Ένα λεπτό περιπτερά

Παντού υπάρχει μια Βελγίδα

Έχει σηκωθεί από τον Θρόνο του. Οργή και μένος. Μανιασμένος μέσα στο περίπτερο και χοροπηδάει με ένα τσιγάρο αναμμένο στο στόμα. Η καύτρα πέφτει πάνω στην μεγάλη του κοιλιά, το σηκωμένο ριγέ γκρι πουλόβερ κινδυνεύει να αρπάξει φωτιά. Αλλά ο μεσήλιξ περιπτεράς έχει ιδρώσει, γιατί ωρύεται και κράζει εδώ και ώρα. Το μέτωπό του είναι κόκκινο, τα γκρι μαλλιά του πάνε εδώ κι εκεί. Τα γυαλιά του, μιας σκούρας αποχρώσεως, έχουν πέσει χαμηλά στη μύτη του. Το μάτι του έχει γυαλίσει.
Περιπτεράς: «Μ’ ακούς τι σου λέω γαμώ το ξεσταύρι μου; Δεν υπάρχουνε τα φιλτράκια που λες. Ναι! Δεν υπάρχουνε! Δεν ξέρω που στο διάολο τα είδες, πού τα κατέβασε η μολυσμένη φαντασία σου, ποιο γαμίδι αμερικανάκι στα κάρφωσε στο μυαλό, αυτά τα φιλτράκια δεν υπάρχουνε! Άμε μου στο διάολο επιτέλους!»
Αγόρι: «Δηλαδή μούφα είναι; Χαχα…»
Κορίτσι κοκκινομάλλικο, χαμογελάει: «Ήρεμα κύριος…»
Περιπτεράς: «Ναι ρε, μούφα είναι. Δεν υπάρχουνε. Και να υπήρχανε, δεν θα σου τα έδινα, ακούς;»
Αγόρι: «Γιατί ρε μπάρμπα;»
Περιπτεράς: «Γιατί σήμερα καύλωσα να σου πουλήσω γυαλιστικό παπουτσιών, αυτό θα πάρεις. Ορίστε, γυαλιστικό κάμελ, έφυγες!»
Βροντάει ένα γυαλιστικό Κάμελ για μπορντώ δερμάτινα παπούτσια. Γυαλίζει μόνο του. Πάνω στο γυάλινο σκεύος για τα ρέστα. Τριγύρω ο τόπος γεμίζει καραμέλες και σοκοφρέτες. Όλα αυτά τα τακτικώς ερριμένα στα φτερά του περιπτέρου αρχίζουν να ξεχειλίζουν από παντού. Ο περιπτεράς αρπάζει πάλι το μεταλλικό κουτί με το γυαλιστικό παπουτσιών και το ξαναβροντάει πάνω στο γυάλινο σκεύος. Βρυχάται. Μια μυρωδιά περίεργη, ανάμεσα σε ξερατό και αίμα αναδύεται από το εσωτερικό του περιπτέρου.
Περιπτεράς: «Λοιπόν; Θα το πάρεις ή θα κόψεις λάσπη;»
Αγόρι: «Μπάρμπα φιλτράκια ήρθα να πάρω, δεν φοράω δερμάτινα για να πάρω γυαλιστικό.»
Περιπτεράς: «Δεν ξέρετε να πίνετε κωλόπαιδα, πάτε στα καθωσπρέπει μαγαζιά και βγάζετε βρώμα ότι πουλάνε μπόμπες, ενώ δεν ξέρετε να πίνετε. Φύγε μη σε πάρει και σε σηκώσει, σκατάνθρωπε! Ού να μου χαθείς!»
Αγόρι: «Μπάρμπα βασικά τότε μήπως έχεις Σουάν;»
Περιπτεράς: «Φύγε ρε σου λέω, θα σε σακατέψω! Παρακαλώ συντομεύετε, περιμένουν και άλλοι.»
Το Αγόρι απομακρύνεται γελώντας με το Κορίτσι το κοκκινομάλλικο στο χέρι. Ο Περιπτεράς κάθεται στον Θρόνο του μεταμορφωμένος σε ήρεμο ανθρωπάκο. Σα να τελείωσε μια παράσταση, γυρίζει με ένα μειλίχιο βλέμμα, μια γαλήνια ανοσία στον πρότερο έντιμο βίο του. Τώρα πια δεν είναι το βρυχώμενο περιπτεροτέρας, τώρα είναι ένας έντιμος πατέρας περιπτεράς που κάνει βάρδια νυχτερινή.
Εγώ: «Ένα Τζον Πλέηερς Σπέσιαλ Μαύρο.»
Περιπτεράς: «Έλα καλό μου παιδί. Κατάλαβες; Του ήρθε τώρα του γιατρού να πάει διακοπές στην Τεργέστη. Με ρώτησε εμένα τι θα κάνω χωρίς χάπια; Του είπα, μόλις φύγεις, θα στείλουνε τους πράκτορές τους οι Αμερικάνοι να με κοροϊδεύουν. Και να τοι: τους είδες κι εσύ καλό μου παιδί. Κοριοί παντού. Ήρθανε να μου ζητήσουνε ελληνικά φιλτράκια. Ειρωνεία κι έτσι. Ότι και καλά ελληνικά, τι σας έμεινε ελληνικό; Δεν φαντάζομαι να μην κατέβεις στην παρέλαση μεθαύριο; Καριόλες γυναίκες, μην εμπιστευτείς ποτέ σου οξυγονοκολλητή. Η ΑΕΚ φέτος πρέπει να το πάρει. Τζον Πλέηερς είπες;»

Advertisements

3 thoughts on “Ένα λεπτό περιπτερά

  1. Εννοείται από τα κομμένα. Επίσης μόλις ανακάλυψα στην Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, Ελύτης:
    «ο έμπειρος Εμπειρίκος παραμένει ο ίδιος άπραγος μεσήλικας με το μαυρόασπρο υπογένειο που καπνίζει τσιγάρα Player’s και μιλάει σε άπταιστη καθαρεύουσα». Αλλά δεν λέει αν είναι Σπέσιαλ και αν είναι Μαύρο, οπότε… έχουμε χρόνο ώσπου να αρχίσουμε να μιλάμε σε καθαρεύουσα;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s