Crime Movies: The Greek Version

Ο Κώστας Βουτσάς σε ρόλο στυγνού εγκληματία. Epic Fail καταστάσεις.

Ο Κώστας Βουτσάς σε ρόλο στυγνού εγκληματία. Epic Fail καταστάσεις.

Μετά από επική ανταλλαγή απόψεων στα comments πρόσφατου post, ήρθε η μεγάλη στιγμή. Όπου τα comments γίνονται posts και η συζήτηση για τα «χαμένα» διαμάντια του crime cinema συνεχίζεται.

Το post αποτελεί «ελληνική» παρένθεση σε δύο (βλέπε τέλος του post) προηγηθέντα άλλα -και όχι sequel τους.

———————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————–

Click it and see

Click it and see

Ο άνθρωπος του τραίνου (1958) – του Ντίνου Δημόπουλου

Χαίρετε και καλή χρονιά. Μέσα στις γιορτές, μεταξύ άλλων, είχα και την ευκαιρία να παρακολουθήσω μερικές αστυνομικές ταινίες, για να συμπληρωθεί αυτό το μικρό αφιέρωμα.

Θεώρησα ότι το θέμα για το crime cinema θα ήταν κάπως ελλειπές αν δεν υπήρχε αναφορά σε ορισμένες αξιόλογες ελληνικές παραγωγές. Έτσι, με δεδομένο ότι γενικά δεν είμαι οπαδός του ελληνικού κινηματογράφου και οι γνώσεις μου στο θέμα είναι ελλειπείς, αναζήτησα στο δίκτυο, ποιες θα μπορούσαν να ήταν αυτές οι αξιόλογες υποψηφιότητες.

Το “ Ο Άνθρωπος του Τρένου ” συγκέντρωνε υψηλές βαθμολογίες, θετικές κριτικές, ενώ το δίδυμο Ντίνου Δημόπουλου–Γιάννη Μαρή είναι σίγουρα υποσχόμενο (σκηνοθέτης – σεναριογράφος). Επίσης, η σύνοψη της ταινίας μου τράβηξε ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον: Ενώ ταξιδεύει με την παρέα της προς Επίδαυρο, η Μαντώ –μια γυναίκα της καλής αθηναϊκής κοινωνίας– βλέπει μέσα σε ένα περαστικό τρένο τον άντρα που αγάπησε τα χρόνια της Κατοχής, τον οποίο θεωρούσε για 14 χρόνια νεκρό. Γιατί όχι; Άλλωστε τα σενάρια του Χίτσκοκ δεν ήταν πολύ πιο ευφάνταστα.

Δυστυχώς, ο θυσαυρός αποδείχτηκε άνθρακας. Θα ξεκινήσω, περιγράφοντας τα προβλήματα που δε με ενόχλησαν. Η υποκριτική είναι για τα πανηγύρια. Καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, δε βρήκα ούτε μια σκηνή που να με πείσει για τα δεινά και το δράμα των ηρώων. Τα γνωστότερα ονόματα του cast είναι ο Γιώργος Γαβριηλίδης, η Άννα Συνοδινού, η Ζωρζ Σαρρή και η Μάρω Κοντού (στη δεύτερη μόλις κινηματογραφική της εμφάνιση, σε ηλικία 25 ετών). Ονόματα δηλαδή που δε σε προδιαθέτουν για μεγάλα πράγματα.

Οι διάλογοι είναι εκτός τόπου και χρόνου, κάτι αναμενόμενο για την εποχή. Για παράδειγμα:

 Αγάπη μου πως είσαι;

 Θαυμάσια!

Μήπως το βρίσκεις πληκτικό το Μπούρτζι;

Αυτή η μοναξιά του στη μέση της θάλασσας με ενθουσιάζει.

Συνεχίζοντας με τα μη ενοχλητικά προβλήματα, άνθρωποι που εμφανίζονται στην ταινία με διαφορά 14 ετών είναι ίδιοι και απαράλλαχοι. Ούτε άσπρα μαλλιά, ούτε ρυτίδες, ούτε διαφορετικό make–up. Επίσης, υπάρχουν αρκετές βλακώδεις σεναριακές ευκολίες: Θέλοντας η κολλητή της πρωταγωνίστριας να μάθει τι της συμβαίνει, υποδύεται ότι στραμπούληξε το γόνατό της μπροστά σε όλη την παρέα, για να μείνει κοντά της αποφεύγοντας το μπάνιο.

