Στην οδό Μισέλ Μποντά

Στην οδό Μισέλ Μποντά άστεγη, χονδρή κυρά
Κουβαλούσε μια καρδιά, λούτρινη και πορφυρά.
Γύρω όλο μπιχλιμπίδια, άξιον μαν κι άλλα παιχνίδια
Συλλογή από σκουπίδια.
Σκουριασμένο καροτσάκι, γέλαγε σαν κοριτσάκι
Ψάθινο το καπελάκι.
Λείπαν δόντια, μα γελούσε και το δρόμο της τραβούσε
Η αναπνοή βρωμούσε
Στην οδό Μισέλ Μποντά άστεγη, χονδρή κυρά.
Και γυρίζω, της φωνάζω «Τόση άχρηστη χαρτούρα
Πες μου, άσχημη κυρά, Τι την κάνεις την σαβούρα;
Σου χαρίζει έναν παρά;»
Σφύριζε κι αγκομαχούσε, λείπαν δόντια, μα γελούσε
Δεν απάντησε μα, να: μου ‘δειξε μια κλειδαριά.
(λέω «καμιά άλλη παπαριά;»)

Αμολάει μια ρεψιά, ξύνει λίγο το φουστάνι
Το σηκώνει όσο φτάνει και την έκανε η κυρά.
Στην οδό Μισέλ Μποντά, είδα άστεγη κυρά.
Μα ήταν άστεγη η κυρά ή η λούτρινη καρδιά;

Advertisements

One thought on “Στην οδό Μισέλ Μποντά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s