει γεράσει, μαλάκα.
2: Δεν έχει γεράσει ρε, να την, με τα μακριά της τα μαλλιά.
1: Η Αλίκη είχε κοντό καρέ, έμοιαζε με γαλλίδα. Γαλίκη δεν την φωνάζαμε;
2: Αυτή είναι, τραγούδα! Σάμθιν μπάουτ τσιού μπέημπυ αηλάαααηηηηκκ, αη αλάαααηηηηκ, Τομ Τζόουνς! Χα χα

1: Τραγουδώ αλλά δεν είναι αυτή, τώρα ο κώλος της θα έχει πέσει, θα φιλά το πάτωμα.
2: Κι ο δικός σου έχει πέσει, αλλά ετούτη εδώ να που σου λέω είναι η Αλίκη, με σάρκα που σπαρταράει, κοίτα πώς παίζει με τα δάχτυλα το κινητό της.
1: Ναι, αυτή είναι! Μα είχε κινητό; Ξέχασε το δαχτυλίδι της γιαγιάς της στις τουαλέτες της Σόλωνος και το βρήκαν κάποιοι ταραξίες που συγκατοικούσανε σε μία κατάληψη και μετά από μία εβδομάδα το βρήκε η Αλίκη να το πουλάνε δραχμές τρεις δίπλα στο κυλικείο μαζί με κάτι χαϊμαλιά. Και το αγόρασε ξανά.

2: Αυτό έγινε με την Εκάβη. Που είχε μανία με το θέατρο και της άρεσε το τραγούδι το ελαφρό. Συγγνώμη, της άρεζε, η Εκάβη ήταν Σαλονικιά αν θυμάσαι.
1: Και τότε; Τι κάνει εδώ;
2: Θα χρωστάει κανα μάθημα. Ή θα ήρθε να πάρει αναλυτική βαθμολογία.
1: Ρε η Εκάβη είναι εβδομηνταπέντε σαν κι εσένα, στο έτος σου ήταν, τι να την κάνει την βαθμολογία τώρα στα εβδομηνταπέντε;
2: Δεν είναι εβδομηνταπέντε, δεν είμαι εβδομηνταπέντε, είμαστε είκοσι και σου βαράει παλαμάκια έτσι ωραία που τραγουδάς. Τραγούδα που να σε πάρει η ευχή! Ή μήπως βαράει παλαμάκια για μένα που χορεύω;

1: Θαυμάστε χορευτή, θαυμάστε έναν Ρούντολφ Νουρέγιεφ της Σόλωνος, τραγούδα ρε που μου θες κουνήματα. Για πάντα μαζί για πάντα μαζί σ’ αυτό τ’ ανηφόοοοορι που λέεεεεενε ζωήηηηη, κι αν έεεεεερθουν καημοί, κι αν έρθουν σεισμοί μαζί θα μας βρούνε για πάντα μαζίιιιιι
2: Και μετά έφυγε, έτσι, δίχως κουβέντα. Θα της μιλήσεις τώρα;
1: Εγώ τραγουδώ, δεν μιλάω, με θυμάσαι να μίλαγα ποτέ;
2: Όχι, αλλά και όποτε το άνοιγες μαλακίες έλεγες.
1: Σωστά, άραγε; Άρα τραγούδα! Δεν με νοιάαααζει κι αν οι όρκοι μας χαθήηηηηκαν, τα φιλιά μου τα ζεστά κι αν ξεχαστήηηηκαααααν

2: Σου έλεγε ο δάσκαλός μας να ενδιατρίψεις με τις αρές, τις κατάρες και τα μαγικά ξόρκια της ύστερης αρχαιότητος κι εσύ το χαβά σου! Μανία με την λυρική! Ρε το είχαν ερευνήσει το πεδίο
1: Το αιδοίο όμως δεν το είχαν ερευνήσει αρκούντως. Τούτου δοθέντος; Τούτου δοθέντος Ιππώναξ και Σαπφώ και Αρχιλόχεια άσματα.
2: Μαλακίες, πιάσε ένα Χατζηγιάννη, ποιο έχεις στο χαρτί;
1: Δεν ταιριάζετεεεε σου λέω τόσο αντικειμενικά στο κλαίωωωωω

2: Δεν λέει έτσι ρε, θάλασσα τα έκανες, θα φύγουν, άντε πάει καλιά της η Εκάβη, έφυγε.
1: Κοίτα καλά, ήλθε η Αλίκη πάλι. Επανήλθε!
2: Λες να τέλειωσε τας σπουδάς τας μεταπτυχιακάς εις Παρισίους;
1: Δεν είπαμε ότι δεν έφυγε δια σπουδάς αυτή; Δεν είπαμε ότι παντρεύτηκε έναν …
2: Πολύ σκέφτεσαι. Τραγούδα!

