Επιστολή προς Έθελ (Ένα αποτυχημένο σήκουελ του Μεγάλου Ανατολικού)

Στον Jorn που επέμενε

Το παρακάτω κείμενο ήθελε να είναι βιβλιοπαρουσίαση. Δεν τα κατάφερε. Ο Μέγας Ανατολικός είναι το βιβλίο. Αφορμή, το «Ανθολόγιον» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το 2011. Επιπροσθέτως, το παρακάτω κείμενο ήθελε να είναι γραμμένο σε πολυτονικό. Δεν ήξερε καλά όμως και κώλωσε. Τέλος, το παρακάτω κείμενο ήθελε να μιλήσει στην Έθελ, την αγγελική παιδίσκη του Υπερωκεανείου, η οποία ούσα ελεύθερη και μακριά από κάθε απαγόρευση κατά το ταξείδι, σκανδαλίζει τον αναγνώστη. Η Έθελ μεγαλώνει και χάνει την ελευθερία της, αφού σπουδάσει Ηθική Φιλοσοφία σε Πανεπιστημιακό Ίδρυμα της Νέας Υερσέης. Ούτε αυτό τον στόχο σημάδεψε καλά εν τέλει το κείμενο. Συγχωρήστε του την έκταση, και αν κρυώνετε με τα θερμαντικά σώματα του καλοριφέρ κλειστά, ας σας τυλίξει έστω το παρακάτω μακροσκελές ωσάν την Έθελ σινδόνι.

Εμπειρ

ΠΡΟΣ ΕΘΕΛ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ἡμῶν ὑπὸ τῶν χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ἡμῖν εἰσιν.

«Το μεγαλύτερο και δυσκολότερο πρόβλημα που έχουν να λύσουν οι άνθρωποι, όπου κι αν βρίσκονται, ό,τι κι αν πρεσβεύουν, ό,τι κι αν δοξάζουν, δεν είναι το ηθικό, ούτε το θρησκευτικό, ούτε το κοινωνικό, ούτε το οικονομικό, αλλά το ερωτικό, το οποίον αν μείνη άλυτο, είναι αδύνατον να λυθούν όλα τα άλλα…
Αλλιώς θα υπάρχη πάντοτε πολλή και φοβερή ψυχολογική και οργανική μιζέρια και φυσικά θ’ ανθή πάν…τοτε στη θέση της βιολογικής λειτουργίας κάποιος χριστιανισμός ή κονφουκιανισμός, κάποιος μαρξισμός ή καντισμός.

Κάποιο imperatif catigorique και κάποιο υπερεγώ. Με όλες τις μειώσεις, τις υφέσεις και τους ξεφτισμούς του ανθρωπίνου εγώ, του ανθρωπίνου δυναμικού και της ανθρωπίνης ενεργητικότητος, με όλους τους τρομερούς κινδύνους και τις απνυπολόγιστες καταστροφές που τέτοιες μειώσεις και υφέσεις συνεπάγονται…
Αλλιώς θα έχουμε ολοένα περισσότερους κριτικούς και λιγότερους ποιητάς, ολοένα πιο μεγάλη και πιο καταστροφική διαφοροποίηση σώματος και ψυχής, ολοένα περισσότερους ναρκισσευόμενους ανθρώπους, πατρίδες, κοινωνίες και έθνη, ολοένα περισσότερους αλγολαγνικούς πονοκαπήλους, ολοένα περισσότερες ανθρωποκτονίες και αυτοκτονίες.»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ημερολόγιο 1943

Αγαπητό μοι κοράσι,
Ετούτη η επιστολή επιθυμεί να καταγράψει όσα γίνανε μετά τον κατάπλου του Υπερωκεανείου ημών του ομοσυνουσίου. Ή πριν. Ή κατά την διάρκεια. Ω μέγα Υπερωκεάνειον, τραγουδάς και πλέχεις. Την σκέψη μου πώς περιπλέχεις. Εις εσένα ομιλώ Έθελ. Συμπλεύσαμε. Μα το έφερε ο θεός, ο μέγας Παν να συναπαντηθούμε ότε ο Μέγας Ανατολικός είχε πλέον φθάσει εις την Νέαν Γην, εις της Νέας Υόρκης τον γλυκύ λιμένα.

