Crime Movies Vol. 2

Η Barbara Bouchet χορεύει στον ρυθμό των 9 χιλιοστών

Η Barbara Bouchet χορεύει στον ρυθμό των 9 χιλιοστών

Μετά από επική ανταλλαγή απόψεων στα comments πρόσφατου post, ήρθε η μεγάλη στιγμή. Όπου τα comments γίνονται posts και η συζήτηση για τα «χαμένα» διαμάντια του crime cinema συνεχίζεται.

Το post αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου -και όχι sequel του.

————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————-

Milano Calibro 9

Milano Calibro 9 (1972) – του Fernando di Leo

Παραδέχομαι ότι ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον Ιταλικό αστυνομικό κινηματογράφο επειδή αγαπάω γενικώς τα αυτοκίνητα και ειδικώς τα κυνηγητά με αυτά. Ταινίες των Enzo Castellari, Umberto Lenzi και Fernando di Leo είναι γεμάτες από καταδιώξεις με Alfa Romeo Giulia και Fiat 124, που οδηγούνται στο όριο μέχρι καταστροφής στο κέντρο της Ρώμης, της Napoli ή του Milano.

Το Milano Calibro 9 είναι ότι καλύτερο έχω δει στο χώρο, μέχρι στιγμής, ακόμα κι αν οι αυτοκινητιστικές παρουσίες είναι μάλλον αδιάφορες. Η ιστορία έχει ως εξής: Ο Ugo Piazza αποφυλακίζεται κι αμέσως παρενοχλείται από τους πρώην συνεργάτες του στο οργανωμένο έγκλημα. Ο διεστραμμένος και σαδιστής Rocco τον πιέζει με κάθε τρόπο να αποκαλύψει που έχει κρύψει τα 300.000 $ που φημολογείται ότι έκλεψε από τον πρώην εργοδότη του, έναν Αμερικάνο μεγαλέμπορο ναρκωτικών. Παράλληλα, η αστυνομία εκβιάζει τον Piazza για να ασποσπάσει πληροφορίες για τους “πρώην φίλους του”.

Η σήψη και η διαφθορά του Milano σε όλο της το μεγαλείο: Μπροστά στα μάτια του θεατή παρελαύνουν πόρνες, πρεζόνια, εκβιαστές, πληρωμένοι δολοφόνοι, ληστές και αστυνομικοί που κινούνται πέραν των ορίων του νόμου για να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους. Σε κάποια ιστοσελίδα διάβασα για τις ικανοποιητικές ερμηνείες του Milano Calibro 9… Προσωπικά πιστεύω ότι ορισμένες από τις ερμηνείς στη συγκεκριμένη ταινία είναι από τις χειρότερες που έχω δει στη ζωή μου, κάνοντας το Σωτήρη Τζεβελέκο και τον Κώστα Παληό να μοιάζουν Orson Wells. Αξίζει πάντως να αναφερθεί ότι τον Ugo Piazza υποδύεται ο Gastone Moschin, γνωστός από την παρουσία του στο “Godfather II”. Αξιόλογη και η παρουσία της εκρηκτικής Barbara Bouchet, ειδικά για τους άρρενες θεατές.

Υπότιθεται πως γενικά με τις ταινίες του ο di Leo ασκεί έντονη κριτική στην Ιταλική κυβέρνηση, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για την έξαρση της εγκληματικότητας. Έτσι κι εδώ έχουμε ορισμένους διαλόγους ανάμεσα στο συντηρητικό και επιθετικό επιθεωρητή της αστυνομίας και τον κομμουνιστή υφιστάμενό του, Mercuri για το “τις πταίει”. Αμπελοφιλοσοφίες αν θέλετε τι γνώμη μου.

