Ο μύθος του Άρη Βασίλη 3: Μια μετα-(χ)ριστουγεννιάτικη ιστορία

"Follow me Chosen One"

«Follow me Chosen One»

HIDDEN TRACK: REDEMPTION SONG

Ο μύθος του Άρη Βασίλη 1: Όπου υπερμεγέθης μεταλλάς μεθάει και βάζει σκοπό να ανακαλύψει την χαμένη τέταρτη διάσταση

Ο μύθος του Άρη Βασίλη 2: Όπου υπερμεγέθης μεταλλάς κάνει τα πάντα -πιάνει δουλειά part time δηλαδή ως Santa Claus με φρικιαστικά αποτελέσματα για τα παιδάκια-  με σκοπό να ανακαλύψει την τέταρτη διάσταση και μέχρι και την τελική του πτώση.

Κάντε τον κόπο -επειδή πρόκειται για συνέχειες- να διαβάσετε τα δύο προηγούμενα επεισόδια για το καλό σας. Όποιος δεν το κάνει και δεν το στείλει και σε εφτά φίλους του θα τον επισκεφτεί ο Θεός του Βlack Metal το βράδυ της Πρωτοχρονιάς και θα του φάει την ψυχή.

Τον πέταξαν λιπόθυμο σε ένα παγωμένο κελί. Σε λίγο ξημέρωνε η παραμονή της πρώτης μέρας του νέου έτους. Σε λιγότερο από εικοσιτέσσερις ώρες ο καινούργιος χρόνος θα ήταν πραγματικότητα. Και εκείνος ήταν φυλακισμένος. Μακριά από την αποστολή του, πολύ μακριά από το όνειρο του. Βρισκόταν λιπόθυμος, οι Σκανδιναβοί Θεοί ξέρουν μόνο πόσες ώρες, στη ψειρού. Εγκλωβισμένος σε τρεις διαστάσεις που τον έπνιγαν. Χωρίς καφέ, χωρίς τσιγάρο και ψυχή. Με την τέταρτη διάσταση να έχει γλιστρήσει από τα χέρια του.

Του είχαν πάρει τα κορδόνια από τις Martens του –μη τυχόν και κρεμαστεί. Για κάποιο άγνωστο λόγο φορούσε μόνο το βρακί του και τη ξεσκισμένη Manilla Road μπλούζα του. Α, και το πέτσινο με τα καρφιά –σπασμένα πια- στο δεξί του χέρι. Κοίταξε γύρω του απελπισμένος. Έψαξε το στόμα του και διαπίστωσε πως του λείπανε τα μισά του δόντια. Θυμήθηκε σε fast forward κινηματογραφικό ρυθμό την πρόσφατη ζωή του. Τα μεθύσια, την αποκάλυψη –όπως πίστευε- πως υπάρχει τέταρτη διάσταση, την αποστολή του, την εκδήλωση με τα παιδάκια, τον εαυτό του ντυμένο Άγιο Βασίλη, τον αφηνιασμό του, τα ξερατά, το πολύ ξύλο που έφαγε, τις γκλοπιές και τις προσβολές των αστυνομικών. Ξαφνικά, ένιωσε, και είχε αλήθεια πολλούς μήνες να νιώσει, άσχημα για τον εαυτό του. Άρχισε να του χτυπάει την πόρτα η ντροπή. Μια ντροπή που, σχεδόν πάντα, έπαιζε με τον πόνο του και του υπογράμμιζε το κρυμμένο του κόμπλεξ. Ένιωσε, ξανά, ντροπιαστικά χοντρός.