Να είπω επιθυμώ ότι. Ότε συνεπαντήθημεν εις το Αμφιθέατρον το Μέγα του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, δεν ήσουν πλέον το κοράσιον των δεκατριών ανοίξεων, το ευειδές μπουμπούκι το μη έχον εισέτι ανθίσει ή το επιβαίνον ηχόν και κρεμώδες προς ανθοφορίαν. Ήσουν εικοσαετής ολάνθιστος ίασμος. Επομένως, η περίφημη γνώσις του δένδρου του κακού είχε κατακαθίσει επάνω εις την φιλόστοργον κεφαλήν ωσάν πέπλος. Και εσύ εχόρευες των επτά πέπλων τον απροσχημάτιστον χορόν και εγώ ηκολούθην αόμματος και κωφός. Διότι μεν εχόρευες ως η Έθελ κατά τον ευλογημένον πλου, ήρχετο δε κάθε φορά κατόπιν του χορού αδέκαστος και βασανιστής ο Ιμμάνουελ. Ο Καντ. A priori ίνα κατατάσση εις κατηγορικάς επιταγάς τα πεπραγμένα ημών. Τάχα μου μη Χριστιανός. Ε, όχι Έθελ μου. Το ξέρεις πολύ καλά πως όλα αυτά που μας ψιθύριζε ανερυθριάστως ο φιλόσοφος παντελώς χριστιανικά ήσαν. Άλλωστε, Dei sub numine viget δηλώνετε εμβληματικώς όλοι οι ανθοί του Πανεπιστημίου Σου. Ότι ανθείτε μόνον υπό την δύναμιν του θεού. Διατί γιασεμάκι μου;

Δεν θυμάσαι κατά τον πλου την ελευθερία; Το ταξείδι το αγόγγυστο; Τους γέλωτας και τα παίγνια εν τω μέσω του πελάγου; Τα κύματα να παφλάζουν εις τα μεριά μας αναρχικά. Ω Έθελ, σε παρακαλώ, μη βάζεις τάξεις και αρχάς εις την ελευθερία. Αφού το κατέχεις καλύτερα από εμένα, γιασεμάκι μου, πως λέγει και ο Διονύσιος Σολωμός «αθάνατη και θεία… ό,τι θέλεις ημπορείς. Εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περιπατείς… Εις την γην είν’ ξακουσμένο, δεν νικιέσαι εσύ ποτέ• όμως, όχι, δεν είν’ ξένο και το πέλαγο για σε».

Είναι εν τέλει ο υπερπλείστος λόγος που μας καταρρακώνει εις τον παραλογισμό και την υστερίαν. Μη σκέπτεσαι τόσον πολύ. Ή σκοπού, ει δυνατόν, τας δυνατάς εκείνας στιγμάς, καθ’ ας η θάλασσα μας περιέζωνε, το έαρ ευωδίαζε εις τας πραιρίας του λειμώνος και λεμονάτη αλμύρα ανάβλυζε ελευθέρως.
Την αγαπημένην κεφαλήν Σου φιλώ και σκέπτομαι διατί να έμβουν τόσες ηθικές κατηγορίες εις τον αγαπημένον νουν; Ίσως ακούγεται εντελώς παλαβό αυτό, αλλά φρονώ εντόνως πως η ηθική είναι η μόνη ικανή δύναμις να ωθήση τον άνθρωπο εις τας πλέον ζώωδεις πράξεις. Ας είναι.