 Πάμε όμως στα πραγματικά προβλήματα του film: Οι δημιουργοί της ταινίας δεν έχουν καταλήξει στην κατεύθυνση που θέλουν να ακολουθήσουν. Το “Ο άνθρωπος του τραίνου” χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τους κριτικούς “μια ταινία κοινωνική και δραματική, ένα film noir με διακριτικό suspense”. Εγώ πάλι λέω ΧΑΛΙΑ! Όχι μόνον το suspense είναι ανύπαρκτο, αλλά για 90 λεπτά ο θεατής μετεωρίζεται μεταξύ κατοχής και υπερχλιδάτων διακοπών στο Ναύπλιο για να μάθει ποιος είναι αυτός ο μυστηριώδης άντρας που σκανδαλίζει τη Συνοδινού και πρόκειται να βάλει μπουρλότο στον επιτυχημένο γάμο της. Δεν υπάρχει καμία αστυνομική πλοκή, κανένα μυστήριο, καμία αγωνία.

Δε χρειάζεται να κράξω περισσότερο. Προσωπικά, για να μην παραδεχτώ ότι απλά πέταξα 90 λεπτά από τη ζωή μου, ιδού τι αποκόμισα από τον “Άνθρωπο του Τρένου”: Για λόγους που δε μου είναι απόλυτα προφανείς, οι Αθηναίοι αστοί της δεκαετίας του ’50 προτιμούν Αμερικάνικες βάρκες με τέσσερις ρόδες για τις μετακινήσεις τους, αντί για τα πολύ πιο αξιόλογα Mercedes και Jaguar. Επίσης, έμαθα ότι στο Μπούρτζι από το ’50 ως το ’70 λειτουργούσε ξενοδοχείο και εστιατόριο.

Αν είστε σαν εμένα σκεπτικιστής απέναντι στο παλιό ελληνικό cinema, αλλά θέλετε να τσεκάρετε τις επιδόσεις του στο αστυνομικό δράμα, ΜΗΝ ξεκινήσετε από εδώ.

———————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————–

Click it and see

Click it and see

Ο γιος του Τσάρλυ (2008) – του Κάρολου Ζωναρά

Ίσως εδώ βρεθεί αυτό που ζητάω, δηλαδή ένα αξιοπρεπές ελληνικό αστυνομικό. Ο Κάρολος Ζωναράς μου έχει τραβήξει το ενδιαφέρον σε συνεντεύξεις, ενώ το trailer του φετινού του έργου “Μπιγκ Χιτ”, είναι πραγματικά ενδιαφέρον.

Τι γίνεται λοιπόν με τον “Γιο του Τσάρλυ”; Ο Τσάρλυ, νονός της νύχτας σε παρακμή, και ο Μπιγκ Τζον, ηλικιωμένος ναρκέμπορος, συγκρούονται για τον έλεγχο της περιοχής του λιμανιού. Η κορύφωση του πολέμου τους θα συνοδευτεί από την άφιξη ενός ρακένδυτου, αμίλητου νεαρού που θα συμβάλλει με τον τρόπο του στο ξεκαθάρισμα των λογαριασμών τους.

ΧΑΛΙΑ στη νιοστή δύναμη. Η αλλαγή του χρόνου με έπιασε να βλέπω σκουπίδια, ελπίζω αυτό να μη σημαίνει ότι θα βλέπω σκουπίδια για όλο το 2013.

Η υποκριτική εδώ είναι ακόμα χειρότερη από τον “Άνθρωπο του Τρένου”. Όχι βέβαια ότι υπήρχαν απαιτήσεις από το εν λόγω cast: Φαίδωνας Γεωργίτσης, Κώστας Βουτσάς, Δήμητρα Παξινού, Παύλος Ευαγγελόπουλος, Νεκτάριος Παπαλεξίου. Είχα την περιέργια να δω τον Βουτσά να ενσαρκώνει έναν ηλικιωμένο μαφιόζο, αλλά πραγματικά ένιωσα σα να παρακολουθώ τον Rivaldo να προσπαθεί να βγάλει ενενηντάπλεπτο σε αγώνα της φετινής Barcelona. Αυτός που σώζεται κάπως από την υποκριτική Χιροσίμα της ταινίας είναι ο Γιώργος Γιαννόπουλος (Τόνυς). Ο τηλεοπτικός “Γαργαμπίκας” διεκπεραιώνει με άνεση έναν ρόλο στα μέτρα του, ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους.