Γιατί λοιπόν είναι αξιομνημόνευτο το “Milano…”; Κατ’ αρχάς η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι εκπληκτική, καθώς ο Piazza περιοδεύει το βούρκο της Ιταλικής μεγαλούπολης. Αστυνομικά τμήματα, φτωχογειτονιές, μαφιόζικες επαύλεις και ουρανοξύστες που στεγάζουν το οργανωμένο έγκλημα επισκέπτεται ο ήρωας κυνηγημένος από το παρελθόν του. Η βία και η διαφθορά είναι διάχυτη, όπως και η αίσθηση καχυποψίας. Όλοι μπορούν να προδώσουν αλλά και να προδωθούν, ακόμα και από κοντινά τους πρόσωπα. Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλου ατού του film: To στοιχείο της ανατροπής.

Δε θέλω να δημιουργήσω spoilers, αλλά εγγυώμαι σε όποιον ξεκινήσει να βλέπει την ταινία, πως δεν πρόκειται να χαλαρώσει μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Το είδος που ονομάζεται poliziottesco αποτελεί μια άκρως ενδιαφέρουσα υποκατηγορία του crime cinema. Οι Ιταλοί, όπως θα περίμενε κανείς από αυτούς, βάζουν στα αστυνομικά τους πολύ δράση, αρκετή βία, αρκετές ρόδες (είτε αυτοκινήτων, είτε μοτοσυκλέτας) και φανταστικές γυναίκες σε μοιραίους ρόλους. Έχω όμως την εντύπωση ότι ακολουθούν τους Αμερικάνους συναδέλφους τους, με μια διαφορά λίγων ετών. Το μπαμ που έκανε “O Νονός”, φαίνεται να έδωσε μεγάλη ώθηση στο Ιταλικό crime cinema. Όταν όμως η Αμερική αποφάσισε να γίνει πιο horror/splatter, η Ιταλία ακολούθησε. Ακόμα χειρότερα, όταν ο post – apocalyptic, δυστοπικός πυρετός που προκάλεσε το Mad Max προσέβαλε τους Αμερικάνους, οι Ιταλοί αποφάσισαν να ακολουθήσουν εκ νέου. Είναι πραγματικά θλιβερό ότι σκηνοθέτες από τη γείτονα χώρα που πραγματικά διακρίνονταν στο αστυνομικό δράμα, μπήκαν στη διαδικασία να κοπιάρουν τον Τρελό Max και τον Φίδι Plissken κατά δεκάδες (Texas Gladiators, Bronx Warriors, 2019: After the Fall of New York, The New Barbarians και σταματάω γιατί αηδίασα) αντί να επικεντρωθούν και να εξελίξουν αυτό που γνώριζαν καλά.

Δυστυχώς, όπως και σε πολλά άλλα πράγματα, οι Ιταλοί δημιουργοί που είναι τόσο – μα τόσο – ικανοί, επέλεξαν να είναι followers και όχι leaders. Molto triste, amici miei.

———————————————————————————————————————————-

Βαρύ το φορτίο εδώ. Πολύ βαρύ. Παραθέτω τον παρακάτω διάλογο:

Jeremy Clarkson*: Helen Mirren, είναι πραγματική τιμή μου να σε έχω εδώ. Έγινες παγκοσμίως διάσημη από το “The Queen” και το “Prime Suspect”, εγώ όμως θα σταθώ στο ότι έπαιξες στο “The Long Good Friday”.

Helen Mirren: Πράγματι Jeremy, αν και τα δύο τρίτα του κοινού δε γνωρίζουν τι είναι το “The Long Good Friday”.

*γνωστός παρουσιαστής της αυτοκινητιστικής εκπομπής του BBC “Top Gear”.

Click it and see

Click it and see

The Long Good Friday (1980) – του John Mackenzie

Μεγάλη αλήθεια. Το Βρετανικό crime cinema είναι βεβαίως αξιόλογο, οι ταινίες όμως που κυρίως μνημονεύονται είναι οι γνωστές και μη εξαιρετεές του Guy Richie (δικαιώτατα και μάλλον επειδή δεν είναι αμιγώς crime cinema) και το “Get Carter”. Μου είναι πραγματικά παράξενο ότι το “The Long Good Friday” είναι σχεδόν ξεχασμένο σήμερα.