Πάντως εντός εκείνου του ευλογημένου Υπερωκεανείου τα πάντα ήσαν δυνατά. Ανερυθριάστως και ελευθέρως, πάσα αγία συνουσία συνετελείτο. Καθολικώς. Και τι μας έλεγε τάχα ο Ανδρέας ο Εμπειρίκος; Μία αλγολαγνική πράξις μονάχα συνέβη αλλού. Μία μόνον συνέβη κατά τον πλου εις αυχμηρά δωμάτια ετέρου πλοιαρίου. Εντός του ιστιοφόρου «Αλμπέρτα». Και πώς ετελειώθη; Μαύρα και άραχλα. Διότι «υπάρχουν έρωτες που δεν ολοκληρώνονται παρά εις τον θάνατον». Δηλαδή επλήρωσαν οι πράττοντες την ελευθερία της πράξεώς τους με την ίδια τους την ύπαρξη, την επλήρωσαν με την ζωήν τους. Επομένως; Επομένως η ελευθερία δύναται να υπάρξει μόνο εις τας καμπίνας και τας δεξαμενάς εκείνου του Υπερωκεανείου. Αν το Υπερωκεάνειον εγκαταλείψης, την ελευθερία θέλει να την πληρώσης.

Δεν εγκατέλειψα το Υπερωκεάνειον. Στιγμή. Ακόμα και εις την νήσον της εξορίας, ο Μέγας Ανατολικός με συνόδευε. Το ίδιο και Εσύ. Ήσουν εκεί. Και δεν ήσουν. Αι φωτογραφίαι από το Λονγκ Άιλαντ, μάρτυρες σφαλεροί ευδαιμονίας. Εγώ καβάλα στα καμπαναριά, δήθεν ευτυχής. Ήρχοντο Σειρήνες δήθεν εξωτικές, του Τέξας καουμπόισσες τα οπίσθιά των κουνώντας ρυθμικώς. Μία ήρχετο πρωί μεσημέρι βράδυ οιμώζουσα «You know the number of my room? You know it. When will you come over?” Αλλά δεν πήγαινα. Ηκροώμην της Σειρήνας, μα δεν ενέδιδα. Ουχί από ηθική επιταγή. Εκάτεχα πως δεν ήτο εκείνο το εμόν πλοιάριον. Ήξερα πως άπαξ και εγκαταλειφθή ο Μέγας Ανατολικός, η ελευθερία πληρώνεται αλγεινώς. Και δεν επεθύμουν να πληρώσω για μίας όποιας γελαδάρισσας τις θωπείες. Ύπαγε. Κελί ήτο η καμπίνα μου εκεί, όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά γιατί ευρίσκετο σε λάθος πλοίο. Δεν ήτο η δική μου γραμμή εκείνη. Επισκέπτης ήμην και παρέμεινα. Μόνη παρηγοριά τα βράδια το Μέγα Βιβλίο, ο Μέγας Ανατολικός και τα μικρά ήδιστα γραπτά Σου.

Ανθολόγιον

Πώς άρχισα τον πλου του Μεγάλου Ανατολικού τάχα; Δειλά, το Ανθολόγιον με έφερε στα μισά του ταξειδιού. Μα κάπου στα μέσα του Ατλαντικού σκέφτηκα «Μήπως κάτι απώλεσα; Μήπως από όσα μοι λέγει το κοράσιον κάτι χάνεται;». Τοιουτοτρόπως, κατέλιπον το Ανθολόγιον και ρίχθηκα δίχως καβάντζα καμιά στο πλήρες κείμενο. Μην χαθεί κάτι από τα λόγια του Μεγάλου Πομπού των Ψυχών, του Μεγίστου Αναλυτή της Ψυχής Σου, του Πανός και μόνο θεού αληθινού, φως εκ φωτός. Τόμο τόμο από τα μισά και δώθε το πήγα μέχρι το πέρας του ταξειδιού. Συγκρίνω και ζυγιάζω πια τώρα, ξέρω πως δεν θα έχανα την ουσία του αναγνώσματος. Ενδεχομένως τινάς αλγολαγνικάς σκηνάς. Μα την ουσία την είχε τόσο εύμορφα διαφυλάξει στο Ανθολόγιον ο επιμελητής.

