Φιλοσοφικής Δεσμώτης Vol. 3: Πληθυντικός Ευγενείας


Εκείνο το πρωί ο Ελευθέριος ξύπνησε λίγο στραβά. Πονούσε ο σβέρκος του κι είχε μια αόριστη ζαλάδα.
Κάπου πρέπει να πάω σήμερα ρε διάολε. Πού; Περίμενε.
Έσουρε το χέρι του ως το ξυπνητήρι, ένα ροζ με κουδουνάκια στρόγγυλα, λίγο κοριτσίστικο. Η ώρα Εννέα και Μισή.
Άργησα ρε φίλε. Πω σκατά. Δεν προλαβαίνω. Κωλοκατάσταση. Γρήγορα, γρήγορα γιατί έχω αργήσει.
Είχε αργήσει για πού;
Ένα λεπτό. Θυμάμαι ότι χθες μου είπε ο γιατρός πως πρέπει επιτέλους να καταλάβω ότι δεν έχω λόγο να πηγαίνω εκεί. Αλλά ότι μου επιτρέπει να πηγαίνω, αρκεί να μην κάνω βλακείες.

Την προηγούμενη εβδομάδα ο Ελευθέριος είχε εισβάλλει στο μάθημα της Κειμενογλωσσολογίας λέγοντας με ύφος εκπροσώπου της ΔΑΠ (και ανάλογη ένδυση είναι η αλήθεια) «Μου επιτρέπετε να κάνω μία ανακοίνωση;» Η κυρία Κουτσουμπέλλα είχε μείνει στην σιαγονοεκτεταμένη βαθμίδα και παρά την άλλοτε εύθυμη ετοιμολογία της, είχε γνεύσει αμήχανα «Σαφώς». Τότε ο Ελευθέριος έβγαλε κάτι που είχε κρύψει πίσω από την πόρτα του αμφιθεάτρου 204. Μια ταλαιπωρημένη κιθάρα. Άρχισε να τραγουδά με μία ψευδίζουσα προφορά ένα αιώνια ιόνιο βαλς Μενεξέδες και ζουμπούλια και θαλασσινά πουλιά/ άμα δείτε την καλή μου, χαιρετίσματα πολλά/ πες μου γιατί σαν ξένο με κοιτάς/ δεν είμαι εγώ εκείνος που αγαπούσεεεεεες; Αυτό το εεεεε το είχε τραβήξει ιδιαιτέρως, κοιτάζοντας στα ορεινά του αμφιθεάτρου 204 την καλή του. Εκείνη, ίσως και επειδή επιθυμούσε να φανεί για ποιαν γινόταν η μπομπή, κατηφόρισε τα έδρανα και έφυγε τάχα μου ευτελισμένη. Αν ήθελε, μπορούσε απλώς να περιμένει να τελειώσει το σώου και να φύγει ο Ελευθέριος. Αλλά όχι. Κατέβηκε, του έριξε ένα χαστούκι μπροστά στην Κειμενογλωσσολόγο και αποχώρησε. Το μικρόφωνο της καθηγήτριας έμεινε για λίγο άψυχο στα χέρια της. Ύστερα το άρπαξε ο Ελευθέριος και μονολόγησε Την αγαπώ , αγαπητοί συνάδελφοι.

Αφηγούμενος όλα αυτά στον τρελογιατρό ο Ελευθέριος ένιωσε λίγο καλύτερα. Σήμερα όμως είχε ξυπνήσει αλαφιασμένος. Αλαφ-ιασμένος και ανίατος.


Πρέπει να φύγω. Άργησα που να με πάρει ο διάολος, άργησα και πότε θα προλάβω; Αλλά να προλάβω τι; Για περίμενε. Δουλειά; Όχι, δεν έχω δουλειά εκ πεποιθήσεως. Για να δούμε.
Άνοιξε την ηλεκτρονική του αλληλογραφία. Myspace, Hi-Five, Nada para nada. Τζίφος. Κοίταξε το κινητό του. Τίποτε.
Άλλο είναι, κάτι άλλο. Τι; Κάποια εργασία έχω για το Σεμινάριο Παλαιογραφίας! Ναι!
Μα ο τρελογιατρός εχθές τον είχε πείσει πως δεν παρακολουθούσε κανένα Σεμινάριο Παλαιογραφίας.
Α ναι ρε, για να φάω ήθελα να ανέβω. Όμως εννιάμιση το πρωί; Όχι, δεν στέκει. Να πάω στο Εστιατόριο τέτοια ώρα δεν θα έχει ούτε πρωινό, ούτε μεσημεριανό. Κάτι άλλο έχω να κάνω.