Η ταινία είναι βουτηγμένη στο βούρκο: Τραβεστί, εκβιαστές, βία, ομοφυλοφιλικό sex, πιστολίδια, ναρκωτικά, πορνεία. Όμως, σερβίρονται σα σάντουιτς με απόλα σε κάκιστο βρωμικάδικο. “Ο Γιος του Τσάρλυ” έχει πολλά κοινά με τον “Άνθρωπο του Τρένου”, όχι σε επίπεδο ουσίας, αλλά σαν υλοποίηση. Εκτός από τα προβλήματα υποκριτικής και εδώ οι διάλογοι προκαλούν αναγούλα:

 Τσάρλι: Ξέρεις τί είναι τραβεστί Τόνυ; Γυναίκα με πούτσο.

Τόνυ: Λες να μην το ξέρω Τσάρλι;

Tσάρλι: Είναι λάθος της φύσης!”

Επίσης, υπάρχουν χαζές προχειρότητες στην υλοποιήση απλών πραγμάτων: Η αντιπροσωπεία της Audi, Τσαούσης, έχει χορηγήσει πολλά από τα αυτοκίνητα της ταινίας. Έτσι, όλα τα Audi στον “Γιο του Τσάρλυ” είναι γεμάτα με αυτοκολλητάκια “Tsaousis. Καταλαβαίνω ότι πρόκειται για ταινία χαμηλού προϋπολογισμού, αλλά ένιωσα ότι έπρεπε να δανείσω στους δημιουργούς το Xsara της μητέρας μου για καλλιτεχνικούς λόγους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα πάντως κι εδώ, είναι ότι ο Ζωναράς δεν έχει καταλήξει τι θέλει να κάνει. Υποτίθεται ότι υπάρχουν κάποιες αδιόρατες αναφορές στον Οιδίποδα και τον Φρόυντ, μήπως όμως αυτές είναι υπερβολικές βλέψεις για τέτοιου τύπου παραγωγή; Εδώ έχουμε να κάνουμε με καφροχαβαλέ, χωρίς όμως καθόλου χιούμορ. Πριν ορισμένα χρόνια, είχα παρακολουθήσει το crime–σκουπίδι “Η επιστροφή των καθαρμάτων” με τον Σουγκλάκο στο Texas Club, στην Ιπποκράτους. Πέρασα καλά, διότι η ταινία δεν έπαιρνε σοβαρά τον εαυτό της και με την υπερβολή της αυτοσαρκαζόταν. “Ο Γιος του Τσάρλυ” είναι κάκιστος σαν αστυνομική ταινία και είναι υπερβολικά σοβαρός σαν trashoσαχλαμάρα.

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν είμαι ούτε σοβαροφανής, ούτε εκλεπτυσμένος. Επίσης, ο Ζωναράς μου είναι συμπαθής και αναμένω με ενδιαφέρον το “Μπιγκ Χιτ”. Όμως ο “Γιος του Τσάρλυ” είναι ένα τεράστιο Hit and Miss.

———————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————–

Click it and see

Click it and see

Πανικός (1969) – του Σταύρου Τσιώλη

Αισθανόμενος σαν τον Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη να λέω σε διαγωνιζόμενους στο “Να η Ευκαιρία”: “Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σας βάλω πάνω από τγία”, συνέχισα να ψάχνω για ένα καλό ελληνικό αστυνομικό.

 “Πανικός” λοιπόν. Maybe there is light at the end of the tunnel. Ο Σταύρος Τσιώλης υπογράφει εδώ το σενάριο και τη σκηνοθεσία και θα πω εξ αρχής πως τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα από τα δύο προηγούμενα film.

Ένα άρρωστο ανήλικο αγόρι, γόνος πλούσιας αθηναϊκής οικογένειας, απαγάγεται από αδίστακτη συμμορία που απαιτεί λίτρα 2 εκατομμύρια δραχμές σε χρησιμοποιημένα χαρτονομίσματα. Τίποτα το πρωτότυπο εδώ, έχει ξαναειδωθεί χιλιάδες φορές με διαπραγματευτές από τον Mel Gibson μέχρι τον Eddie Murphy. Το θέμα είναι τι ξεχωριστό κάνει ο Τσιώλης πίσω από την κάμερα.