Βρισκόμαστε στο Λονδίνο του 1980, όπου ο αρχιμαφιόζος Harold Shand (Bob Hoskins) σχεδίαζει δουλειά εκατομμυρίων σε real estate, με επενδυτές από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η εμπιστοσύνη των δύο πλευρών κλονίζεται όταν βόμβες αρχίζουν να σκάνε σε διάφορες επιχειρήσεις του Harold. Τότε, ο Λονδρέζος εγκέφαλος του εγκλήματος θα προσπαθήσει να ανακαλύψει ποιος είναι αυτός που προσπαθεί να τον δυσφημίσει μπροστά στους Αμερικάνους συνεργάτες του.

Pure Class. Στις περισσότερες ταινίες που περιέγραψα μέχρι τώρα, υπάρχουν αδυναμίες, κακή ηθοποιία, σεναριακά προβλήματα και γενικά πράγματα που θα μπορούσαν να αλλαχτούν. Πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ τι θα άλλαζα στο “Long Good Friday”. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο παραδίδει μαθήματα. Θεωρώ ότι ο Hoskins είναι κάπως υπερτιμημένος, εδώ όμως αποδίδει φανταστικά το ρόλο του φιλόδοξου και δυναμικού Harold. Η δε Helen Mirren πραγματικά λάμπει, ενώ για πρώτη φορά βλέπουμε ότι σε μικρή ηλικία αποτελούσε μια πραγματικά αξιόλογη γυναικεία παρουσία, ικανή για εξώφυλλο αντρικού περιοδικού.

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί είναι φάτσες που έχετε σίγουρα ξαναδεί, αν παρακολουθείτε βρετανικό cinema ή τηλεοπτικά δράματα. Ο υπασπιστής του Hoskins είναι ο “Hatchet Harry” από τις “Δύο Καπνισμένες Κάνες”, ενώ ανάμεσα στους βομβιστές βλέπουμε και τον άσημο τότε Pierce Brosnan. Η ουσία είναι ότι όλοι αποδίδουν εξαιρετικά, μεταδίδοντας στο θεατή την αγωνία και το άγχος τους. Το σενάριο είναι δουλεμένο, έχει βάθος, έχει πολιτικές προεκτάσεις και σπουδαίες ανατροπές. Επίσης, είναι σχεδόν σίγουρο ότι έχετε κάπου ακούσει το soundtrack του film, χωρίς να γνωρίζετε από που προέρχεται. Η κλιμάκωση της έντασης είναι σπουδαία καθώς ο Harold νιώθει τους τοίχους να στενεύουν γύρω του, χωρίς να ξέρει πως πρέπει να αντιδράσει. Ενδιαφέρουσα επίσης είναι και η τοποθέτηση του σεναριογράφου σχετικά με το ότι ακόμα και οι αρχιμαφιόζοι δεν μπορούν να τα βάλουν με κάποιες “αποφασισμένες” κατηγορίες ανθρώπων. Είναι μια οπτική που έχουμε ξανασυναντήσει στο Βρετανικό cinema και ειδικά, στο “In the Name of the Father”. Περισσότερα λόγια είναι περιττά. Το “Long Good Friday” είναι must see και πραγματικά απορώ πως έχει ξεχαστεί σήμερα, τη στιγμή που το μάλλον ξεθωριασμένο “Get Carter” επιβιώνει στη μνήμη των σινεφίλ.

————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————-

Click it and see

Click it and see

Pickup on South Street (1953) – Samuel Fuller

Παρακολουθώ με φανατισμό κλασικά, μαυρόασπρα film–noir. Με τον ίδιο φανατισμό είμαι έτοιμος να κατακρίνω ότι δε μου αρέσει και υμνείται από το κινηματογραφικό κατεστημένο. Σε προηγούμενο post σχετικά με το “Drive” είπα ότι ουδόλως ενθουσιάστηκα με το “Maltese Falcon”, ενώ αποκοιμήθηκε με το “Big Sleep”. Επίσης, ενώ βρήκα αρκετά αξιόλογο το “The 3rd Man” θα διαφωνήσω τόσο με την επιλογή της μουσικής, όσο και με τους ύμνους για τη συγκεκριμένη ταινία.

