Έμπυρη Ιστορία

Αφού λοιπόν ηρέμησε με όλα εκείνα και τίναξε από πάνω της όλη τη σκουριά, η Μαριρέν
άπλωσε το χέρι της να χουφτιάσει μια ξανθιά. Αλλά ήταν ενωρίς ακόμη. Η ξανθιά ήταν ακόμη ζεστή κι η Μαριρέν δεν την χούφτιασε τελικά.
Ήτο μίαν φοράν και έναν καιρόν ξανθιά Βελγίδα νεάνις. Τούτη η ξανθιά κορασίς, πού την βρίσκης πού την χάνης, αμπαρωμένη στην Période de latence προσέφερε ανερυθρίως στοματικάς και φαλλικάς και ετέρας απολαύσεις rectalικάς, τας οποίας μόνον ιδίοις ωσί και ποσί δύναται τις να απολαύση. Αν ήτο φοιτήτρια, θα εδύνατο να μάθη πράγματα για το πώς να εμβή και να αναρρώση, εις την ιστοσελίδαν του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Δεν θα πω λοιπόν εδώ για εκείνας τας απολαύσεις όπου η ξανθιά εδύνατο να προσφέρη ανιδιοτελώς. Ουχί.
Να ομιλήσω περί της ξανθιάς εική και ως έτυχεν επιθυμώ. Περί του πόσο αναιδεστάτη ήτο. Βέβαια, τυλιχθείσα εις τα πέριξ υπό χάρτινου φύλλου λευκού, λευκώλενος η ιδία και όμως επ’ ουδενί ερυθριώσα. Έδιδε εκείνο το λευκό το φύλλο μιαν αίσθησι αθωότητος, μιαν αύραν αγνότητος. Και όμως. Η ξανθιά η καλή διαβιούσε δι’ ολίγον εις έναν ναόν του ψύχους, εις έν αγοραίως λεγόμενον ψυγείον. Ναόν του ψύχους και του πνεύματος, του θείου οινοπνεύματος. Πολύ δε επεθύμη η ξανθιά ετούτη να εξέλθη του πάγου δια να υπάγη εις μέρη αλλότρια και άγνωστα, εις του κόσμου τα μυστήρια να μυηθή, να την πιή δηλαδή κανένας ταλαίπωρος στο ποτήρι. Το ποτήριον ήτο της ξανθιάς το Καθαρτήριον από την Κόλαση του Πάγου. Αχ, τι να είπω περί της ξανθιάς; Γέλωτες αναίτιοι, λεωφόροι ακινησίας, γοητευτικοτάτη εντός της αστρικής της αγνοίας. Αλλά εδώ ενέκειτο η αυθάδεια άπασα της νεάνιδος. Μόλις είχε εισέλθη του ναού του ψυχοναού. Μόλις είχε εμβεί εις το ψυγείον το Βελγικόν. Δεν είχε καν προλάβη να παγώσει, πολλώ δε μάλλον να πλήξη με όλα όσα διετηρούντο υπό την συγκεκριμένη θερμοκρασίαν.
Παρά ταύτα, τριωρίου άρτι διενεχθέντος εκ της εισαγωγής εις τον ναόν, η ξανθιά μουνολογούσε και μεθ’ ετέρας εις αντιλογίαν ήλθον:
«Δεν μπορώ άλλο εδώ μέssssα! Βαρέθηκα! Κόλαssssη είναι! Έλεοsssss δηλαδή! Χελόοου! Ξεπάγιαsssssα εδώ μέssssα! Έλεοssssss!»
Εδόκει δηλαδή αυτής εξελθείν του ψυχοναού, ότι οκνηρός ήτο ο βίος εντός του και οι σούζες λίγες. Διότι ο Ιωάννης ο Υφαντής μας προτρέπει για Σούζες, μόνο σούζες. Αλλιώς τιριτιρί τιριτιρί τιριτιρί
