Σατυρίαση

Ο Διαμαντής στο γαϊδουράκι ντου

Ο Διαμαντής σιμά στο γαϊδουράκι ντου

Οψές αργάν επέρνουνα στου Χάροντα την πόρτα
κι άκουσα την Χαρόντισσα και μάλωνε τον Χάρο:
«Χάροντα δε σου το λεγα,
Χάροντα δε σου το πα
κι όπου είναι πέντε παίρνε δυο
κι όπου είναι τρεις τον έναν
κι όπου είναι δυο και μοναχοί
μη τσι ξεζευγαρώνεις.

Η καμπάνα χτυπούσε. Πένθιμα και αραιά. Όπως σε όλα τα χωριά της Κρήτης όταν πενθούν. Στο μικρό χωριό Βουβά τα σπίθια είχαν σκύψει τους πέτρινους σβέρκους τους με σέβας. Μια βαριά θλίψη είχε καταπλακώσει τους τοίχους. Όχι όμως και τους ανθρώπους. Μικρό χωριό ο Βουβάς, ξέρανε όλοι όλους κι αγαπιούνταν. Σήμερα ήταν η κηδεία του καημένου του γερο-Διαμαντή. Ο Διαμαντής ήταν ένας καλούλης άνθρωπος, δεν ενόχλησε στην ήσυχη ζωή του ποτέ κανέναν. Φορούσε μία κομμάτι φαρδιά βράκα. Αλλά δεν μπορεί να πει κανείς πως το φάρδος της βράκας του ενοχλούσε.

Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Όλοι στον Βουβά ζούσαν περιμένοντας τον γερο- Διαμαντή, τι ο γερο-Διαμαντής ήταν ταχυδρόμος. Ξεκίναγε από το πρωί και έφερνε βόλτα όλα τα πέτρινα σοκάκια του Βουβά. Τον είχαν ζήσει όλοι οι χωριανοί, μαζί του, και στις χαρές και στις λύπες. Πρασινομάτες Κρητικοπούλες, όμορφες κοπελιές σαν τα κρύα τα νερά στέκονταν στο παραθύρι, περίμεναν και μόλις ακουγόταν εκείνο το θεσπέσιο μουγκάνισμα της γαϊδάρας του, της Κωνσταντίνας του Διαμαντή, να: ερχόταν απ’ την γωνία, κι οι πρασινομάτες αναψοκοκκίνιζαν.
Δεν έχει καμία απολύτως σημασία για την ιστορία μας, πάντως η γαϊδάρα λεγόταν Κωνσταντίνα προς τιμήν του Βασιλέως, τον οποίο ο Διαμαντής είχε συμπαθήσει ιδιαιτέρως κατά τον Εθνικό Διχασμό. Τελοσπάντων, η Κρήτη είχε γιομίσει από συνονόματες γαϊδάρες εκείνον τον καιρό. Αν βρισκόμασταν στην Μάνη, αντιστοίχως, ο γάιδαρος θα λεγόταν Βενιζέλος.

Και ερχόταν λοιπόν παραπονιάρα η Κωνσταντίνα με τον Διαμαντή καβάλα. Πολλοί συχνά κατακρίναν την σχέση του Διαμαντή με το έρμο ζωντανό. «Πολύ λάσκα το χεις» του λέγανε. Μα εκείνος τ’ αγαπούσε γιατί παρά το πείσμα της, βεργιά δεν της είχε ρίξει ποτές. Έκανε τόση υπομονή που έλεγες πως εκείνος ήτανε το γαϊδούρι και όχι η Κωνσταντίνα. Την άφηνε να στυλώνει τα πόδια και περίμενε. Της πέρναγε και κινούσε. Ήταν τόση η χαρά του, τι να έκανε; Χαίρουνταν να βλέπει τσι γυναίκες να προσμένουν καρτερικά στο πόρτεγο. Γράμμα του αγαπημένου τους από τον στρατό. Μαντιλοφορεμένες, υπομονετικές γιαγιούλες με σταυρωμένα τα χέρια, περιμέναν, περιμέναν, χρόνια πολλά το γράμμα του γιόκα τους απ’ το Μεγάλο Κάστρο, το Ηράκλειο. Μερικές δεν ξέρανε να διαβάζουν τα Ελληνικά που μάθαιναν να γράφουν στα παιδιά στο σχολείο. Ξέρανε να μιλούνε μεταξύ τους λέξες που δεν γράφονταν μπλιο. Κι έτσι, όταν ερχόταν ο Διαμαντής, πουρνό πουρνό επί πώλου όνου, τον έβαζαν να τους διαβάζει τι νέα από το Ηράκλειο έλεγε το παιδί.