Σίγουρα κρίνουμε ταινίες βάσει της εποχής που γυρίστηκαν, πιστεύω όμως ότι οι πραγματικά σπουδαίες ταινίες ΔΕΝ προδίδουν ούτε την εποχή που γυρίστηκαν, ούτε την ηλίκια τους και αυτό συμβαίνει με όλα τα πραγματικά σημαντικά έργα τέχνης.

Anyway, το Pickup on South Street είναι μια κλασική τέτοια περίπτωση: Είναι ενδιαφέρον, έχει ιδιαίτερα στοιχεία, όμως μετά την ολοκλήρωση της ταινίας μένεις με την εντύπωση ότι αν είχε γυριστεί το 2010, θα είχε γίνει πολύ, πολύ καλύτερο.

Ένας πορτοφολάς, ο Skip McCoy κλέβει την τσάντα της Candy. Στα περιεχόμενα υπάρχει και ένα άκρως απόρρητο microfilm του στρατού, το οποίο η Candy πρόκειται να πουλήσει σε κομμουνιστές κατάσκοπους. Η αστυνομία, αλλά και οι επικίνδυνοι κατάσκοποι ρίχνονται στο κυνήγι του Skip, ο οποίος γνωρίζει την αθέατη πλευρά της μεγαλούπολης καλύτερα από τον καθένα.

Το σενάριο είναι αναμφίβολα πρωτότυπο και οι ανατροπές υπάρχουν. Επίσης άκρως ενδιαφέρον είναι το πάντρεμα κατασκοπίας και film noir. Ο σκηνοθέτης Samuel Fuller δημιουργεί κάποιες πραγματικά αξιόλογες σκηνές και κινηματογραφικά ευρήματα, κατά τη διάρκεια του ανθρωποκυνηγητού. Θα εστιάσω ιδιαίτερα στον ευφάνταστο, όσο και διακριτικό τρόπο απόδρασης του Skip από έναν ουρανοξύστη πλημμυρισμένο από αιμοδιψείς παρουσίες που τον κυνηγάνε.

Εδώ όμως αρχίζουν τα προβλήματα. Κατ’ αρχάς, η υποκριτική είναι αμφιλεγόμενη για όλο το cast. Ο Richard Widmark είναι ο γνωστότερος και ικανότερος όλων (στο ρόλο του Skip) ακόμα κι αυτός όμως δε με πείθει για τον “περπατημένο” και καταφερτζή χαρακτήρα που υποδύεται. Οι υπόλοιποι απλώς δε μου έκαναν καμία αίσθηση. Η μουσική, ως συνήθως σε ταινίες της εποχής δεν έχει καμία σχέση με το τι συμβαίνει σε κάθε ξεχωριστή σκηνή. Κίτρινη κάρτα εδώ.

Το σοβαρότερο πρόβλημα όμως, είναι η ατσούμπαλη υλοποίηση του σεναρίου: Μέσα στο ίδιο λεπτό, ο Skip χαϊδολογιέται ευαίσθητα και τρυφερά με την Candy και στη συνέχεια βιαιοπραγεί και της πετάει μπύρα στη μούρη, όταν τα λεγόμενά της δεν τον ικανοποιούν.  Κόκκινη κάρτα εδώ. Γενικά η Candy, αν και παρουσιάζεται δολοπλόκα και ικανή, τρώει αρκετές μπούφλες στην ταινία, από τον Skip, από το γκόμενό της, από κομμουνιστές, μπάτσους και γενικά δεν περνάει καλά. Επίσης, το τέλος είναι κατά τη γνώμη μου βλακώδες και χαζοχαρούμενο. Ειδικά το πόσο ευχάριστα κλείνει το film. Ο Fuller είχε μια ιδέα στα χέρια του που θα μπορούσε να αφήσει το θεατή με κομμένη την ανάσα και επέλεξε να την υλοποιήσει σα να απευθύνεται σε παιδικό σταθμό.