Φωνή ηκούετο τότε έμπυρη, εκ βαθέων του ναού. Ήχος μεταλλικός, μια γραία Δούκισσα της Βουργουνδίας, μια ερυθρά λησμονηθείσα μπύρα ίστατο πλαγίως του ναού του ψύχους. Ποιο χέρι την είχε εμφυτεύσει εκεί; Ούτε εκείνη δεν ενθυμείτο. Έν πράγμα κατείχε καλώς, ότι το όνομά της το Βελγικόν, το της Δουκίσσης της Βουργουνδίας είχε δοθή εις μνήμην της αδικοχαμένης νεάνιδος Μαίρης της Βουργουνδίας, Δουκίσσης υπαρκτής, οία ανελήφθη εις τους ουρανούς αδίκως καθώς ίππευε με καμάρι περισσό ένα πουλάρι με αγριωτέρας διαθέσεις από όσες εδείκνυ. Απόθανε το λοιπόν νεαρά η Μαίρη της Βουργουνδίας, και εις μνήμην της εγίνετο άπασα η αθροοποσία. Εις μνήμην, πλην «εις υγείαν» φωνασκούσαν έτι δυνατώτερα οι απανταχού Βέλγοι μπυροπότες.
Φωνή ηκούετο το λοιπόν έμπυρη και έλεγεν τοιάδε, η γραία η λησμονησθείσα, η φιάλη η εν τη ράχη ραγισθείσα εκ του πολυμήνου ψύχους:
«Πού να πας μωρή; Εδώ μέσα είναι καλά! Αν ανοίξει και σε χαϊδολογήσει κανένα χέρι, σε μισή ωρίτσα θα βρίσκεσαι σε κανένα άδειο στομάχι και θα σε ρεύεται κάποιος κακομοίρης! Κάτσε στ’ αυγά σου!»
Τοιάδε έλεγεν η γραία η έμπυρη, που γεύσιν μεν είχε στιφή τε και φρουτώδη, δια τους γνώστας όμως του διοινοχοείν ήτο αποκάλυψις και βεβαίως βεβαίως αδίκως είχεν ελησμονηθή εις τα μετόπισθεν του ψυχοναού ημισέως ραγισθείσα.
Μετά τα εκ της γραίας λεχθέντα, το της ξανθιάς Καθαρτήριον εκ κολάσεως εφαίνετο εγγύτερον του πριν. Και ιδού. το καταπέτασμα του ψυχοναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω. Ανίερος χειρ ανώγη το ψυγείον. Η ξανθιά εις την χείραν αύτην άπασας τας ελπίδας της εναπόθεσε. Και η χείρα δεν ήτο μεν αλλαντοπώλου, πλην όμως αλλάντας πλείστους, αλλάντας μπυρός εις τον ναόν εναπόθεσε, αφιέρωμα εις υγείαν της ξανθιάς.
Η ξανθιά δε, σκιρτώσα και ριγώσα εώρα το λουκάνικο, το οποίο ευρίσκετο σχεδόν όπισθέν της.
Και η γη εσείσθη εκ του άλλαντος την παρουσίαν. Και αι πέτραι εσχίσθησαν, και τα ωά εσείσθησαν, και τα μνημεία του ψυχοναού, τουτέστιν τάπερ όπου εφύοντο πόδες, τα μνημεία ανεώχθησαν και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθησαν, και εξελθόντες εκ των μνημείων μούχλας και λησμονιάς, μετά την έγερσιν αυτού εισήλθον εις την αγίαν πόλιν και ενεφανσίθησαν πολλοίς. Εις δράκων αιματοπώτης ταις χερσίν αρπάζων φέρει.
Πάει να πει, κάποιος που ήθελε να πιάσει το βυζί της Μαριρέν, αντί να της πιάσει το βυζί, άνοιξε το ψυγείο και πήρε μια μπύρα. Την μικρή και άμυαλη ξανθιά. Πρώτο πράμα το κορίτσι, να το πιεις στο ποτήρι.

Advertisements

2 thoughts on “Έμπυρη Ιστορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s