Το άγχος του Ελευθέριου αύξαινε ιλιγγιωδώς. Όσο περνούσε η ώρα και δεν έβρισκε τι ακριβώς είχε προγραμματίσει για σήμερα να κάνει, τόσο χειρότερα γινόταν. Ένιωθε τα χέρια του να μυρμηγκιάζουν και το μέτωπό του να μουδιάζει. Είχε χαθεί μέσα στον συλλογισμό. Τραβήχτηκε μανιασμένος ως την κουζίνα, να φτιάξει λίγο καφέ, μπας και θυμηθεί. Μα είχε αργήσει τόσο, που δεν προλάβαινε να ζεστάνει νερό και να χτυπήσει κανονικά το νες. Έριξε δυο κουταλιές καφέ σε ένα ποτήρι, νερό από τη βρύση και τον κατέβασε σαν φάρμακο. Έπρεπε να προλάβει πάση θυσία, να είναι εκεί στην ώρα του.
Μήπως είχα κάποιο ραντεβού με κάποιον φίλο; Για λεφτά θα ήταν. Ναι, με δάνεισε λεφτά ο… και θα του τα δώσω πίσω σήμερα. Όχι ρε, εγώ του δανείζω συνήθως. Ποιος φίλος; Αφού μου είπε ο γιατρός ότι οι φίλοι μου εμένα είναι μαύρα πουλιά.

Μια ακατάσχετη ταχυπαλμία έπιανε τον Ελευθέριο όπως ο αδιάλυτος νεσκαφέ κυλούσε στο αίμα του. Άρχισε να ιδρώνει, ενώ ο καιρός ήταν σταθερά παγερός.
Δεν έχει σημασία τι είχα να κάνω. Σημασία έχει πως άργησα και πρέπει να φύγω τώρα και φεύγω και τελείωσε.

Έκλεισε προσεκτικά τον χαρτοφύλακά του και άρχισε να βαδίζει βιαστικά προς το μετρό Δουκίσσης Πλακεντίας. Είχε αποφασίσει πως σήμερα, έτσι, για να αυξήσει λίγο ακόμα το άγχος του δεν θα πήγαινε στην Φιλοσοφική με την παλιά γνώριμη Μερσεντές του ογδόντα. Θα πήγαινε με λεωφορεία και μετρό.
Η μιάμιση περίπου ώρα που κύλησε ώσπου να φτάσει στον προορισμό του το λεωφορείο 250 υπήρξε αποκαλυπτική για τον Ελευθέριο. Θυμήθηκε την ακριβή αιτία της επίσκεψής του στην Φιλοσοφική. Έπρεπε να συναντήσει τον θυρωρό. Κάπως ηρέμησε με αυτή την σκέψη και έμεινε να κοιτάζει αμέριμνα από το θαμπωμένο παράθυρο του λεωφορείου. Δεν έβλεπε τίποτε στο δρόμο, αλλά και να βλεπε όλα είχαν θολώσει στο μυαλό του.
Κάποτε έφτασε στην Φιλοσοφική.

Πάλι εδώ εσύ; τον πρόγκηξε ο θυρωρός. Έλα εδώ.
Ο Ελευθέριος προχώρησε σαν υπνωτισμένος. Τότε ο θυρωρός άρχισε να του λέει μια ιστορία του τόπου του, της τιμημένης Τριπόλεως. Υπήρξε κάποτε εκεί, λέει, ένας ευρηματικός ταβερνιάρης, ονόματι… Δεν θυμόταν το όνομά του, τέλοσπάντων, αυτός ο πανέξυπνος Τριπολιτσιώτης πραγματικά τσαντιζόταν με τις ευγενικές μπούρδες των συντοπιτών του. Που μάλλον το αντίθετο από ευγενικές ήταν. Ξέρεις τώρα, αυτό το κλασικό μεσογειακό «Τι θα πάρετε;» «Ω, μα ευχαριστώ πολύ, τίποτα.» και ύστερα οφείλεις να επιμείνεις, να ρωτήσεις πάλι και να καταλήξεις να τους σερβίρεις για κέρασμα το σύμπαν όλο. Έτσι είστε, λέει ο Μπίρης, θα σας φτιάξω εγώ. Και πιάνει και φτιάχνει ένα ηδύποτον, κι όποτε του λέγαν «Ευχαριστώ, τίποτα» έπιανε κι αυτός μια μπουκάλα και την άφηνε στο τραπέζι. Και το όνομα του ποτού «Τίποτα». Έτσι απάντησε ο Μπίρης στην μεσογειακή «ευγένεια» των πατριωτών του.
Θες λίγο τίποτα λοιπόν;
Θέλω. Είπε ο Ελευθέριος και άρχισε μεσημεριάτικα να μπεκρουλιάζει στο θυρωρείο της Φιλοσοφικής, απέναντι από το Βιβλιοπωλείο.