Κατ’ αρχήν, το cast είναι με τα πάνω του και τα κάτω του: Από την πλευρά των θυμάτων έχουμε τους Άγγελο Αντωνόπουλο (πατέρας θύματος), Κώστα Καζάκο (αστυνόμος Βασίλης Μακρίδης), Σοφία Ρούμπου (μητέρα θύματος), Ζώρας Τσαπέλης (αστυνομικός διευθυντής). Ο Καζάκος είναι εκείνος που τρώει τον περισσότερο κινηματογραφικό χρόνο και είναι πειστικότατος. Όσοι, σαν εμένα, τον ξέρετε από την “Βέρα στο Δεξί” να λέει “Στράαααατο! Είσαι αγύριστο κεφάλι” θα εκπλαγείτε ευχάριστα. Από την πλευρά των συμμοριτών, έχουμε τους Σπύρο Καλογήρου, Νίκο Γαλανό (στη δεύτερη κινηματογραφική του εμφάνιση) και Γρηγόρη Ευαγγελάτο. Οι δύο πρώτοι είναι κάκιστοι, ενώ ο Ευαγγελάτος είναι επαρκέστατος.

Η κινηματογράφηση της ταινίας είναι ενδιαφέρουσα, με πολλά νυχτερινά πλάνα, κάπως “δειλές” ανατροπές και όμορφα ευρήματα. Θα επικεντρωθώ τόσο στη σκηνή με το ταχύπλοο στη Βάρκιζα, όσο και στην ιδέα με τα χάπια του μικρού και στο πως αυτά επηρεάζουν την εξέλιξη της πλοκής. Επίσης, ο Τσιώλης έχει γράψει με την κάμερά του μερικές από τις καλύτερες σκηνές καταδίωξης με αυτοκίνητα που έχω παρακολουθήσει στο ελληνικό cinema. Είναι βέβαιο ότι κάποιος οδηγός αγώνων της εποχής βρίσκεται πίσω από το τιμόνι της BMW 2002 που κυνηγιέται στην Πλατεία Συντάγματος και στην Κηφισσίας από τα περιπολικά, δημιουργώντας μια σκηνή καταδίωξης χολυγουντιανού επιπέδου.

Γενικά ο Τσιώλης φαίνεται να ενδιαφέρεται για την προβολή των αυτοκινήτων της ταινίας, ενώ εντύπωση μου προκάλεσε και η αναφορά των αστυνομικών σχετικά με το ότι τα ελαστικά του οχήματος των κακοποιών είναι Pirelli 125/300. Το soundtrack του Κώστα Καπνίση είναι σε σημεία πολύ καλό, αν και θα ήθελα να λείπουν κάποια κομμάτια που θυμίζουν κωμωδία με τον Κωνσταντάρα. Άξια λόγου επίσης είναι η πίεση που ασκούσε ακόμα και εκείνη την εποχή ο τύπος στην αστυνομία. Οι δημοσιογράφοι είναι στημένοι έξω από τη διεύθυνση της ασφάλειας, έτοιμοι να πετσοκόψουν με τα γραφόμενά τους, τους μπάτσους αν κάτι πάει στραβά. Με τη σειρά του, ο αστυνομικός διευθυντής ασκεί έντονη πίεση στον Καζάκο να κλείσει χωρίς απώλειες την υπόθεση. Η κορύφωση του δράματος θα πραγματοποιηθεί στην ερειπομένη τότε Βίλα Καζούλη, με μερικά ενδιαφέροντα πλάνα.

Πάμε τώρα στους λόγους που κρατάνε χαμηλά την ταινία. Κατ’ αρχήν, όπως προαναφέραμε, οι “κακοί” δεν είναι αρκετά κακοί. Ο Γαλανός είναι κατουρημένος σε όλη την ταινία και προσπαθεί να προστατέψει το απαχθέν ανήλικο. Από την άλλη πλευρά, επιδεικνύει άριστες ικανότητες πίσω από το βολάν και ψυχραιμία που δεν θα περίμενε κανείς, από την υπόλοιπη εμφάνισή του στην ταινία. Ο δε Καλογήρου είναι εκτός κλίματος και δεν πείθει σαν εγκληματικός εγκέφαλος. Επίσης, φαντάζει εντελώς παράλογο μια συμμορία που έχει μηχανευτεί ένα τόσο αριστοτεχνικό σχέδιο απαγωγής, να αντιδράει με τέτοια αμηχανία μπροστά στην παραμικρή δυσκολία. Όταν η βίλα είναι περικυκλωμένη από αστυνομικούς, οι κακοποιοί στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλον, αντί να στέλνουν κομματάκια του μικρού στους μπάτσους. Επίσης, δεν μπορεί ένα καταπληκτικό κυνηγητό με αυτοκίνητα να τελειώνει με καταστροφή της εμπρός δεξιάς ανάρτησης στο ίσιωμα.