Ο Άρης Βασίλης θέλησε να κατουρήσει, μα αλίμονο, η τουαλέτα του κελιού ήταν σπασμένη και με οπαδικά –αεκτζίδικα συγκεκριμένα- συνθήματα γραμμένα από πάνω της. Φώναξε, μα κανείς δεν απάντησε. Μόνο άκουσε από κάποιο διπλανό κελί ένα παράξενο τραγουδάκι. Τη μελωδία από το “Rudolf το ελαφάκι” με παραποιημένους στίχους. Σκέφτηκε τη κωφάλαλη γιαγιά του και τι να έκανε μόνη της. Λυπήθηκε. Τα έβαλε κάτω, όλη του τη ζωή, όλες του τις αποτυχίες. Αποφάσισε πως δε θα τα παρατήσει. Εκείνος και τα εκατόν σαράντα μεταλλάδικα κιλά του θα έβρισκαν την τέταρτη διάσταση -πάση θυσία.

Απλά ήθελε πρώτα να ακούσει το “One more fucking time” των Motorhead, να πιει μια Amstel, να κάνει ένα Camel, βρε αδερφέ. Αλλά πάνω από όλα καιγόταν να κατουρήσει. Φώναξε, μα κανείς δεν απάντησε. Συνέχιζε να φωνάζει «(Ρ)ε παιδιά», «(Ρ)ε παιδιά», «(Ρ)ε παιδιά», για τουλάχιστον ένα τέταρτο.

Ο αστυνομικός υπηρεσίας, ένας γεροδεμένος καραβανάς με ατημέλητη στολή, κατέβηκε κάτω φουρκισμένος.

-ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ; του είπε με δηλητηριώδες ύφος.

-Να, ξέετε, είναι θπαθμένη η τουαέτα.

-Ε, ΚΑΙ;

– Έρετε, θέλω να πάω τουαέτα και δε μποώ.

-ΣΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΠΟΥ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ.

– Ναι, αλλά τι θα κάω;

– ΘΑ ΤΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ. ΚΑΙ ΑΝ ΜΟΥ ΛΕΡΩΣΕΙΣ ΤΟ ΚΕΛΙ, ΘΑ ΚΑΤΕΒΩ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΘΑ ΣΤΑ ΒΑΛΩ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΝΑ ΤΑ ΦΑΣ ΜΟΥΝΟΠΑΝΑΚΙ!

Πήγε να φέρει αντίρρηση αλλά το όργανο χάιδεψε το γκλοπ του με νόημα και εκείνος σταμάτησε. Κιότεψε.

Δεν του είχε μείνει τίποτα, ούτε καν τα δόντια του. Και δεν είχε και το MP3 του μαζί. Και η κοπέλα από το διπλανό κελί συνέχιζε, σχεδόν αυτιστικά, το τραγούδι της σε Rudolf στυλ:

«Σκαταά στον Άι-Βασί-λη,

Σκαταά στο έ-λα-το,

Σκαταά στο ε-λαφά-κι,

Γαμώ το κέ-ρα-το»

Οι ώρες περνούσαν, είχε μπει το πρωί και δε μπορούσε να βρει τρόπο να πλησιάσει την τέταρτη διάσταση. Ήξερε, όμως, πως η αποστολή του δεν είχε τελειώσει.

Άκουσε ποδοβολητά και είδε μπροστά από τα κάγκελα να εμφανίζεται καταιδρωμένη η γιαγιά του με καμιά δεκαριά αστυνομικούς να την κυνηγάνε. Έπιασε γεμάτος προσμονή τα σίδερα και εκείνη έκανε το ίδιο. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ακούμπησαν τα δάχτυλα τους. Πρόλαβε να της πει: «Ιαιάκα, όλα καά, μην ανησυείς». Μετά την έσυραν, ρίχνοντάς της και μερικές ψιλές, μακριά και εκείνος φώναζε, ούρλιαζε φτύνοντας μίσος, οργή και σάλια: «Κωόμπατσοι, μη τη χτυπααάτε (ρ)ε! Θα σας γαμήσω τα κομιά (ρ)ε! Με ακούε! Ο Άης Βασίης θα σας γαμήσει τα σπίια σας».

Τώρα είχε officially τρελαθεί, χτυπιόταν σαν άγριο θηρίο και η τρελή από τον δίπλα θάλαμο δεν σταματούσε το χριστουγεννιάτικο τραγουδάκι της. Έπεφτε με όση φόρα μπορούσε να πάρει, με σκοπό να λυγίσει τα κάγκελα. Θα έσωζε την κωφάλαλη γιαγιά του και θα έβρισκε την τέταρτη διάσταση. Ορκίστηκε στους Manowar για αυτό.

