Φιλοσοφικής Δεσμώτης Vol. #2:

Και τι ζητάει ο διάολος; Μια ευκαιρία στον Παράδεισο να πάει.

Εκείνη την φορά στο τραπεζάκι λοιπόν…

«Έλα αγόρι μου, έλα devirginzer μου εσύ, έλα. Εσύ είσαι. Λιόντας άγριος και πίθηκας που δαγκώνει. Θα βγεις σήμερα και θα την κατασπαράξεις. Έλα μάγκα μου. Έτσι σε θέλω, μόνο σούζες. Αγόρι μου εσύ!»

Ο Ελευθέριος κοίταζε τον εαυτό του από τον καθρέπτη της λευκής Μερσεντές του ογδόντα και μονολογούσε. Σήμερα ήταν ροκάς. Η αλήθεια είναι πως το κολλητό δερμάτινο παντελόνι τον είχε βασανίσει. Ήταν τόσο σφιχτό που ο εαυτός του δεν ήξερε πού να προσανατολιστεί και κατά πού να δείξει με το Πορφυρό του Δάκτυλο. Πήγαινε μια αριστερά μια δεξιά. Αλλά σήμερα το είχε πάρει απόφαση, θα πήγαινε σε μια αριστερή. Την είχε δει μέρες τώρα, της είχε συστηθεί ως Βαγγέλης, τινάζοντας πίσω τις μάλλον πανκ φράντζες του. Η Αλίκη. Εύμορφος κορασίς, των Αρσακείων και των καταλήψεων.

«Είμαι εδώ και τέσσερις μήνες στα ΕΑΑΚ. Βασικά μου αρέσει πολύ στο σχήμα γιατί δεν τους πειράζει που γράφω σε greeklish για τον Πτωχαλαζόνα. Ναναι καλά η Ιωάννα, η κοπελιά είναι εδώ από παλιά και μου διορθώνει τα κείμενα. Πριν από δέκα μέρες κάναμε κατάληψη. Αγχώθηκα λίγο που θα μέναμε μέσα στη σχολή όλη τη νύχτα. Τελικά δεν μείναμε, πήγαμε λίγο από το Nosotros και μετά λειώσαμε στα rakomela στο Studio. Γαμώ ρε file. Δε ξέρω, γουστάρω να μιλάω έτσι. Γουάνταφακ; Ακούω Syd Barrett αλλά edaksi, άμα λάχει πηγαίνω και σε νταμπστεπ και σε r’n’b parties. Σημασία έχει η fasi. Άμα γουστάρεις τη fasi, όλα είναι τζετ. Βασικά δεν μπορώ τους και καλά. Μου την σπάνε οι δήθεν. Πολύ φέηλ ρε μαλάκα. Έλεος δηλαδή! Πάνω απ’ όλα θα λεγα πως ξέρω καλά τι μου γίνεται.»

Ο Βαγγέλης έσαξε λίγο την ξανθιά φράντζα του και άρχισε να ανηφορίζει τα σκαλιά της εισόδου της Φιλοσοφικής. Παραζεσταινόταν με το μαύρο δερμάτινο μπουφάν που φορούσε, αλλά έστω το επιμελώς σκισμένο τισερτάκι μέσα είχε αρκετές τρύπες για να αερίζεται. Επίσης, το κρικάκι που φορούσε στο αυτί του δρόσιζε λίγο τον λοβό. Κάτι μπερδεμένο, κάτι ανάμεσα σε Τζιμ Μόρισσον και Σιντ Βίσιους. Ο Βαγγέλης με είδε να περιμένω μπροστά στο Βιβλιοπωλείο και άρχισε να τρέχει. Ουφ, βαριόμουν να τον κυνηγήσω, κι έτσι ούτε τον χαιρέτησα.

Έφτασε στον τέταρτο και άρχισε να την ψάχνει. Πού αλλού θα ήταν; Ε βασικά στο τραπεζάκι των ΕΑΑΚ, μην το πάμε και γύρω γύρω. Ναι, εκεί ήταν. Υπέροχη. Δροσερή σαν την άνοιξη. Φορούσε ένα μαύρο καλσονοπαντέλονο και μαύρες, σκληρές και επαναστατικά δερμάτινες μπότες του Δόκτωρος Μάρτενς. Μα άλλον Δόκτωρα χρειαζόταν, όχι τον Μάρτενς. Την τύλιγε ένα μακρύ λευκό πουλόβερ, έφτανε ίσα να καλύπτει τα παραλόγως αλογίσια καπούλια της. Στο σοφό της κεφαλάκι ένα χακί σκουφί ριγμένο στο πλάι. Η υπέροχη Αλίκη. Τι θα της έλεγε; Από το τραπεζάκι μακριά έπρεπε να την σύρει, στα νέφη να ίπτανται και στον αιθέρα να πλέουν. Που πάει να πει στο Ελευθέριου το τεφτέρι, να την πάει στην ταράτσα, την κλειδωμένη, στον Όγδοο όροφο.