Κι ο καημένος ο Διαμαντής τους τα διάβαζε πάντα ωραία και καλά, έβγαζε όλους τους ξενιτεμένους του πέτρινου Βουβά να έχουν τακτοποιηθεί, να έχουν μια καλή και ευχάριστη δουλειά στο μεγάλο, μακρινό Ηράκλειο. «Όλα βαίνουν καλώς αγαπητή μου μητέρα, το αυτόν επιθυμώ και δι’ υμάς» όπου βλέπε «Το αφεντικό δεν με πλήρωσε εισέτι, πένομαι ανυπερθέτως και δεν μπορώ μπλιο το βερεσέτι«. Ο Διαμαντής ήθελε να ’ναι όλοι χαρούμενοι.
Τα τελευταία χρόνια ο Διαμαντής είχε γίνει ένα σεβαστό γεροντάκι. Ζούσε με τη γυναίκα του, την άλλοτε ποθητή Ερήνη σ’ ένα σπιτάκι στην πλατεία του χωριού, πίσω απ’ τον μεγάλο πλάτανο. Αγαπημένος όλων, συνέχιζε να γιαγέρνει τα λιθόστρωτα με την γαϊδάρα του, την Κωνσταντίνα την «Βασιλομήτωρ» όπως την φώναζε.

Όλοι τον αγαπούσαν κι όμως όλοι ξέρανε πολύ λίγα για αυτόν. Η λογική θα μας έκανε να περιμένουμε σήμερα έναν Βουβά βουτηγμένο στα δάκρυα και τη θλίψη. Μια μορφή του παλιού χωριού είχε πεθάνει. Ναι, το φαντάζομαι, ένας Βουβάς βουβαμένος, σκυμμένος και κατηφής. Ωστόσο, κάτι φαινόταν να μην πηγαίνει καλά τη σήμερον ημέρα. Θες που δυσκολεύονταν να κλείσουν την κάσα του μακαρίτη του Διαμαντή, θες που ο καιρός ήταν ανώμαλα ζεστός για Γενάρη μήνα, ο ήλιος έλαμπε, δεν ξέρω. Για να μην τα πολυλογώ, στην αυλή του Αη-Γιώργη, της εκκλησίας όπου θα ετελείτο η εξόδιος ακολουθία, βρισκόταν όλος ο Βουβάς. Ένας Βουβάς λυμένος απ’ τα γέλια, γέροι και νέοι ξεκαρδισμένοι. Άτιμε Διαμαντή, τι σκάρωσες και γελάνε όλοι; Τόσο απάνθρωποι είναι; Μα, να μη κλαίνε το χαμό σου;

45  ΚΕΝΤΡΙΚΗ  ΚΡΗΤΗ  -  NELLY'S  1939

«Μα να μην κλείνει η κάσα;»
«Εγώ μαθές, τ’ άκουσα καθώς στα λέγω. Πριχού τόνε καπακώσουνε, πασχίζανε, λέει, τόνε δέσαν απ’ τη μέση με δυο σεντόνια, και φέρανε ειδικό πανταλόνι, τρεις χέρες πιο φαρδύτερο! Ε, ρε το έρμο το ξόδι του!»
«Αμέ, με την κάσα ίντα γινε; Τρούπησε στη αρχή το από πάνω τση, κ’ έφερε ο νεκροθάφτης άλλο, άλλο ξύλο…»

«Τέτοιος ήντονε από πάντα ο Διαμαντής κι ας μη του φαινόντανε. Ήθελε να κάμει σαματά. Όντε ήμουνα νια και περίμενα απόκριση τ’ αντρούλη μου απ’ το αντάρτικο –διαολεμένε Βενιζέλε, ωραίος, αντάρτης και ηγέτης, αλλά πόσο να νταγιατέψω απότιστη; ε, περίμενα γράμμα απ’ το Μανολιό μου κι ο Μανολιός δε γιάγερνε… Και φάντης μπαστούνης ένα πρωί, ο Διαμαντής! Εμπούκαρε στο σπίτι σα σίφουνας και δεν εκούναε ρούπι, καθόντανε με τσ’ ώρες. Τ’ ακούς τρελοκαμπέρω Αννιώ; Θαρρείς ήσουν η πιο ομορφότερη τάχα μου, τότε! Δύο ώρες, δύο ώρες το λιγότερο! Κι όχι μια βολά, καθημερνά!»

«Ρώτηξε κ’ εμένα! Σε μένα καθόντανε τέσσερις κακομοίρα Κυριακούλα! Μια βολά, νά σου τονε! Πουρνό πουρνό να μου στέκει στο πορτομάγουλο και να γελά. Και να του λέω Χριστιανέ μου είμαι βαρεμένη τριώ μηνώ, δε μπορώ! Το ’φερνα από ’δω, το ’φερνα από ’κει, ντιπ! Να του ματαλέω, έλα οχτώ το πρωί, δε μπορώ, κι’ ατός του εκειά, ακούνητος! Ε, τι να έκαμα, στάθηκα σαν τη μπετροπέρδικα… Αλλά, τα μισοκατέχεις τσ’ εσύ…»


«Αέρας κοπανιστός, φίλε Κωσταντή, αέρας κοπανιστός. Όλο χαζεμάρες είναι οι κιαμένες. Ο Διαμαντής ήντονε ένας γαϊδουρομανής υπάλληλος του ταχυδρομείου. Τα μιλούσε ωραία, ήντονε όλο καλαμπούρια, αλλά τ’ αποδέλοιπα που λένε γι’ αυτόν, αθιβολές και παραμύθια τω γυναικώ, για να γελάμε!»

