Ο Παπαγάλος

Φυσάει απόψε, βγάλτε τα σεντόνια…
Έβρεχε διαολεμένα σήμερα. Σα να σου λέει σάπισε στο καβούκι καημένε, μη ξεμυτίσεις απ’ την πόρτα, σε έλιωσα. Βγήκα. Άνευ λόγου και αιτίας. Κι είδα ένα παλιό μου φίλο. Παπαγάλο τον λέω, αλλά είναι ένας απλός τρελός γέρος της Αθήνας. Κυκλοφορεί με ένα καρώ μπεζ παλτό συνήθως τα καλοκαίρια, και ανοιχτό ροζ βερμούδα το χειμώνα. Αλλά τώρα που τον είδα φορούσε και ένα καφέ καπέλο μάλλινο. Κρατούσε τα δυο τροφαντά του μαγουλάκια μέσα στη βροχή και διέσχιζε απρόσεκτα την διάβαση Ακαδημίας και Ασκληπιού. Είχα πολλά χρόνια να τον δω για να ομολογήσω την αλήθεια τον Παπαγάλο. Τον θυμάμαι τα πρώτα μεταολυμπιακά χρόνια. Γύριζε στην Κοραή και έφερνε συνεχείς περιστροφές , σαν σβούρα μανιασμένη, σαν πιστός δορυφόρος, δώστου γύρω από τον αδριάντα του Ναπολέοντος Ζέρβα που βρισκόταν στη διασταύρωση με Σταδίου.