Οι αστυνόμοι του φώναζαν: «ΑΝ ΔΕΝ ΣΚΑΣΕΙΣ ΚΩΛΟΠΑΙΔΕΡΑΣΤΗ, ΘΑ ΕΡΘΟΥΜΕ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΘΑ ΣΟΥ ΓΑΜΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΩΛΟ».

Αλλά εκείνος δε μάσαγε –είχε μια αποστολή να φέρει εις πέρας. Μπορεί να μην είχε μουσική, και ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν να ήταν το τραγούδι της τρελής, μα στο μυαλό του ήδη έπαιζε το riff από το Jailbreak των AC/DC.

Τελικά, δεν άντεξαν τη φασαρία. Κατέβηκαν κάτω.

Εκείνος τους κοίταξε με όλη την αρχοντιά του γιγάντιου μπυροσκεμπέ του, του σώβρακού του, της metal της ψυχής του και τους είπε –χωρίς δόντια- αργά και σταθερά.

-God thave the copth

Μπούκαραν μέσα. Διέλυσε δύο με τον όγκο του. Έκατσε πάνω τους και τους έλιωσε. Οι υπόλοιποι τον βάραγαν με γκλοπ και μπουνίδια αλλά δε μπορούσαν να ακινητοποιήσουν το θηρίο. Άρχισε να τους δαγκώνει. Τους κέρασε ένα κάρο πληγές και κατάφερε να τους αποσπάσει δύο αυτιά τουλάχιστον. Τον έδειραν μέχρι να πέσει λιπόθυμος –ξανά.

Το σκηνικό επαναλαμβανόταν κάθε δύο ώρες με ηχητική υπόκρουση «Σκατά στον Άι Βασίλη, σκατά στο έλατο, σκατά στο ελαφάκι, γαμώ το κέρατο».

Τον άφησαν λιπόθυμο τέσσερις φορές τουλάχιστον. Και τα μεσάνυχτά πλησίαζαν. Η αρχή ενός καινούργιου χρόνου. Είχαν αρχίσει να τον παρακαλάνε: «ΣΤΑΜΑΤΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ, ΜΑΣ ΕΧΕΙΣ ΓΕΜΙΣΕΙ ΑΙΜΑΤΑ. ΣΤΑΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΟ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ ΠΩΣ ΘΑ ΜΑΣ ΔΟΥΝΕ ΕΤΣΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ»;

Ο Άρης Βασίλης , όμως, ήταν γεμάτος με τον φανατισμό αυτού που ξέρει πως υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια εκεί έξω να τον περιμένει. Two Μinutes to Midnight και διαλυμένος πια από το ξύλο, μέσα στη ζαλούρα του, πίστεψε πως βρήκε τη λύση. Το πρόβλημα, το εμπόδιο που του έκοβε το δρόμο για την τέταρτη διάσταση, ήταν το μυαλό του. Όλες αυτές οι μνήμες αποτυχίας, όλα αυτά τα άχρηστα δεδομένα, όλα εκείνα τα καταπιεσμένα συναισθήματα, όλα τα κόμπλεξ που έπνιγε μέσα του. Έπρεπε να τα σβήσει, έπρεπε να κάνει erase τη μνήμη του και τότε η τέταρτη διάσταση θα γινόταν δική του.

Ξεκίνησε να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. Ξανά, ξανά, ξανά και ξανά. Ντουπ, ντουπ, ντουπ και ντουπ.

Οι μπάτσοι κατέφθασαν, μα τώρα κοίταζαν σαστισμένοι.

-ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; του φώναζαν.

Εκείνος δεν απάνταγε. Μόνο συνέχιζε το θεάρεστο έργο του, κάνοντάς τους και κάνα κωλοδάχτυλο που και που. «ΔΕ ΠΑ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ» είπαν και το άφησαν.