Υπήρξε μαζοχιστικόν ως ανάγνωσμα ο Μέγας Ανατολικός. Είναι τόσες οι σκηνές ηδυπαθείας, τόσες οι ερωτικές συνομιλίες που από έν σημείον και μετά θαρρεί κανείς πως μόνον αυτόν είναι. Συνουσία για την συνουσία. Μα ενδιαμέσως, τόσο κατεργάρικα και τόσο πονηρά ο Μέγας Μυθιστοριογράφος έχει ενσταλάξει όλη του την φιλοσοφία, όλη του την φιλοστοργία απέναντι στον Άνθρωπο. Να την συμμαζέψω κάπως να Σου την δώκω εδώ κοράσι μου; Αφού κατά βάθος ξέρεις και εσύ, Έθελ μου, στο ίδιο Υπερωκεάνειον έπλεες τότε, εις την γλυκείαν της αθωότητος περίοδο, τι χρειάζεσαι δικές μου Ιεράς Συνόψεις ίνα εννοήσης τα ρηθέντα;
Ξέρω, ήλθε εις το πέρας του χρόνου η Γνώσις. Η εν Πανεπιστημίωι φιλοσοφική δόμησις της σκέψεώς Σου, η οποία διέλυσε πάσα ελευθερία. Μια σκοτεινή επιταγή, εις δάκτυλος σειόμενος απειλητικώς και αιωρούμενος άνωθεν παντός ελευθεριακού ξεσπάσματος και να λέγει «Μη». Μα δεν υπάρχει «Μη».

Αρχείο Λ. Εμπειρίκου

Αρχείο Λ. Εμπειρίκου

Θα πεις ίσως πως, κοίτα, ο Εμπειρίκος σου το είπε, όλο ετούτο είναι μία ουτοπία, ένα μυθιστορηματικό καράβι που πάει το ταξείδι του. Άλλωστε σου το δείχνει στα μούτρα, οιαδήποτε πράξι ελευθερίας επιτελείται εκτός του πλοίου δεν δύναται να είναι πράξι ελευθερίας, αλλά σκοτεινή, ειδεχθής και μιαρά αλυσίς. Ενδεχομένως. Όμως εμείς τις βάζουμε τις αλυσίδες κοράσι μου. Εμείς χτίζουμε την παράδεισο και την κόλαση. Διότι ο νους υψώνει τα Τείχη, είτε ο δικός μας, είτε των άλλων. Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μας έκτισε τείχη. Με τα αναγνώσματα τα σφαλερά. Με τις κατηγορικές επιταγές, τις καντιανές κατηγόριες και τις χριστιανικές ενοχές. Πράγματα πολλά έξω να κάμομε είχομεν. A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξουμε.