Εξηγούμαι περαιτέρω: Το καλοκαίρι πήγα με μισή καρδιά να δω το “Niagara” με την Marilyn Monroe, που γενικά είναι κατώτερο κινηματογραφικά από το “Pickup…” (με το οποίο μάλιστα συμβαδίζουν απόλυτα χρονικά). Κι όμως, παρά την απλότητα του σεναρίου, στο Niagara με αγωνία περίμενα να δω τι θα συμβεί, ενώ στο “Pickup…” είχα ξενερώσει με χίλια-δύο. Ο Henry Hathaway υλοποίησε στο “Niagara” μια μέτρια ιδέα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ενώ ο Fuller σχεδόν χαντάκωσε μια πραγματική αξιόλογη κεντρική ιδέα.

 Παρόλα αυτά, η ταινία είναι ενδιαφέρουσα και τη συστήνω ειδικά αν αρέσκεστε σε film noir αυτού του στυλ. Επιμένω όμως ότι σύμφωνα με την προσωπική μου οπτική, οι περισσότεροι σκηνοθέτες της περιόδου αντιμετωπίζουν τα σενάριά τους επιφυλακτικά και με κάποια αφέλεια, χωρίς να κατορθώσουν να τα απογειώσουν. Δεν ισχύει για όλα, όπως θα συζητήσουμε αργότερα στο “Rififi”. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι που διακρίνει τις απλά ενδιαφέρουσες ταινίες της περιόδου, από τις must see.

To be continued…

———————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————–

Διαβάστε επίσης:

Suicide note pt.1

Καλά ρε, το Rubicon βρήκατε;

Advertisements

12 thoughts on “Crime Movies Vol. 2

  1. Με τα αυτοκίνητα μου ηρθε στο μυαλό το Italian Job (1969) (κι ας μην είναι ιταλική ταινία βέβαια) και με τον Μπομπ Χόσκινς θυμήθηκα τη Mona Lisa (1986), απ’ τις πρώτες ταινίες του Νιλ Τζόρνταν, που για κάποιο λόγο (μάλλον λόγο Χόσκινς) την έχω στο μυαλό μου πολύ κοντά με το Long good friday. Και στις δυο ταινίες που αναφέρω παίζει ο Μάικλ Κέιν, ο οποίος τελικά έχει παίξει σε όλες τις ταινίες που έχουν γυριστεί. Και ήταν σε όλες υπέροχος.

    Doomentia, σε προηγούμενη συζήτηση είχες αναφέρει ότι το Big Sleep σου θύμιζε επίσκεψη σε παλαιοπωλείο (ή κάτι τέτοιο), πώς γίνεται να μην λες το ίδιο για τον Τρίτο Ανθρωπο; Ή αυτό λες; Με μπέρδεψες λίγο στο συγκεκριμένο σημείο. Για την ιστορία πιστεύω ότι και οι δυο ταινίες βρίσκονται χιλιόμετρα πίσω απ’ την ποιότητα του βιβλίου στο οποίο βασίστηκαν (ειδικά ο Τρίτος Ανθρωπος) και το λέω αυτό εγώ που δεν είμαι συνήθως τέτοιος και συχνά προτιμώ την ταινία.

  2. Όχι, απλά, είναι «εσωτερικά» βλάκας ο johnny και δε μπορεί ούτε ένα όνομα να διαβάσει σωστά.

    Το Long Good Friday είναι η επόμενη ταινία που θα δω. Τελεία και παύλα.

