Σύντομες γνωριμίες: Ψαραντώνης

Πρέπει να ήταν οι τελευταίες μέρες που δούλευα στο μαγαζί του πατέρα μου, στην Πανδρόσου, κάπου μέσα στο 2006. Αν και πολλές από τις ώρες της ημέρας περνούσαν με αρκετή βαρεμάρα, φαγητό και συζητήσεις με τους υπόλοιπους πωλητές του ίδιου πεζοδρόμου, συζητήσεις που είχαν με φυσικό τρόπο ρυθμιστεί ώστε να μπορούν να διακόπτονται ανά πάσα στιγμή, σχεδόν κάθε μέρα γινόταν κάτι που μπορούσες να έχεις να λες. Εκείνη τη μέρα, πέρασε ο Ψαραντώνης από το μαγαζί μας.

Δεν ήταν καμία έκπληξη το γεγονός. Ο Ψαραντώνης είναι φίλος με τον πατέρα μου πολύ πριν ο τελευταίος φύγει από το Ρέθυμνο για την Αθήνα, και τα αδέρφια Ξυλούρη αρχίσουν να πηγαινοέρχονται για συναυλίες και δίσκους. Ήξερα ότι ο Ψαραντώνης επισκέπτεται συχνά πυκνά το μαγαζί μας, δεν είχε τύχει ποτέ όμως να τον δω.

Μπήκε, τον χαιρετίσαμε, κάθισε στον πάγκο. Ξεκίνησαν τις ρακές με τον πατέρα μου στα δύο λεπτά που βρέθηκαν κι άρχισαν να λένε τα δικά τους. Ήταν τόσο πρόσχαρος και χαλαρός που και με έκανε να τον συμπαθήσω κάπως αβίαστα, σαν συγγενή, και ακύρωνε όλα τα ανέκδοτα και τις ιστορίες για το πόσο δύστροπος είναι. Και ο πατέρας μου παραδόξως ήταν κάπως πιο ήρεμος στο πώς μιλούσε, σαν να είχαν συμφωνήσει πολλά εδώ και καιρό.

Για κανένα εικοσάλεπτο αντάλλαζαν νέα και μιλούσαν για κοινούς γνωστούς, μετά λίγο για πολιτική, μετά λίγο για μουσική. Και μετά μπαίνει πελάτης, ένας Έλληνας κοντά στα 50. Σταματάει να κοιτάει βιτρίνες και καρφώνει το βλέμμα του στον Ψαραντώνη. Συστήνεται κατευθείαν και αρχίζει να τον επαινεί, να θυμάται διάφορες συναυλίες που έχει πάει, να λέει γενικότητες για τον αδερφό του, τον Ψαρονίκο. Ο Ψαραντώνης κατεβάζει ασφάλειες, κατεβάζει κεφάλι και ασχολείται μόνο με τη ρακή και με το να σπάει φιστίκια, νωχελικά. Ίσως και λόγω της αναφοράς στον αδερφό του. Για το υπόλοιπο της επίσκεψης πάντως δεν ξαναμίλησε. Ο πελάτης συνέχιζε να επαινεί, και ο πατέρας μου για να σώσει την αμηχανία τού απαντούσε και προσέθετε δικά του. Μιλούσαν για ώρα για τον Ψαραντώνη, και όχι στον Ψαραντώνη, σαν να μην ήταν εκεί. Με έναν μαγικό τρόπο είχε χαθεί στο φόντο, ακριβώς μπροστά τους. Ενώ κάποια στιγμή διαφωνούσαν οι δύο για το ποιο τραγούδι του είναι καλύτερο, το τάδε ή το τάδε, ο Ψαραντώνης σηκώθηκε, χαιρέτισε κι έφυγε. Η διαφωνία κράτησε λίγο παραπάνω.

Δεν ξέρω τι μπορεί να είχε στο μυαλό του, ή τι άνθρωπος είναι, μόνο αυτή τη μία φορά τον έχω δει από κοντά. Αυτό που φάνηκε σε μένα όμως, ήταν ότι αυτό που τον κρατούσε εκεί ήταν μια ωραία συζήτηση με έναν παλιό φίλο. Από τη στιγμή που έγινε πάλι μύθος η παρουσία του δεν ήταν απαραίτητη. Ίσως και να μην έπρεπε πια να είναι εκεί, από κάποιο φυσικό νόμο που λίγοι γνωρίζουν.

Advertisements

5 thoughts on “Σύντομες γνωριμίες: Ψαραντώνης

  1. Μπορεί να έχει τον ανθρωποδιώχτη, ξέρω ‘γω τι λέω. Αλλά το πιο πιθανό είναι αυτό που λες, το οποίο φαντάζομαι ισχύει γενικώς για κάποιον λίγο ή πολύ διάσημο, ακόμα και αν μιλάμε για λιγότερο απόκοσμες φιγούρες από τον Ψ.

  2. Πόσο ταιριαστό:

    «Αυτό που φάνηκε σε μένα όμως, ήταν ότι αυτό που τον κρατούσε εκεί ήταν μια ωραία συζήτηση με έναν παλιό φίλο. Από τη στιγμή που έγινε πάλι μύθος η παρουσία του δεν ήταν απαραίτητη. Ίσως και να μην έπρεπε πια να είναι εκεί, από κάποιο φυσικό νόμο που λίγοι γνωρίζουν»

  3. Εμένα πάντως μία φορά που τον είδα δίπλα σε κάτι βοσκούς εκεί στα όρη αψηλά, μου δάγκωσε το αυτί. Αλήθεια, μου λείπει κομμάτι. Θα σας δείξω.

    Ωραίο συναπάντημα, χαριεντίζομαι Johnny. Θα ήθελα να μεταφέρω εδώ ένα ανέκδοτο που άκουσα, μα φοβάμαι θα το σκοτώσω. Ας το αφήσω. Όχι. Ας το σκοτώσω.
    Στου Ηρακλείου τα ορεινά το λάμδβα σε περιβάλλοντα ανοιχτών φωνηέντων το λένε ρω, παχύ κι υγρό ρω. Τουτέστιν θα έπρεπε να σας πω το ανέκδοτο «άρρη φορά» αλλά το λέω τώρα.

    Κατεβαίνει λοιπόν ο Ψαραντώνης στο Ρέθεμνος. Έχει ιδρώσει γιατί πορπατάει μέρες και μπαίνει σε ένα κατάστημα, να αγοράσει ένα υποκάμισο της προκοπής, μαύρο κι άραχλο όπως πρέπει. Μιλάει.
    «Ένα ποκάμισο καρό παρακαρώ!»
    Και η Ρεθεμνιώτισσα σκύβει κάτω από τον πάγκο, ψάχνει λίγο, παιδεύεται ώσπου βρίσκει ένα σκωτσέζικο κιλτ.
    «Όχι καρώ μωρέ κατακεφαλιασμένη, καρό είπα. Ετσά ναι τα ποκάμισα τα καρά στα μέρη σου;»

  4. Παράθεμα: Τα παντοτινά σανδάλια | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s