Κατά συνέπεια, υπάρχουν ορισμένες τρανταχτές σεναριακές αστοχίες που όμως δεν επαρκούν για να χαντακώσουν το σύνολο της ταινίας. Ο “Πανικός” φαντάζει με όαση μπροστά στις δύο προηγούμενες ταινίες και συστήνεται σα δείγμα ελληνικού αστυνομικού, χωρίς όμως να φτάνει ούτε τη χειρότερη από τις υπόλοιπες – αλλοδαπές – ταινίες του αφιερώματος. Ο χρόνος σας πάντως δε θα πάει χαμένος κατά την παρακολούθησή της.

———————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————–

Διαβάστε επίσης:

Crime Movies Vol. 1

Crime Movies Vol. 2

Advertisements

10 thoughts on “Crime Movies: The Greek Version

  1. Αλήθεια πολλές πιθανότητες με το να δω ελληνικό αστυνομικό σινεμά, δεν υπήρχαν.

    Μετά από αυτά που διάβασα, προτιμώ να δω Πρωινή Μελέτη -αν παίζεται ακόμα και δεν έχει γίνει μεσημεριανάδικο.

    Ούτε καν του Τσιώλη δε ψήνομαι να δω, που το δικό του «Ας περιμένουν οι γυναίκες» είναι από τις αγαπημένες μου ελληνικές ταινίες.

    Υσ= Σχετικά με την Κοντού θα την έκρινα προσωπικά ως επαρκή ηθοποιό. Για την υποκριτική της Ζωρζ Σαρρή δεν ξέρω.

    Ούτε τη Συνοδινού την έχω δει να παίζει θέατρο, μόνο στην τηλεόραση. Ούτε τον Κατράκη τον έχω δει να παίζει θέατρο, μόνο σε κάτι απαράδεκτες ταινίες για την ελληνική επανάσταση.

    Και δεν πρόκειται να υποστηρίξω πως η Συνοδινού είναι η Κατίνα Παξινού ή η Μέριλ Στρι ή η Κάθριν Χέμπορν, απλά το «Ονόματα δηλαδή που δε σε προδιαθέτουν για μεγάλα πράγματα» νομίζω είναι υπερβολικά αφοριστικό για ένα πρόσωπο του θεάτρου σεβαστό. Επαναλαμβάνω σίγουρα όχι το μεγαλύτερο «μεγαθήριο» του ελληνικού θεάτρου αλλά μια σεβαστή καριέρα.

    Δεν την έχω δει live αλλά ούτε τον Κατράκη. Απλά δε μπορώ να πιστέψω ότι είναι τόσο οφσάιντ όσοι την/τον έχουν δει.

  2. Κι εγώ δεν έχω δει κανέναν από τους δύο στο θέατρο, αλλά άμα δεις τη Συνοδινού στον «Άνθρωπο του Τρένου», θα σκεφτείς ότι μπροστά της η Γκιζέλα Ντάλι είναι Merryl Strip. Μιλάμε για τρομακτικά χάλια. Η Κοντού πιστεύω κι εγώ πως είναι επαρκής ως σοβαρή/σέξυ παρουσία αλλά μέχρι εκεί. Δεν κρατάει μόνη της μια ταινία, όπως έκανε για παράδειγμα η Αρώνη.

    Ο «Πανικός» δεν είναι χαμένος χρόνος, αλλά δεν είναι και αριστούργημα. Προσωπικά πιστεύω ότι ο ελληνικός κινηματογράφος υπολείπεται σε όλα τα επίπεδα αυτού που λέμε world class και τότε και τώρα. Ειδικά στο αστυνομικό δράμα, τα πράγματα είναι απελπιστικά.