-Πού σαι ρε τυπάκι;
-Έλα Βάγγο! Καλά, εδώ αράζουμε κι έτσι, εσύ τι κάνεις;
-Καλά Αλίκη μου, ηρεμίες. Ήρθα λίγο εδώ να δω τι γίνεται με την κατάσταση στη σχολή. Ρε συ βασικά δεν πάει άλλο με τα βλαμμένα τα πασπιτάκια έτσι; Μου ρχεται να τα κοπανίσω και αυτά και τα άλλα τα δαπιτόπουλα.
-Ναι ρε συ Βαγγέλη, κάτι πρέπει να κάνουμε. Είναι χρέος της γενιάς μας η ανατροπή. Αν όχι εμείς, τότε ποιοι; Έλα, πάρε καρεκλίτσα και άραξε. Εμείς είμαστε το μέλλον. Έχεις τσιγάρο;
-Τι; Καπνίζουμε Αλίκη;
-Ε πού και πού το ανάβω. Μου αρέσει αυτή η μικρή αίσθηση απώλειας μετά από κάθε τσιγάρο.
-Ναι ρε συ, χάνεις λίγο λίγο τον εαυτό σου. Ηρεμείς κιόλας. Ξέρεις ποιος κάπνιζε Αλίκη;
-Ποιος;
-Ο Μπωντλαίρ.

Αυτή η μανία με τις λογοτεχνίζουσες αναφορές. Και ο Βαγγέλης ήξερε καλά πως η Αλίκη δεν είχε ιδέα για Μπωντλαίρ, και η Αλίκη ήξερε καλά πως ο Βαγγέλης δεν είναι ροκάς. Ότι είναι ο Ελευθέριος δεν ήξερε. Αλλά ωραία δεν ήταν η ψευδαίσθηση; Κι ίσως τελικά ο Μπωντλαίρ να μην κάπνιζε καν. Σίγουρα πάντως δεν πήγαινε στο περίπτερο έξω από το Νεκροταφείο Ζωγράφου για να αγοράσει τελευταία στιγμή τσιγάρα. Κι ούτε έκανε πως κάπνιζε όπως ο Ελευθέριος, κάθε ρουφιξιά και πνίξιμο.

-Εγώ που λες καπνίζω Αλίκη τόσο πολύ που μία φορά έπαθα Νικοτινίαση.
-Έλα ρε, σοβαρά; Τι είναι αυτό;
-Ναι ρε, είχα κάνει πέντε πακέτα και… Α βασικά εδώ μέσα το έπαθα!

Είπε και τις έδειξε τις μπανανιές στο Αίθριο.

¬Λιποθύμησα και ήρθε ο γιατρός της Πανεπιστημιούπολης και μου κάνανε ένεση νικοτίνης και μόλις σηκώθηκα μου ανάψανε ένα τσιγάρο και συνήλθα. Εφτά πακέτα είχα κάνει εκείνη την μέρα. Έχω συνταγή γιατρού από τότε, πρέπει να καπνίζω τουλάχιστον ενενηνταδύο τσιγάρα την μέρα.
-Γαμάτο!
-Πάμε στην ταράτσα ρε συ Αλίκη; Να κάνουμε ένα τσιγάρο, να γουστάρουμε κι έτσι.
-Και δεν πάμε;

είπε εκείνη και τον ακολούθησε. Ήθελε κάποιον να την παρασύρει, να την ξελογιάσει, να της πει λόγια παλαβά κι ερωτικά και να την κάνει να αισθανθεί αυτή την παραφορά. Να ακροασθεί για λίγο εκείνα τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, να τα πασπατέψει λίγο, να τα φέρει βόλτες με τα χέρια της, να απολαύσει τους γλιτσερούς τους ήχους κι ευθύς μετά να αποχαιρετήσει την Αλεξάνδρεια που χάνει. Ω, η Αλίκη ήθελε τα πάντα. Δηλαδή τίποτα.Τίμια ως προς το περιοδικό στο οποίο έγραφε, τον διπολικά αναποφάσιτο Πτωχαλαζόνα.

Ο Βαγγέλης από την άλλη είχε ήδη αναπτύξει μιαν ανεξήγητη μανία με την Αριστερή και την Αριστερά. Μόλις έφτασαν στην ταράτσα της Φιλοσοφικής, άρχισε να την κοροϊδεύει για την δράση της. Για τα ρακόμελα και τις καταλήψεις. Εκείνη αμυνόταν στην αρχή, μετά άρχισε να επιτίθεται.

-Λες μαλακίες Βαγγέλη, είσαι βλακάκος μεγάλος. Βλάκαρος.
-Γιατί λέω μαλακίες παρακαλώ; Όταν πίνεις τα ρακόμελα και κάνεις τα ταξίδια στο Ζίγκετ φέστιβαλ σκέφτεσαι καθόλου τους μαθητές σου στο Εθελοντικό που δεν έχουνε μέλι να βάλουν στο ψωμί τους το πρωί;
-Ντροπή σου μαλάκα.