Αυτόν τον αδριάντα που απήχθη σε κάποια πορεία, εξαφανίστηκε για ένα δυο χρόνια και ξαναφύτρωσε πρόσφατα στην πλατεία Μαβίλη. Τέλοσπάντων, για τον Παπαγάλο θα γίνει κάποιο μνημείο ποτέ; Για τον Παπαγάλο έλεγα. Ο Παπαγάλος είναι ο αγαπημένος μου τρελός γεράκος της Αθήνας. Και μια επιβεβαίωση ότι πάω καλά και δεν μου σάλεψε ακόμα, ότι ανήκω στον λεγόμενο μέσο όρο ευτυχώς και ασφαλώς. Ο μέσος όρος, θέλω να πω, δεν επιθυμεί να ουρήσει όταν κάνει κρύο; Ε, έτσι κι εγώ, μέσος όρος. Ενώ ο Παπαγάλος. Τα καλοκαίρια τον πιάνει απίστευτη συχνοουρία. Όλοι σκάνε και νοσταλγούν παραλίες, και ο Παπαγάλος με το καρώ μπεζ παλτό. Θυμάμαι, τον έβλεπα κάθε φορά πώς έψαχνε απελπισμένα να βρει κάτι άχρηστο για τον κόσμο τον πολύ, να μην ενοχλήσει. Κάτι να είναι στο ύψος του πουλιού του Παπαγάλου, κάτι να ανακουφιστεί και να ηρεμήσει, χωρίς όμως να προσβάλει τον άδολο Αθηναίο περαστικό. Ουδεμία σχέση με επιδειξίες ο Παπαγάλος και άλλους πονηρούς παρόμοιους. Τι να κάνει λοιπόν; Έβρισκε εκείνους τους κάδους τους μεταλλικούς τους βιδωμένους στο τσιμέντο, αν τους θυμάται κανείς, στάχτη και μπούρμπερη γίνανε, αρχίσανε να καίγονται κάπου στα 2006 με την αναθεώρηση του άρθρου 16, δώστου με το Γρηγορόπουλο, με τη Μαρφίν, με το Μνημόνιο, τώρα νομίζω πως έχουν εκλείψει πλέον αυτοί οι κάδοι. Βέβαια, μνημείο αστικού πολιτισμού και βωμός πολιτισμένου Αθηναίου οι κάδοι ανακύκλωσης ετούτοι. Είχαν στα αριστερά μια τρύπα για τα χαρτιά, με το διευκρινιστικό αυτοκόλλητο από πάνω. Στην μέση μια αντίστοιχη τρύπα για τα γυαλιά και στα δεξιά άλλη μια τρύπα για τις μεταλλικές συσκευασίες. Όλα αυτά μέχρι που μάθαμε ότι ο σεβαστός μας και επανεκλεγείς πρώην δήμαρχος ωραίων νέων Αθηναίων έστελνε από όλους τους κάδους ανακύκλωσης τα συλλεχθέντα στην απλή χωματερή. Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα Matteotti.
Τέλοσπάντων, μια τρύπα από αυτές τις τρεις διάλεγε συνήθως ο αγαπημένος μου γεράκος, ο Παπαγάλος και αλάφρωνε εντός της την ανάγκη του τη φυσική. Προσεκτικότατος όμως. Δεν έβλεπες τίποτε από τα ιδιαίτερά του. Ο Παπαγάλος πάντα έλεγχε αριστερά – δεξιά, μέρα μεσημέρι, ντάλα Ιουλίου ο κόσμος να περνά ιδρωμένος κι ο Παπαγάλος να καταφέρνει πάντα να μη δει κανείς το πουλί του. Πρόσεχε, κατέβαζε χωρίς να φαίνεται το φερμουάρ, πλησίαζε ήρεμα και τάχα αδιάφορα τον στόχο τρύπα, κοίταζε δυο τρεις φορές βιαστικά αριστερά δεξιά να μην τον δεις κανείς, κεντράριζε σιγά σιγά στην ποθητή τρύπα και χλατς! Κάρφωνε το βαρυφορτωμένο μόριό του στα σωθικά του κάδου ανακύκλωσης. Ύστερα έπαιρνε ένα βλέμμα ηρεμίας και ένα γνώριμο χαμόγελο επανερχόταν στο μόλις πριν βλοσυρό και αφοσιωμένο στους περαστικούς πρόσωπό του. Δεν τον ένοιαζε κανείς τώρα. Ο Παπαγάλος είχε βρει στόχο. Πότιζε τα ανακυκλωτέα μαζώματα των Αθηναίων με τη μάνικά του. Γελούσε, γελούσε και εγώ στεκόμουν στην στάση του τρόλει και τον κοίταγα. Ύστερα από ένα λεπτό περίπου, τιναζόταν προσεκτικά και γινόταν πάλι βλοσυρός, το μάτι αριστερά δεξιά, μη δει κανείς, ξανακούμπωμα το φερμουάρ και δώστου μια χαρά πάλι. Α ρε Παπαγάλε! Μετά θα πλησίαζε την στάση του τρόλει, εγώ εκεί. Θα χα χάσει δυο – τρία τρόλει στο μεταξύ, αλλά δεν μπορούσα να χάσω τον Παπαγάλο. Εφόσον τον πετύχαινα στην Κλαυθμώνος, όφειλα να απολαύσω την θέασή του. Άλλωστε ήταν τόσο καλός. Χαρούμενος μετά ερχόταν προς τη στάση. Ό,τι ώρα και να ήταν θα έλεγε στον πρώτο που θα βρισκε στο δρόμο του «Καλημέρα σας! Χρόνια πολλά! Σας αγαπώ!» και θα γελούσε. Ε,ναι άγγιζε την ευτυχία, πώς να μη γελούσε; Είχε μόλις βγάλει από τα δικά του σωθικά και εναποθέσει στα σωθικά του κάδου ένα άτιμο κίτρινο υγρό που τονε φούσκωνε! Ευτυχία! «Καλημέρα σας! Χρόνια πολλά! Σας αγαπώ!» μετά Πάσχατος, προ Χριστουγέννων, καυτό Ιούλιο και βραστό Σεπτέμβριο ο Παπαγάλος εκεί. Ήταν συγκεκριμένο το ρεπερτόριο. Και σε συγκεκριμένους χώρους. Λόγου χάρη δεν υπήρχε περίπτωση να εκφράσει την αγάπη του ο Παπαγάλος κατά τη διάρκεια παραμονής στην στάση. Όχι. Θα ερχόταν πρώτα το τρόλει για Παγκράτι, θα μπαίναμε μέσα και μετά θα άρχιζε: «Καλημέρα σας! Χρόνια πολλά! Σας αγαπώ!» Σε κορίτσια και αγόρια, κυρίες και κυρίους. Όλους τους αγαπούσε ο Παπαγάλος, άλλωστε όταν είσαι γεμάτος μέσα σου δεν έχεις να δίνεις συναισθήματα και γύρω; Έτσι δεν λένε τα εγχειρίδια αυτοβοήθειας και διαχείρισης του έρωτος; Να τος λοιπόν, τρανό παράδειγμα ο Παπαγάλος. Γεμάτος άνθρωπος, γεμάτος αγάπη για όλους. «Κι εμείς σε αγαπάμε κυρ-Χρήστο!» του είπε θυμάμαι μια φορά μια μεσήλιξ κυρία. Δεν ξέρω αν τον λένε Χρήστο, πάντως έτσι του είπε.
Αλλά όλα αυτά σε μια μαγική μεταολυμπιακή Αθήνα. Τότε είχε αγάπη ο Παπαγάλος μέσα του και μοίραζε και γύρω. Σήμερα; Σήμερα έβρεχε διαολεμένα, είπαμε, κι ο Παπαγάλος δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη. Φορούσε άλλωστε και ένα καπέλο καφέ μάλλινο. Κρατούσε τα τροφαντά μάγουλά του και διέσχιζε την διάβαση Ακαδημίας και Ασκληπιού. «Λες να πρόδωσε και αυτός τα τρόλει όπως κι εγώ;» σκέφτηκα όταν τον είδα να πλησιάζει την στάση του λεωφορείου στην Ακαδημίας και να μη συνεχίζει για Σταδίου όπως θα περίμενα κάποια χρόνια πριν. Σταμάτησε μπροστά μου. Με κοίταξε με τα γκρι του μάτια χαμένα, το λαμπύρισμα που είχε κάποτε, αυτή η παιδική αφέλεια που έβγαζε το γέρικο παπαγαλίσιο μάτι του είχε χαθεί. Να δω τι θα πει τώρα ο Παπαγάλος για όλα αυτά. Τι θα ξεστομίσει αυτό το θεϊκό στόμα, αυτή η πηγή σοφίας και άδολης αγάπης, τι θα πει για όλα αυτά; «Καλημέρα σας! Χρόνια πολλά!» έριξα πρώτος τη μπάλα στο παιχνίδι για να αρχίσουμε. «Καλημέρα σας!» μου είπε με εκείνη την παιδική φωνούλα. «Συγγνώμη. Ναι, συγγνώμη, να σας πω; Να σας πω. Εμ, είναι χειμώνας φτου φτου κρύο. Είναι χειμώνας κύριε και, να, κατουριέμαι και μου χουν τελειώσει και τα χάπια μου, και δεν είμαι καλά. Αλλά θα γίνει καλοκαίρι, ε κύριε; Δεν θα γίνει; Θα του δείξω εγώ!»

Advertisements

One thought on “Ο Παπαγάλος

  1. «Κάρφωνε το βαρυφορτωμένο μόριό του στα σωθικά του κάδου ανακύκλωσης», ποτέ αυτή η φράση δεν έχει περιγραφεί καλύτερα αλλού, αν έχει περιγραφεί ποτέ κάπου αλλού. Φοβερό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s