Σιγά σιγά άρχισαν όλα να ξεκαθαρίζουν στο μυαλό του. Όντως. Τίποτα δεν είχε να κάνει στην Φιλοσοφική. Ποια αδιόρατη δύναμη τον είχε σύρει μέχρι εκεί; Ούτε εκείνος ήξερε. Έμπλεως αλκοόλ και γλύκας ο Ελευθέριος αποφάσισε πως έπρεπε να αποχωρήσει, όχι ατάκτως, μα αμετακλήτως για σήμερα. Μάζεψε τον χαρτοφύλακά του και ξεκίνησε.
Περίμενε για κάμποση ώρα το λεωφορείο, όταν εμφανίστηκε το Ε90, λεωφορείο άγνωστο στον ίδιο, μα που το είχε δει να περνά από τον Ευαγγελισμό. Επομένως του έκανε, παρά τον τελικό προορισμό για Πειραιά. Μπήκε μέσα. Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά από την Θεολογική και αντί να στρίψει προς την έξοδο της Πανεπιστημιούπολης, γύρισε πάλι προς τη Σχολή Θετικών Επιστημών.

Και ο Ελευθέριος ξαναβρέθηκε πίσω κάποιες ώρες. Γύρισε ακριβώς στην ώρα που ανέβαινε στην Φιλοσοφική. Λίγο μετά τις Εννέα και Μισή. Είχε πάλι αργήσει και πάλι πήγαινε προς την Φιλοσοφική και πάλι αναρωτιόταν τι είχε να κάνει σήμερα.
Λες να είχα κανονίσει κάποια επαγγελματική συνάντηση; Έχω και τον χαρτοφύλακα μαζί. Κάτσε να δω τι έχω μέσα. Θα το έχω σημειώσει στην ατζέντα μου. Τι έπρεπε να κάνω σήμερα; Άργησα πολύ ρε φίλε, κωλοκατάσταση, άστα, κωλοκατάσταση.

Φυσικά και δεν βρήκε άκρη. Το λεωφορείο, αφού έκανε ξανά τον γύρο της Πανεπιστημιούπολης, σταμάτησε και πάλι μπροστά στην Φιλοσοφική για να φορτώσει.

Μια ξανθιά κορασίς εισέβαλε στο ανυπεράσπιστο λεωφορείο με όλη την αυθάδεια των δεκαοκτώ ετών της. Κοίταξε τον Ελευθέριο. Εκείνος είχε ήδη και πάλι αποφασίσει πως δεν είχε κάτι ακριβώς να κάνει σήμερα και θα επέστρεφε ήσυχα ήσυχα σπίτι του. Η κορασίς τον κοίταξε και πάλι. Χαμογέλασε η σιδηρόφρακτη νεάνις, δείχνοντάς του απειλητικά και αδηφάγα τα σιδεράκια της.
Σας ενοχλώ; του είπε ακουμπώντας τον καταλάθος στον ώμο. Με συγχωρείτε, είναι γεμάτο και το λεωφορείο.
Ο Ελευθέριος έκανε πως δεν άκουσε τον πληθυντικό. Τον ενοχλούσαν αυτοί οι πληθυντικοί ευγενείας. Καλά όχι εξαπανέκαθεν. Μετά την Τιποτένια Ιστορία του Θυρωρού όμως. Του φαίνονταν πολύ δήθεν. Άσε που τον εξόριζαν σε μια ομάδα ανθρώπων στους οποίους οφείλεις να μιλάς έτσι. Τα πήρε στο κρανίο, μα κρατήθηκε.

Κάθισε. της είπε. Και έστησε αυτί να ακούσει τι συζητούσε με τις φίλες της. Η αλήθεια είναι πως στην θέση όπου καθόταν ο Ελευθέριος δεν υπήρχε και ιδιαίτερος χώρος για δεύτερο άτομο, μα εκείνος τραβήχτηκε λίγο, κάπως να απαντήσει στην ευγένειά της. Ευγενικός της πρόσφερε κάθισμα. Την άκουσε να μιλά στις άλλες.