Ο Νους. Τι μεγάλος διαόλης. Τον έχει τόσον εύμορφα αναπαραστήσει στην «Καταιγίδα» του Μεγάλου Ανατολικού ο Αντρίκος. Τον ονειρεύομαι ώρες ώρες να γράφει. Πυκνοί καπνοί από τσιγάρα και το Υπερωκεάνειον να κουνιέται, οι λέξεις να τρέμουν σπαργώσαι πάνω στο χαρτί. Κουνάει. Θα πνιγούμε. Ο καπετάνιος-Νους τραυματίζεται εις την κεφαλή. Ομοιάζει νεκρός. Να οδηγήσει το Υπερωκεάνειον δεν δύναται. Έρχεται ο Ύπαρχος. Η Αίσθησις δηλαδή. Ο Κάτω Καπετάνιος, να αναλάβει το τιμόνι. «Μυλόρδε, σας ευχαριστώ εκ μέρους όλων, αλλά τώρα πρέπει να μου παραδώσετε το πηδάλιον.» Εγέλασε ο λόρδος Κλίφφορντ, όστις ολίγας σελίδας ενωρίτερα έτοιμος ήτο να εγκαταλείψη παντελώς. Αψηφών τα κύματα, ως τίγρις επί του πηδαλίου εκραύγασε, ως Αίας μαινόμενος, με όλην την δύναμιν των πνευμόνων του «… Δεν θα μας φας!… Δεν θα σου περάση!…» Φωνάζει δηλαδή «Είμαι ο νέος Νους, ύπαγε Κάτω Καπετάνιε, είμαι ο νέος Νους και θα δούμε εάν και πότε θα αναλάβεις εσύ το τιμόνι. Τώρα, εν μέσω αστροπελεκίου οδηγώ εγώ». Και Απελισμένος ο Ύπαρχος υπακούει, ζαρωμένος στη γωνία του και αφήνει τον Λόρδο να οδηγήσει. Ο Λόρδος Κλίφφορντ εκραύγαζε εις την θάλασσαν και μέσα εις την θύελλαν. Ποία είναι η θάλασσα;

Η θάλασσα είναι η Ηθική, είναι η τάχα μου λογική σκέψη, είναι το άκρον άωτον του Παραλογισμού, είναι εσύ Έθελ, ναι, εσύ, όχι στα δεκατρία καλοκαίρια όμως. Η θάλασσα είναι εσύ στα είκοσι καλοκαίρια, φορτωμένη «τραύματα» και «πρέπει». Μα δεν άκουσες τον μικρό Ναυτίλο να σου φωνάζει «Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το γιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι». Τον άκουσες. Και ότε ήσουν μικρή, ενστικτωδώς υπάκουσες. Μα μεγάλωσες και πήρες, Έθελ μου, Πηνελόπη και των ανδρών παμάφγος αντιλόπη, πήρες να εξυφαίνεις ξανά αυτό το ΠΡΕΠΕΙ κάθε βράδυ, το σάβανο του Λαέρτη, το σάβανο κάθε αληθινής αισθήσεως. Όχι ρε Έθελ μου, όχι. Γιατί να το υφαίνης κάθε βράδυ και να έχεις έξω τους Μνηστήρες δήθεν μη ενδίδουσα; Σου είπα εγώ ότι ήθελα ένδυμα τοιούτο; Πανάθεμα το Πανεπιστήμιο και τις τηβέννους του τις πορφυρές. Αφού είσαι η Έθελ, διατί δεν ακολουθείς τον βίο σου τον έμπλεω φύσεως και ελευθερίας;

Όπως και να έχει, η Τρικυμία του Μεγάλου Ανατολικού πέρασε και πήγε. Και συνεχίσθη ακατάβλητος ο πλους και πήγαινε το Μέγα Υπερωκεάνειον, τραγουδώντας και πλέχοντας. Ένιωθα μια κάποια απιστία, διότι είχα εγκαταλείψει στα μισά το Ανθολόγιον και είχα πιάσει τους παλιούς, αυτόνομους τόμους έναν έναν. Μα από την άλλη, δεν είναι και τρόπον τινά προγραμματική η έγκριση της «απιστίας» από τον ίδιο τον σαδιστή συγγραφέα; Γιατί άλλωστε σου βάζει τόσες σκηνές ερωτικών συμπράξεων την μία μετά την άλλη; Για να σε αναγκάσει να πεις «Αυτό ήταν, βαρέθηκα, δεν συνεχίζω άλλο, όλο γαμήσι γαμήσι γαμήσι». Γιατί το κάνει; Γιατι δεν χαρίζει κάστανα. Σε αγαπάει, Έθελ μου, ως εγώ, αλλά σου ζητά να τον αγαπήσεις και εσύ. Δεν θα σου δώκει την ουσία της φιλοσοφίας του έτσι εύκολα. Θα σε βάλει να δεις πρώτον πρώτον τον Μολοσσόν, την κτηνοβασία και την χαμηλής ηλικίας συνουσία και αφού σε παιδέψει θα σε ρίξει στα έγκατα της σκέψης του. Δεν είναι τελικά σαδιστής ο Εμπειρίκος. Αγαπησιάρης είναι. Μόνο που σου ζητάει αυτή την αγάπη να την δώκεις και εσύ πίσω, συνεχίζοντας την ώρα που σφίγγει το στομάχι από την αηδία. Διότι κακώς είναι αηδία, δεν είναι φυσικό να αηδιάζεις μπροστά στην ανθρώπινη φύση. Και σου το αποδεικνύει περίτρανα ο Μεγάλος Παππούς. Ο άνθρωπος έτσι, ως έχει, είναι ικανός για τα καλύτερα. Αυτό σου λέει ο Αντρίκος, κοράσι μου.