Ο Βαγγέλης σταμάτησε να σκέφτεται ευθύς μόλις άκουσε το «μαλάκα». Πείνασε ξαφνικά, μια παράλογη επιθυμία να βρεθεί στο Κυλικείο τον έπιασε και όλα τα σφολιατοειδή να καταβροχθίσει. Λουκανόπιτες και πεϊνιρλί. Την πλησίασε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Η λουκανόπιτά του σάλευε μεθυσμένη. Φίλησε την Αλίκη ζαλισμένα στο στόμα και άρχισε να την δαγκάνει. Το πεϊνιρλί της Αλίκης έβγαινε απ’ το φούρνο, μπέικον και τυριά λειωμένα και τα λάδια να ρέουν.
Εκείνη έχωσε την γλώσσα της στο στόμα του και έδεσε τα χέρια της στον λαιμό του, τρυπώντας με τα σκληρά βαμμένα μαύρα νύχια της το σβέρκο του. Στις παρυφές του Υμηττού ένα σκυλί, η Λίζα, άρχισε να αλυχτά πρωινιάτικα. Ποιο πνεύμα έβλεπε να περιφέρεται ανάμεσα στα πεύκα, δεν ξέρω.

Ο Βαγγέλης ένιωσε μια γλυκιά κι αλμυρή γεύση μετάλλου στο στόμα. Τα χείλη τους είχαν αρχίσει να τρέχουν αίμα. Έσπρωξε μακριά του την Αλίκη, μετά την τράβηξε ξανά κοντά και της έριξε μια παιχνιδιάρικια μπουνιά στον ώμο. Όπως οι θρασάδες χτυπάνε τους παουερμεταλλάδες στον ώμο. Όπως οι Βάζελοι χτυπάνε τα ΑΕΚάκια στον ώμο. Όπως οι λουκανόπιτες επιτίθενται στα πεϊνιρλί. Εκείνη όρμησε πάνω του και άρχισε να του τραβά τα μαλλιά με μανία, να τον γδέρνει και να τον κλωτσά.

Η σημαία στην κεντρική είσοδο της Φιλοσοφικής ξαφνικά τυλίχτηκε γύρω από τον στύλο της και κατέβηκε μεσίστια αναιτίως και ανιάτως. Κάποιος νεανίας φοιτητής είχε αυτοχειριασθεί απελπισμένος και εν μέσω γοερών γελώτων, ότι δεν έβρισκε πουθενά τα αρχαία σχόλια στους Ιερούς Λόγους του Αίλιου Αριστείδη.

Η επιμελήτρια του Σπουδαστηρίου βγήκε απ’ την Βιβλιοθήκη να κάνει ένα τσιγάρο, στο παράθυρο της ταράτσας του Ογδόου και είδε τον Βαγγέλη να παίρνει φόρα όπως οι ταύροι όταν βλέπουν του ταυρομάχου το πανί, μα ύστερα η Αλίκη πρόλαβε να δαγκώσει το κρικάκι στο αυτί του και να του το σκίσει και να τρέξει πάλι αίμα στα τσιμεντένια πλακάκια.

Η επιμελήτρια πήδηξε γρήγορα από το παράθυρο και βάλθηκε να τους χωρίσει. Ήρθε κι ένας περαστικός ηλεκτρολόγος και την βοήθησε και τους χώρισε. Ο Πρύτανης θεώρησε πως έπρεπε να γίνει «άμεσα» Σύγκλητος και έγινε για να λυθεί το όλο θέμα. Και ευτυχώς έκτοτε όλα μπήκαν σε μία τάξη. Όχι από τις μικρές τάξεις του Διδασκαλείου Νέας Ελληνικής. Νέες αίθουσες δημιουργήθηκαν στο αναμενόμενο κτήριο της Βιβλιοθήκης της Πανεπιστημιόπολης, έναντι της σφαδάζουσας Φιλοσοφικής.

Τα Συνουσιαστήρια. Προσομοίαζαν στα Σπουδαστήρια, καθώς με σπουδή όντως εξασκούσαν εκεί ό,τι εξασκούσαν. Και τώρα που μιλάμε, ο Ελευθέριος βρίσκεται ακόμη δεμένος σε ένα από αυτά τα Συνουσιαστήρια. Με τα κορδόνια από τις μαύρες, σκληρές και επαναστατικά δερμάτινες μπότες της Αλίκης.

Advertisements

15 thoughts on “Φιλοσοφικής Δεσμώτης Vol. #2:

  1. Έχεις δίκαιο Μικρή Χονδρή Γκοθού μας… Λες ετούτη να είναι Λουγκανόπιτα από το Lugano το ιταλο-ομιλούν; Μα δεν έχω ιδέα, ας μας πουν οι παραγλωσσολόγοι γνώμη

  2. Ρε σεις, το ξέρετε, πως εξαιτίας αυτής της διαδικτυακής συζήτησής σας -εκτός από τα μυαλά- μας πήρε φωτιά και ένα μικρό χωριό στην Ιταλία, έτσι;

  3. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης Vol. 3: Πληθυντικός Ευγενείας « Τα Νέα του Βελγίου

  4. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης Volume Six: Ελευθέριος Λυόμενος | Τα Νέα του Βελγίου

  5. Παράθεμα: Φιλοσοφικής Δεσμώτης Volume Six: Ελευθέριος Λυόμενος | Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s