  3. Για το αστυνομικό δράμα είμαι σίγουρος…

    Ο «Μαχαιροβγάλτης», χωρίς να είναι crime movie, έχει να κάνει με υπόκοσμο -κατά κάποιο τρόπο. Είναι κοντά στο crime cinema.

    Παράλληλα βέβαια, είναι μάλλον για μένα η χειρότερη ταινία του Οικονομίδη τον οποίο πολύ γουστάρω και με απογοήτευσε κάπως με εκείνη την προσπάθειά του.

    Πάντω το ελληνικό σινεμά πρέπει να κρίνεται βάση του μεγέθους της χώρας. Και τα τελευταία χρόνια έχει κάνει τεράστια βήματα και σε όγκο παραγωγής και σε ποιότητα. Το να συγκρίνεται το ελληνικό με το γαλλικό σινεμά είναι σύγκριση ανόμοιων μεγεθών. Μπορεί βέβαια το ελληνικό να συγκριθεί με το Δανέζικο -παρόμοιες σε πληθυσμό χώρες άλλωστε.

    Εκεί νομίζω είναι το στοίχημα.

  4. Σωστές όλες οι παρατηρήσεις.

    Οι ποιότητα των ταινιών του Οικονομίδη είναι σταθερά πτωτική. Κατά τη γνώμη μου ξεκινάει αρκετά καλά με το «Σπιρτόκουτο», πέφτει με την «Ψυχή στο Στόμα» και τα θαλασσώνει με τον μαχαιροβγάλτη. Δε θα τα έλεγα πάντως crime movies, αν και ανεπιφύλακτα θα σύστηνα σε έναν ξένο θα δει το σπιρτόκουτο με υπότιτλους.

    Οι Δανοί βγάζουν καλές αστυνομικές ταινίες (και καλές ταινίες γενικότερα), όπως και οι Σουηδοί και οι Νορβηγοί επίσης. Καταλαβαίνω ότι μια μικρή χώρα δεν μπορεί να έχει χολυγουντιανές παραγωγές, από την άλλη όμως πλευρά, αυτό είναι και μια καλή δικαιολογία για την ελληνική, εικαστική μιζέρια.

    Δε νομίζω ότι χρειάζεται μεγάλος προϋπολογισμός για μια καλή ταινία, εμπορική ταινία. Κατά τη γνώμη μου το βασικό πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν άκρα: Είτε υπερκουλτουριάρικες παραγωγές που σε κάνουν να θέλεις να κατακρεουργήσεις τους πρωταγωνιστές από τη βαρεμάρα, είτε καφροσαχαλαμάρες του βίντεο, που μου είναι μεν πιο συμπαθείς, αλλά δεν τις θεωρώ και μνημεία του cinema. Ο αξιοπρεπής εμπορικός κινηματογράφος, όπως ο αστυνομικός για παράδειγμα, έχει ενοχοποιηθεί αναίτια στην Ελλάδα.

  5. Και εγώ συμφωνώ με αυτά που λες -σε μεγάλο αλλά όχι απόλυτο βαθμό.

    Προσωπικά μιλώντας, αρχικά νομίζω ότι δεν είναι εικαστικό το θέμα για το ελληνικό σινεμά. Είναι θέμα αδύναμης συνήθως πλοκής και σεναρίο που ίσως πιάνουν οι λίγοι, ποτέ οι πολλοί.

    Φέρνω δύο παραδείγματα.

    Πρώτο το «Καβάφης» του Σμαραγδή. Καθόλου δε μου άρεσε και το βαρέθηκα. Φωτογραφικά είναι αριστουργηματικό.

    Τα ίδια και στον Αγγελόπουλο. Εάν εξαιρέσεις το «Θίασο» -που μου και ταινιάρα είναι, και ρυθμό όχι τόσο αργό έχει- στις άλλες του ταινίες δεν την παλεύω. Είναι αργές και με σενάριο το οποίο δε με κρατάει. Σε κάθε περίπτωση όμως φωτογραφικά είναι μαγευτικός.

    Τώρα για ταινίες που και χαζοκουλτουρέ δεν είναι, και σενάριο έχουνε και καθαρά «ελληνικές» είναι πρόχειρα θα έλεγα δύο:

    1. Ο Βασιλιάς, του Νίκου Γραμματικού με τον Βαγγέλη Μουρίκη πρωταγωνιστή: Απλά γαμάτη ταινία.