(διαβάζει από το χαρτί, σα να τραγουδά, αλλά όχι ακριβώς)
1: Η ζωή αλλού μας πήγε μάτια μου. Και φωτιά να πάρουν όλα. Στα παλιά μου τα παπούτσια! Έχω γράψει τι βγάζει μια ζωή. Γιατί έχω εσέεενα πλάι μου, έχω εσέεεενα πλάι μου κιόλα τ’ αντέχω μην το ξεχνάαααας, φτάνει μονάχα καρδιά μου να μ’ αγαπάααας, γιατί έχω εσένα πλάι μου, εσένα πλάι μου, πλάι μου, να μ’ αγαπάαααας.

2: Το είπαμε αυτό, δεν έχουμε άλλο;
1: Δεν θυμάμαι ρε. Ξέχασα. Φινίτο ντελα μούζικα!
2: Δεν διάβασες. Θα διαβάσεις για αύριο; Δίνουμε μάθημα. Διαλεκτολογία.
1: Δεν θα διαβάσω, διάβασα. Ριόλαλα ριόλαλα. Άντε πάμε, έκανε κοιλιά το πρόγραμμα. Αύριο πάλι.

2: Αύριο. Δεν έχεις γιατρό αύριο;
1: Ποιο γιατρό ρε; Μασάω η κατσίκα ταραμά; (ρίχνει έναν δυνατό πήδο και χτυπά ξανά το πάνω μέρος της στάσης του λεωφορείου. Το σκουριασμένο σίδερο τρέμει και κουνιέται, έτοιμο να τους πλακώσει για πάντα. Μα ευτυχώς ακινητοποιείται μετά από μία επικίνδυνη ταλάντευση που προκαλεί τρόμο στα εβρόντητα κοράσια). Πάμε! Για πάντα μαζί για πάντα μαζί σ’ αυτό τ’ ανηφόρι που λέεεενε ζωήηηηηη

Διαβάστε επίσης :
Πώς να ακουμπήσεις βιβλία που δεν ακουμπούσες πριν

Πώς να χακάρεις έναν εγκέφαλο

Πώς να μην ακουμπήσεις βιβλία που ποτέ δεν ακουμπούσες

Πώς να μιλάς σωστά

Advertisements

6 thoughts on “Φιλοσοφικής Δεσμώτες Vol. 5

  1. Προς αναγνώστες:

    Παρακαλείστε όπως δείτε πρώτα, πατώντας πάνω στην κεντρική φωτογραφία του άρθρου, το βίντεο που συνοδεύει το κείμενο.

    Επίσης μετά το «Δεν ταιριάζετεεεε σου λέω τόσο αντικειμενικά στο κλαίωωωωω» με πιάσανε τα νεύρα μου και άναψα τσιγάρο. Δεν φταίει το κείμενο, ούτε οι παππούδες, απλά αναγκάστηκα στο στρατό να το ακούσω δέκα χιλιάδες φορές και δεν το αντέχω, έχω ΨΤ.

  2. Σωστός, δίχως το μισό βίντεο δεν είναι κατανοητό το καταγραφέν παραλήρημα.

    Τι είναι ΨΤ; Σε εννοώ απολύτως όμως, το ακούω κάθε βράδυ αναγκαστικά, μετά τις τέσσερις μάλιστα και μάλλον έχω ΨΤ αλλά δεν το ξέρω.
    Άσε που δεν υπάρχει τριγύρω και η ελπίδα της οικογένειας Στεργίου που θα είχε στο καψιμί, μία κάποια διέξοδος βρε αδερφέ τελοσπάντων, ένα τσουρέκι, μια αραβική, κάτι!

  3. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης Volume Six: Ελευθέριος Λυόμενος | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s