Octopus’s Garden

Ωχ το πόδι μου

Ωχ το πόδι μου

ὡς δ᾽ ὅτε πουλύποδος θαλάμης ἐξελκομένοιο
πρὸς κοτυληδονόφιν πυκιναὶ λάιγγες ἔχονται,
ὣς τοῦ πρὸς πέτρῃσι θρασειάων ἀπὸ χειρῶν
ῥινοὶ ἀπέδρυφθεν: τὸν δὲ μέγα κῦμα κάλυψεν.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ, ε 432

Kάτω βαθιά στη θάλασσα την ώρα μου εμάλασσα
ώσπου ένας Αστερίας μου ριξε βλέμμα υστερίας.

«Το αρσενικό χταπόδι χάνει το ένα του το πόδι
εκεί στου έρωτος το ξόδι, η Χταποδίνα του το κόβει!»
Έσκουξε ο φίλος Αστερίας.

«Αν δεις χταπόδι κι έχει οχτώ, ξέρε, δεν είναι αρσενικό.
Το λέει αυτό εγκυκλοπαίδεια, δεν το δηλώνω με αναίδεια!»

Σα μια σπηλιά, σε έναν κήπο, ακούω πλαφ, βοτσάλου χτύπο.
Βουτιά βαθιά είπα να ρίξω την απορία μου να λήξω. Βουτώ. Ρωτώ.

«Πείτε μου κύριε Καλαμάρη, η Χταποδίνα το ‘χει πάρει
μια νύχτα ωραία με φεγγάρι κι έμεινε έτσι ο Χταπόδης
με εφτά να αφρίζει ωσάν οίνος αφρώδης;» Μου λέει

«Για κοίταξε καλά, πόδια έχει έξι, όχι εφτά
και αν κουβάλαγε λεφτά, η Χταποδίνα η γλυκιά θα του τα έτρωγε κι αυτά.
Ο Χτάποδας βλέπει καλά, χρώματα αλλάζει, κολυμπά.
Μα μόλις κάνει όσα του λέει, αργά ψοφάει και επιπλέει.»

Τότε γυρνώ στην Χταποδίνα «Λέγε μαλάκιο σε εμέ τον δείνα
Είσαι απ’ τα κεφαλόποδα εκείνα που τα ξεραίνουν στην Ραφήνα
μα αν τα αφήσεις στο νερό, τύφλα σε κάνουν για καιρό
και σ’ όποιον ρίξουν το μελάνι, αν το χε, πάει πια, το χάνει;»
Μου ρχότανε να τη γουλίσω, το κεφαλάκι το ζαβό, μήπως το κάνω ίσο.
Μα να μιλήσει επέλεξα να την αφήσω.

'Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας.

Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας.

Κύματα γύρω μας χτυπούν, μαρίδες, σπάροι σπαρταρούν
εις τον αφρό μία μαούνα έπλεε, το κύμα την εκούνα.
Μα όσα λέει η Χταποδέσσα, τα ακούω κι ας μην μου αρέσαν:

«Έτσι κυλάει ο βίος εδώ, μέσα στα φύκια, στον βυθό.
Αν θέλεις φως αντί μελάνι, τράβα να παίξεις στον αφρό.
Να πω αφού το θυμηθώ, το υποβρύχιο είναι γλυκό,
μα αν δεν σερβίρεις με νερό, δεν τρώγεται στο μοναχό.
Να σε φιλέψω κάτι; Μια κουταλίτσα υποβρύχιο;»
ρωτά, το βλέμμα της μειλίχιο.

«Παρακαλώ» της λέω εγώ «Να ‘στε καλά, ευχαριστώ.
Έκτακτα εις τα εσοχάς, όταν με φίλους την περνάς!»
«Περάστε» λέγει «εις τον κήπο. Φυτεύει ο Χταπόδης όταν λείπω.»

Μα πώς ξεχάστηκα ο βλαξ να δείξω τόση υπακοή
δίχως να πάρω αναπνοή; Να ανασάνω οφείλω παραχρήμα και αυθωρεί!
Μπουρμπουλήθρες. Το υποβρύχιο αφάγωτο.
Στην άμμο δίνω μια κλωτσά και ξαναβγαίνω στον αφρό.

Μέσα στης θάλασσας το κέντρο,
η Χταποδίνα κι ο Αστερίας
(η ζάλη θα φταιγε της απνοίας)
μοιάζαν με χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Χταπόδι Χριστουγεννιάτικο Δέντρο

Advertisements

5 thoughts on “Octopus’s Garden

  1. Jorn δεν το είχα σκεφτεί, αλλά ωραίος αυτός σου ο ορισμός!
    Johnny όχι, μη νιώθεις άσκημα αγόρι μου. Ίσα ίσα που οφείλομε να τρώγουμε περισσότερα χταπόδια τώρα που ξέρουμε. Φάτα τα μαλάκια σου τα βασανισμένα 🙂

  2. b_ntes! Μα πώς ξέχασα το ξύδι κάτω απ’ τον αστερία στολίδι;;;;
    Κυρτώνει από ντροπή το αριστερό μου φρύδι!…
    Κανονίστε με Jorn ένα ριμαριστικό γκογκλ ντοξ να καεί το πελεκ(ο)ύδι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s