«Κιαμ’ ίντα γερο-Νικολιό! Αθιβολές και ψόμματα! Σιγά μη… ο Διαμαντής; Με τη γαϊδάρα, ναι, να το πιστέψω. Μα είχε και τη σέλα ολημερίς στον πισινό του. Ο ψεύτης με το ψόμα του εκέρδισε ένα τάσι, τόση είναι κ’ η αξία του κι ας βλέπει μη τη χάσει! Χαχα…»
«Εγώ κι αν είμαι είκοσι χρονώ, μικιό κορίτσι και δεν έχω ζήση γιομάτη ακόμη, είμαι σίγουρη πως κάτεχω καλά κ’ εχτιμώ σωστά τον γερο- Διαμαντή! Καλέ κυρά-Ερήνη μου, δε φέρνεις ένα κομμάτι από κέηκ για το γερο-Κωσταντή; Νοστιμίζεσαι καθώς τόνε βλέπω…»

Κι όλο κάτι γέλια αμούστακων μπομπίρων κι όλο κάτι κάζα και πλάκες κι ένας στωικός παπάς με το παπαδάκι να παιδεύονται να μη γελάσουν. Σα δε ντρέπονται, λέω ’γω…

Ο γερο- Διαμαντής ήταν ένας επαναστάτης. Ένας αντάρτης του Βενιζέλου, μα και ένας αντάρτης δια βίου. Ένας αντάρτης του σωματικού πυρός. Ο καημενούλης έπασχε από σατυρίαση. Σαν τον αρχαίο θεό, τον Πρίαπο, δεν μπορούσε να τιθασεύσει το πνεύμα του. Μα ούτε μόριό του. Μίαν ημέρα ανέγνωσε στον «Κήρυκα Χανίων» στο καφενείο: «Το άτομον διεσπάσθη«. Νόμισε πως θα διασπάσουν και το μόριο. Δεν άντεχε άλλο αυτό το μαρτύριο. Κωλοχάρηκε είναι η αλήθεια. Αλλά πού; Ρώτησε το γιατρό του Βουβά και εκείνος του εξήγησε καθησυχαστικά πως «το άτομο οίο διεσπάσθη κύριε Πετροκεφαλάκη δεν ευρίσκεται εις το ανθρώπινον, μα εις έτερα σωμάτια. Σωμάτια του αέρος, του ουρανού ενδεχομένως, μα επ’ ουδενί σωμάτια ως το επι γης ανθρώπινον. Με εννοείτε;» Τι να πει ο Διαμαντής. Το αντάρτικο αντάρτικο, δηλαδή η καύλα-καύλα… Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Όπως όταν πήγαινε το γράμμα, στις χήρες και στις παρατημένες και τονε τρατάρανε γλυκό. Και τώρα; Ακόμα και τώρα. Όρθιο εκεί, να στέκει, φίδι, αναμμένη λαμπάδα και δαυλός.

Μόλις ξεκίνησε το πλύσιμο

Μέσα μόλις ξεκίνησε το πλύσιμο

Οι κυρές -όσες δεν εκάτεχαν- ήρθαν αθώα να πλύνουν το «νεκρό» του σώμα. Γιόμισαν την πετρολεκανίδα και τονε πλησίασαν. Στριγκιές κι ένας ακατανόητος μούγκρος κυρίευσε το νεκροδωμάτιο. «Μωρή κουζουλάθηκες; Σταμάτα σα δε ντρέπεσαι, πεθαμένο άθρωπο να τονε φιλείς! Εκειά! Σταμάτα μωρή!» είπε η κυρα-Κούλα. Η γυναίκα του, η Ερήνη, πάσχισε με σεντόνια και σχοινιά να ειρηνεύσει την επανάσταση του νεκρού. Να τιθασεύσει την αιτία του κακού. Αυτό εκεί. «Θα τονε καπακώσω» λέει και στην απότομη απόπειρά της τρύπησε το καπάκι της κάσας. Και φέραν άλλο καπάκι, από ξύλο διαφορετικό και φαινόταν η διαφορά.

Κι έβλεπες τώρα όσους τον αγαπούσαν, τον καημένο τον Διαμαντή, να γελάνε, να ’χουν ψοφήσει απ’ τα γέλια. Κι έβλεπες έναν Χάροντα απλωμένο πάνω απ’ τον Βουβά, με το δρεπάνι και τη μαύρη κάπα του. Έναν Χάροντα τσαντισμένο, να δαγκώνει τα χείλη και να χτυπάει χάμω το δρεπάνι και να μονολογεί βραχνά:

«Κανείς δεν με υπολογίζει σε τούτο το χωριό! Ου να μου χαθείτε παλιοτόμαρα! Θα σας θάψω ούλους! Ό,τι κι α φέρει η ανατολή, η δύση θα το πάρει.»

φωτογραφίες: Νέλλυ’ς

Advertisements

2 thoughts on “Σατυρίαση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s