Ε και που λες, πάω στην Ερμού, νέκρα τα μαγαζιά. Και μπαίνω σε εκείνο το μεγάλο μέσα. Βλέπω ένα φόρεμα και λέω «Αυτό πρέπει να το βάλεις!» Ήταν τόσο υπέροχο. Ανοιξιάτικο, όλο λουλουδάκια. Κι είχε κι ένα κόψιμο στην πλάτη, τι να σου λέω. Το πήρα δίχως δεύτερη κουβέντα. Η βλαμμένη η πωλήτρια ήθελε να μου δώσει το μήντιουμ, της λέω εγώ φοράω σμολ, εντάξει, τα βρήκαμε τελικά. Αλλά πάω σπίτι, κάνω να βάλω το σμολ, τίποτα. Άσε με κι έχω φάει μια ξενέρα, ήταν προσφορά.
Ο Ελευθέριος άρχισε να γελά μόνος του.
Κάθισε, της ξαναείπε. Οι θέσεις του λεωφορείου αυτού δεν είναι ούτε σμολ ούτε μήντιουμ. Είναι λαρτζ.
Εκείνη γύρισε άλλη μια φορά τα σιδεράκια της κατά πάνω του. Κάτι σαν υπόκωφος βρυχηθμός, σαν μουγκάνισμα άγριας θάλασσας βγήκε από τα ταραγμένα σωθικά της. Έλαμπε υπέροχη, σαν λουκουμάκι με ζάχαρη άχνη. Γύρισε και του μίλησε χτυπώντας τον στον ώμο.

Ύστερα μου λέτε να καθίσω δίπλα σας, μα κύριε, τι μου λέτε; Στο τέλος μου φαίνεται θα καθίσω πάνω σας. Αυτό σας αξίζει, να καθίσω πάνω σας. Ορίστε, έχετε και το πόδι σας έτσι τεντωμένο μέσα στη μέση. Θα καθίσω στα γόνατά σας να με κάνετε ταχτιρντί έτσι που κουνάει το λεωφορείο. Χαχάνισε αυθάδικα.

Ο Ελευθέριος ήθελε πάρα πολύ να την βρίσει. Τον είχε ήδη προκαλέσει, απειλώντας πως θα καθίσει στα γόνατά του, συνέχιζε να του μιλά στον πληθυντικό, ενώ αυτό το τελευταίο χάχανο τον είχε βγάλει από τα ρούχα του. Προς στιγμήν σκέφτηκε να ανοίξει τον χαρτοφύλακα, να βγάλει τον χαρτοκόπτη και να κάνει ό,τι της έπρεπε. Ύστερα το σκέφτηκε πάλι. Πληθυντικό ευγενείας εσύ; Πληθυντικό ευγενείας κι εγώ. Κατέληξε.

Εμείς οι Ελευθέριοι, να σας πω καλή μου κοπέλα, εμείς οι Ελευθέριοι δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να κάθονται δίπλα μας όμορφα κορίτσια σαν και εσάς. Ειδικά όταν έχουμε πάρει λάθος λεωφορείο και αυτό το λεωφορείο κάνει κύκλους και δεν δείχνει να βγάζει πουθενά. Μόνο που είμαστε τόσοι, έχουμε τόσα ζευγάρια πόδια που μας δημιουργείτε πρόβλημα. Τσακωνόμαστε, εμείς οι Ελευθέριοι σε ποιου τα πόδια θα πρωτοκαθίσετε εσείς, ω αιθέρια ξανθιά μου ύπαρξη. Κι είναι ο τσακωμός αβάσταχτος όταν τσακωνόμαστε εμείς οι Ελευθέριοι. Είμαστε βίαιοι. Ρίχνουμε μπουνιές ο ένας στον άλλο. Πάντα με το γάντι βέβαια, και πάντα με το «σεις» και με το «σας». Καθίστε λοιπόν όπου βολεύεστε. Μόνο να σας πω πως αυτού εκεί του Ελευθέριου του τελευταίου, στη γωνία, βρωμάνε λίγο τα πόδια του. Καθίστε, και θα τα βρούμε μεταξύ μας εμείς.

Advertisements

8 thoughts on “Φιλοσοφικής Δεσμώτης Vol. 3: Πληθυντικός Ευγενείας

  1. Στο γιατρό ο Ελευθέριος το λοιπόν?Ε, αργά ή γρήγορα εκεί θα κατέληγε..! Μένει ακόμα σπίτι του? Ή θα τα παρατήσει όλα, θα ξενοικιάσει, θα παρκάρει τα πράγματά του στον δήθεν κολλητό του και θα εξαφανιστεί προς άγνωστη επαρχιακή τοποθεσία?Με ανησυχεί ολίγον τι η συμπεριφορά του..

  2. Spoiler HelGa, αλλά τον καταλάβες τον Ελευθέριο.Παρκάρει τα πράγματα και ξεπαρκάρει την BMW για τα καλά. 🙂 Και εμένα με ανησύχησε, αλλά πάει και καιρός από τότε που γίναν όλα αυτά, φαντάζομαι θα έχει ηρεμήσει τώρα.

  3. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτες Vol. 5 « Τα Νέα του Βελγίου

  4. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης Volume Six: Ελευθέριος Λυόμενος | Τα Νέα του Βελγίου

  5. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης: Η Μεγάλη Τετάρτη της Απελπισμένης στο Κιάτο Πιάτο | Τα Νέα του Βελγίου

  6. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης Volume Six: Ελευθέριος Λυόμενος | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s