Το κεφάλι του είχε ανοίξει, μα δε σταμάταγε. Άλλωστε προτιμούσε να χτυπάει το κεφάλι του παρά να ακούει το γαμημένο το τραγουδάκι για τα σκατά και τα λοιπά.

Όσο ζαλιζότανε τόσο ένιωθε ότι βρίσκει μια άκρη στο λαβύρινθο για την τέταρτη διάσταση. Ο κόσμος γύρω του χανόταν και εκείνος έμπαινε σε μια ψυχεδελική κατάσταση που θύμιζε τον ήχο του Focus των Cynic με λίγο Ozric Tentacles.

Αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, οι δυτικές ανθρώπινες κοινωνίες έμπαιναν σε έναν ακόμη καινούργιο χρόνο τους. Και εκείνος είχε πιάσει επαφή με αυτό που ζητούσε η ψυχή του.

Έβλεπε, αχνά, έναν κόσμο που έμοιαζε με θαυμάσιο βιομηχανικό μεσαίωνα. Ένα θεσπέσιο όραμα στα μάτια κάθε μεταλλά. Κάστρα, δράκοι, σκοτεινά δάση, πυρηνικά απόβλητα, μαύρες θάλασσες, μυθικά διαστημόπλοια, τερατόμορφα ρομπότ, βαμπίρια και λυκανθρώπους, ημίγυμνες παρθένες και τη Lita Ford ολόγυμνη πάνω σε ένα άρμα του ήλιου, φίδια με  τον Odin πανδοχέα και νυχτερίδες με τη φάτσα του Ozzy.

Κι όλα αυτά σε τέσσερις διαστάσεις, έτσι;

Αυτό ήταν το σημαντικό. Η μία επιπλέον διάσταση που ένιωθε, που βιώνε σιγά σιγά.

Η παρουσία φανερώθηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του.

Μέσα στο κελί του, λουσμένος στο φως χιλίων ήλιων βρισκόταν ένας αστρικός ιππότης διαφορετικός από τους άλλους. Ντυμένος στην προσεχτική σμιλεμένη και αστραφτερή πανοπλία του. Με φτερά αγγέλου στην πλάτη. Όχι ένας άνθρωπος, αλλά ένα ανθρωπόμορφο λιοντάρι με μια λεοντή που θα ζήλευε και ο Lion-O. Ένας νοήμων αίλουρος από τον κόσμο της τέταρτης διάστασης, με γοητεία που θα ζήλευε και ο Richard Gere.

Τον κοίταξε επιδοκιμαστικά. “Follow me chosen one” του είπε. Εκείνος χαμογέλασε κατάπληκτος χωρίς δόντια. Ρώτησε μόνο: «Μπορώ να πάρω και τη γιαγιά μου»; Με μια απηυδισμένη γκριμάτσα του απάντησε: “Leave the old woman in peace. She has had enough”.

  Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε μακριά. Μακριά από την κατάθλιψη των τριών διαστάσεων. Σε ένα ταξίδι με προορισμό κάτι σα την Thundera. Σε έναν τόπο που από τα συντριβάνια του ρέει μπύρα, ο ήχος του ανέμου θυμίζει power metal και η ανεργία είναι προτέρημα.

ΥΣ= Και αυτό ήταν μια τριλόγια αφιερωμένη στο κακό γράψιμο, στο αναίτιο κάψιμο, στα ορθογραφικά λάθη, στον χαμένο χρόνο-άδικο κόπο της στρατιωτικής θητείας, στις εμμονές, στο μέταλ, στις μπύρες και τα τσιγάρα που σου προκαλούν πόνο στο στέρνο.

—————————————————————————————————————————————————————————

Διαβάστε επίσης:

Περί Βελγότητας και Βελγοσύνης (Η Μαριρέν)

Ταξίδι στα IKEθηρα

Advertisements

3 thoughts on “Ο μύθος του Άρη Βασίλη 3: Μια μετα-(χ)ριστουγεννιάτικη ιστορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s