    2. Στρέλλα: Υπεργαμιστερή ταινία

    Τώρα για τη δαιμονοποίηση του οτιδήποτε ευχάριστα αλλά και ουσιωδώς εμπορικού στην Ελλάδα, φοβάμαι ότι πάσχουμε σε αρκετό βαθμό από επαρχιωτισμό.

    Το ότι μόνο οι εκδόσεις Bell «καταδέχονταν» -αφού άλλοι εκδοτικοί δεν ήθελαν να μολύνουν φαντάζομαι τις σειρές τους με κατασκοπική λογοτεχνία- στην Ελλάδα να εκδίδουν τον μεγάλο John Le Carre, νομίζω δείχνει την επίφαση κουλτούρας που συχνά μας τρώει.

  6. Δεν έχω δει ούτε το «Βασιλιά», ούτε τη «Στρέλλα» και δεν την παλεύω ούτε με τον Αγγελόπουλο, ούτε με τον Σμαραγδή, ούτε με τον Βούλγαρη.

    Και επειδή θα κατηγορηθώ από τους κινηματογραφοκασιαδιάρηδες ως ανθέλληνας, αν πρέπει να αναφέρω κάποιες αξιόλογες παραγωγές αυτές είναι:

    1) Λούφα και παραλλαγή (η πρώτη, χιλιοσυζητημένη ταινία φυσικά)
    2) Μάθε παιδί μου γράμματα
    3) Η κόμισσα της φάμπρικας (γραμμένη από τον πατέρα που Πρετεντέρη)

    Πάντως μιλώντας για ταινίες με αστυνομική πλοκή είμαστε μάλλον για τα πανηγύρια. Πόσο δύσκολο είναι να γυριστεί κάτι σαν το «Lock Stock and two smoking barrels», ή σαν το Tzametti 13. Δεν περιμένω το «Die Hard» ή το «French Connection», αλλά δε νομίζω ότι χρειάζεσαι τόσο μεγάλους προϋπολογισμούς, ή τόσο απαράμιλη καλλιτεχνία για να γυρίσεις ένα αξιπρεπές αστυνομικό δράμα.

    Ένας σκηνοθέτης πάντως που πραγματικά ξεφεύγει από την ελληνική μιζέρια είναι ο Κώστας Γαυράς, ο οποίος αύριο εμφανίζεται στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, σε συζήτηση για το πολιτικό σινεμά. Όμως στο μυαλό μου το σινεμά του, δεν είναι με τίποτα ελληνικό σινεμά.

    • Το (1) και το (2) είναι τρομερές ταινίες, εύκολες στην παρακολούθηση και με ισχυρό κοινωνικό σχόλιο -χωρίς να γίνονται εκνευριστικά διδακτικές.

      Τώρα για τον Γαβρά, στα 18 του φεύγει και πάει Γαλλία. Στα 36 του με το «Ζ» -γαμώ τις ταινίες- κερδίζει Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης.

      Είναι ή δεν είναι ‘Ελληνας δημιουργός; Ιδού η απορία. Εγώ πιστεύω ότι εν μέρει, αν όχι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό είναι. Προσωπική αποψή αυτό. Όπως πιστεύω ότι ο Πολάνσκι είναι Πολωνός δημιουργός, άσχετα αν οι περισσότερες ταινίες του δεν είναι γυρισμένες στα Πολωνικά.

  7. Παράθεμα: Crime Movies Vol. 3 « Τα Νέα του Βελγίου

  8. Παράθεμα: Η χειρότερη ταινία του κόσμου « Τα Νέα του Βελγίου

  9. Η ταινία »Ο άνθρωπος του τραίνου» δεν ειναι αστυνομική ταινία ούτε ανήκει στο crime cinema. Μάλλον κοινωνική θα την έλεγε κανείς και αφηγείται μια ρομαντική ιστορία. Εμένα προσωπικά μου άρεσε, όσο για την Άννα Συνοδινού δεν θα ελεγα οτι παίζει ασχημα αν και ναι, στο θέατρο ειναι πολυ πιο εντυπωσιακη, την έχω δει δυο φορες live σε παρασταση και είναι απλά απίστευτη, οσοι την εχουν δει να παιζει ζωντανα πιστευω θα συμφωνησουν μαζι μου οτι μετα την Κατινα Παξινου ειναι η μεγαλυτερη τραγωδος, ειναι ασύλληπτο το ταλέντο και το μεγαλείο της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s