Clifford-Great-Eastern-t

Δεν θέλει να χάσεις την πίστη σου στον Άνθρωπο κοράσι μου, γι’ αυτό σε βασανίζει με όλες αυτές τις ερωτικές σκηνές. Δεν σου δίνει την ελπίδα έτσι, τζάμπα και βερεσέ. Όπως ο «καλός» Χριστούλης. Παράδεισος και ουδεμία ευθύνη φέρεις. Όχι βέβαια. Ο Αντρίκος Σου την τυλίγει σε αισθησιακές σκηνές, ίνα εννοήσης ότι εδώ είναι ο Παράδεισος και εσύ έχεις την ευθύνη να τον φτιάξης. Ου τόπος; Φρονώ πως όχι. Έλεγες «Πάμε Εκεί που σου είπα, στη Γη του Πουθενά και του Παντού» Σε ρώτησα τι ώρα φεύγει το πλοίο. Κοίταξες απελπισμένα το νηολόγιο «Η Ώρα δείχνει Πάντα και Ποτέ. Πάμε οι Δυο μας. Εγώ κι Εσύ» Αναρωτήθηκα αν θα είναι χωριστά τα εισιτήρια για τον Μεγάλο Ανατολικό ή ένα ενιαίο. «Η μάλλον μόνο οι Δυο μας» Χάρηκα που θα φεύγαμε επιτέλους από αυτό το νησί της υποκρισίας. Μα τότε ιβηρικός δαίμων σε κατέλαβε, και όπως ο Νερούδα επιμένει μονολόγησες «Πάμε εκεί που δεν περιμένει Τίποτα. Και θα βρούμε Όλα αυτά που περιμένουν». Όλα εδώ είναι όμως.

Αλήθεια, είναι μεγάλη κατεργαριά αυτό που παθαίνει το Μέγα Υπερωκεάνειον λίγο πριν πιάσει στεριά. Πόσο γελούσα ότε το ανέγνωθα. Είχον πλήσμονα ύδατος τον λουτήρα τον αχιβαδόσχημον (Χαίρε κεχαριτωμένη μικρή, αρμυρή και λευκή αχιβάδα) Πλείστο ύδωρ καυτό εις τον λουτήρα και εκράτουν σφιχτά τον τελευταίο τόμο, γυρίζοντας με μανία τις έσχατες σελίδες. Και κάπου λίγο πριν φθάσει το καράβι εις την Νέαν Γην, ο παππούς άναψε τσιγάρο και μου έκλεισε περιπαιχτικά το μάτι. ΣΤΟΠ!