    Ήθελα να δω το Milano Calibro 9 στο youtube αλλά δυστυχώς δεν είχε υπότιτλους…

    Σε torrent βρίσκεται;

  3. O Τρίτος άνθρωπος ήταν πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, πάνω στην οποία μπορώ να κάνω μεγάλη συζήτήση. Θα άλλαζα αρκετά πράγματα, αλλά σίγουρα έχει να δώσει πράγματα στο θεατή. Το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει.

    Το Big Sleep ήταν πραγματικά μεγάλο ύπνος και πραγματικά μεγάλη απογοήτευση βάσει των διθυράμβων που το συνοδεύουν.

    Το Milano… σαφώς βρίσκεται σε torrent, υποτιτλισμένο. Τα Ιταλικά μου δεν είναι σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να το δω χωρίς υπότιτλους. Πραγματικά αξίζει πάντως, όποιος το δοκιμάσει δε θα απογοητευτεί.

    Πάνω Jimmy, αν είδες το post μου για το Pickup On South Street, αναφέρω ότι ΔΕΝ είναι όλες οι ταινίες της εποχής σαν επίσκεψη σε παλαιοπωλείο. Το PickUP είναι επίσκεψη σε παλιατζίδικο, ο Τρίτος Άνθρωπος είναι επίσκεψη σε Αντικερί….

    Ο Michael Cane έχει παίξει σε άπειρες ταινίες και μοιραία σε αρκετές μέτριες. Το Italian Job ήταν πραγματικά πολύ αξιόλογο και συνολικά πιο ενδιαφέρον για εμένα από το Get Carter (αν και οι δύο ταινίες δεν είναι ακριβώς στον ίδιο χώρο).

  4. Ο τρίτος άνθρωπος είναι μια παράξενη ιστορία γιατί ουσιαστικά ο Γκράχαμ Γκριν άρχισε να γράφει το σενάριο της ταινίας και όχι ένα μυθυστόρημα και αν θυμάμαι καλά πολύ λίγες ήταν οι αλλαγές που έκανε όταν αποφάσισε να το δημοσιεύσει πρώτα ως βιβλίο. Οπότε είναι κάπως παράδοξο που τελικά είναι και ένα καλό βιβλίο. Περισσότερο όμως είναι μια πολύ καλή ιδέα. Την ταινία την χαζοβαρέθηκα αλλά μπορεί να έφταιγε και που ήξερα τι γίνεται. Το πιο παράδοξο είναι ότι τελικά (παρά τα όσα είπα παραπάνω) η ταινία έχει αρκετές σεναριακές διαφορές με το βιβλίο.

    Συμφωνώ νομίζω για Italian Job (επική η σκηνή στο τέλος) και Get Carter. Αλλά πρέπει να ξέρετε ότι ο Μάικλ Κέιν μ’ αρέσει και στις βλακείες του.

  5. Το Ιtalian Job μου άρεσε πολύ γιατί εκτελούσε εξαιρετικά το σκοπό του. Ήταν fun, ήταν γρήγορο, ήταν διασκεδαστικό, είχε ωραίους χαρακτήρες και στο τέλος έμενες και με μια όμορφη απορία.

    Το Get Carter, σαφώς και έχει ενδιαφέρον, αλλά κάπου νομίζω ότι γίνεται μονομανές. Ok, βλέπουμε μια Αγγλία βουτηγμένη στα σκατά και στη διαφθορά. Οk, ο ήρωας είναι δυναμικός και μοβόρος. Ok, οι γκόμενες είναι αδίστακτες και sexy. Μετά όμως? Το τέλος είναι αναμενόμενο και αναπόφευκτο. Η ταινία δεν απογειώνεται όπως γίνεται με το Long Good Friday. Απλά περιφερόμαστε σε έναν ενδιαφέροντα, αστικό βούρκο. Nothing more, nothing less.

  6. Παράθεμα: Crime Movies: The Greek Version « Τα Νέα του Βελγίου

  7. Παράθεμα: Crime Movies Vol. 3 « Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s