«Εμπειρίκε μου κάμνεις πλάκα, έτσι;» Δεν απαντούσε, με κοίταζε παιγνιωδώς και υπομειδιούσε. Ρούφηξε τρεις τέσσερις τζούρες. Εγώ τσαντίστηκα με αυτά που έκανε, τώρα, είναι δυνατόν, τρεις σελίδες πριν το τέλος να μου κάνει τέτοιο παιγνίδι. Ήθελα να σκούξω «Σε παρακαλώ, μη μου το κάνεις αυτό, σε ικετεύω, σταμάτα, μην σταματάς ΤΩΡΑ!» Μα σώπασα.
Μετά σκέφτηκα, καλά να πάθω. Τα έκανα κι εγώ αυτά σε Εσένα, Έθελ μου. Εκείνη τη στιγμή εις τας πραιρίας πόρρω του Πρίνστον, λίγο πριν τον μέγα παφλασμό, την ώρα της ανεκλαλήτου ηδονής και την ώρα που η άγκυρα έπεφτε και τα κύματα του οργασμού σου θα ξεσπούσαν, την ώρα που σε καταλάμβαναν πνεύματα χθόνια και σπαρταρούσες ΣΤΑΜΑΤΗΣΑ. Σήκωσα το κεφάλι και Σε κοίταξα και είχες εκείνο το ικετευτικό βλέμμα που τώρα μέσα στα καυτά ύδατα είχα πάρει εγώ απέναντι στις κατεργάρικες τελευταίες σελίδες. Ας μην πω πώς λυτρώθηκες εσύ εκείνη την φορά και ας μην πω πώς λυτρώθηκα τελικά εγώ στις τελευταίες σελίδες του Μεγάλου Ανατολικού. Τελικά, παρά την αρχική οργή με τα ακκίσματα του Παππού (μα να σταματήσει έτσι και να ανάψει τσιγάρο;) με πήραν και εμένα γέλωτες αναβράζοντες. Και βρεθήκαμε να γελάμε εγώ κι αυτός σα να γνωριζόμασταν από χρόνια.

Κοράσι μου, το καράβι φεύγει. Το καράβι έφτασε. Το καράβι δεν θα φτάσει ποτέ. Το καράβι ήταν και είναι και θα είναι εδώ πάντα. Άνευ ορίων, άνευ όρων. Κι ο Μέγας Ανατολικός μας έδωσε το ωραίο ταξείδι. Ουδέν μείον. Πολλά πλέω.

Σε φιλώ,

Ανδρέας Σπερχής

Advertisements

4 thoughts on “Επιστολή προς Έθελ (Ένα αποτυχημένο σήκουελ του Μεγάλου Ανατολικού)

  1. Πάντως ότι και να λες, εάν το πιάσω το βιβλίο ποτέ, το ανθολόγιο θα διαβάσω.

    Αλλιώς μου φαίνεται κουμούτσα -αφήνεις δε και υπόνοιες πως τελειώνει απότομα- και πολύ με τρομάζει.

  2. Συμφωνώ μαζί σου Jorn. Όντως μπερδεμένες οι υπόνοιες παραπάνω. Όχι, δεν τελειώνει απότομα, απλώς έχει μία θεσπέσια κατεργαριά λίγο πριν το τέλος.
    Ναι, το Ανθολόγιον μπορεί να είναι ένα ουσιωδέστατο κόρτε με όλα τα ωραία του, ενώ το πλήρες των τόμων ενδεχομένως να μπορεί να λογιστεί ως αγχώδης γάμος. μια σοροπιαστή κουμούτσα.
    Οπότε συμφωνώ, Ανθολόγιον εν αρχή, ώστε να μην ξεφύγουμε από τον ήδιστον μήνα του αναγνωστικού μέλιτος!

    • Είσαι μέσα στο μυαλό Johnny μου. Μετά τον ΜΑ όλο την Έθελ σκέφτομαι όταν ευρίσκομαι στης Εθέλ τα λημέρια. Ω να ήτο και η δεύτερη αγγελική παις. Κάτι θα της στέλναμε και θα ρύθμιζε κάπως τα μεταμεσονύχτιά της δρομολόγια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s