Ο μύθος του Άρη Βασίλη 2: Μια μετα-χριστουγεννιάτικη ιστορία

SIDE B: To Fail and to Fall

(Συνέχεια από προηγούμενου post με τίτλο: «Ο μύθος του Άρη Βασίλη: Μια μετα-χριστουγεννιάτικη ιστορία»)

Τα μεγάφωνα έπαιζαν το “Hallowed be thy Name” και εκείνος ήταν έτοιμος να κλάψει. Ήταν προ-προπαραμονή Πρωτοχρονιάς και δεν είχε βρει τρόπο για να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα. Η τελευταία του ευκαιρία φαινόταν να πηγαίνει χαμένη. Αλίμονο, ο παιδότοπος «Τα χρυσά αρκουδάκια» μάλλον είχε βρει άλλον για τη θέση του Άι Βασίλη. Και για όλα έφταιγε εκείνη η politically correct άσχημη γεροντοκόρη. Κάπνιζε κάτι τρίμματα από καπνό όταν το old school κινητό του χτύπησε. Είδε τον αριθμό του παιδότοπου. Το αίμα του πάγωσε και το άφησε να χτυπάει. Μία, δύο, έξι φορές μέχρι που ξυπνώντας από το λήθαργο της ταραχής το σήκωσε. Η μέγαιρα του παιδότοπου –και όμως- του έλεγε ότι πήρε τη θέση. Θα έπρεπε να είναι εκεί πρωί πρωί. Και να έχει περιποιηθεί τα γένια του.

Η αλήθεια είναι πως ο Άρης είχε γίνει δεκτός με τη μία, άλλωστε δεν είχε εμφανισθεί άλλος ευτραφής υποψήφιος, μόνο κάτι ψωραλέοι υπερβολικά αδύνατοι άστεγοι. Πράγμα που ο Άρης δεν έμαθε ποτέ με συνεπές αποτέλεσμα και αυτή η κλήση του να του φανεί πως αποτελούσε μέρος της προφητείας. Της προφητείας που τον ήθελε να βρίσκει λεφτά, να αγοράζει βιβλία από το ίντερνετ και να γίνεται αιώνια ευτυχισμένος ανακαλύπτοντας –μόνος μεταξύ καλυτέρων του- τη μυθική τέταρτη διάσταση. Της προφητείας που τον ήθελε να είναι ο εκλεκτός. Η αλήθεια είναι πως απλά η κομπλεξική κυρία θέλησε να παίξει με τα νεύρα του. Και τα κατάφερε, τον έφερε στα πρόθυρα του νευρικού κλονισμού. Εκείνη άντλησε ευχαρίστηση κρατώντας τον σε αγωνία, τόση ώστε το απόγευμά της να είναι μη κυριευτεί από τις γνωστές τάσεις αυτοκτονίας που έκαναν κουμάντο στη ζωή της κάθε που ήλιος ξεκινούσε να δύει. Αρκετά καλό ώστε να επιτρέψει στον εαυτό της να δει στο βίντεο της παλιές βιντεοκασέτες της με τα επεισόδια του «Τόλμη και Γοητεία» -και να φάει μια ΙΟΝ αμυγδάλου.

Ο Άρης έκανε αυτό που ξέρει καλύτερο το βράδυ της προ-προπαραμονής του νέου έτους. Άκουσε πολύ heavy metal και μέθυσε μέχρι τελικής πτώσεως –από την χαρά του.

Το πρωί κατάφερε να πεταχτεί όρθιος. Μετά από δύο δευτερόλεπτα ένιωθε νεκρός. Στο στομάχι του πάλευαν το ουίσκι με τη βότκα, το τσίπουρο με το ούζο, το τζιν με το μαρτίνι ενώ το λικέρ μαρασκίνο τα κέρδιζε όλα. Είχε κάνει μια γενναία επιδρομή στο ντουλάπι με τα ποτά της κωφάλαλης γιαγιάς του. Είχε πιει και κάτι μπύρες για το σβήσιμο. Και τώρα το σώμα του ήθελε να τα επιστρέψει όλα πίσω. Ακολουθώντας την ανάποδη οδό της κατάποσης.

Έσφιξε τα δόντια του αντρίκια, κατάφερε να κουρέψει λίγο το μούσι του, έπλυνε το κεφάλι του με παγωμένο νερό, έφτιαξε μια φραπέδαρα, την ήπιε στα γρήγορα, έριξε δυο εμετούς, στυλώθηκε και αρματώθηκε για τη μάχη. Όπως ο Κόναν θα ορμούσε χωρίς δισταγμό, ένας λύκος που τίποτα δε θα στεκόταν εμπόδιο στο δρόμο του.

Ηταν τόσο χάλια σωματικά που έτρεμε. Όταν πάτησε το πόδι του στο παιδότοπο, που βρισκόταν κοντά στο Δημαρχείο στην Πλατεία Κοτζιά, τους άφησε να τον κάνουν ότι θέλουν. Υπόγραψε ένα χαρτί και δε μπόρεσε να καταλάβει σε τι αμοιβή συμφωνούσε. Του κούρεψαν τα μούσια σύριζα και εκείνος δεν είπε κουβέντα. Τον έγδυσαν, του έβαλαν αγιοβασιλιάτικα ρούχα που δε του έκαναν και τον στένευαν διαολεμένα. Δε διαμαρτυρήθηκε. Η αποστολή που έπρεπε να εκπληρώσει ήταν «μεγαλύτερη» από εκείνον.

Τον έβαλαν κάτω από ένα πλαστικό θλιβερό χριστουγεννιάτικο δέντρο να περιμένει τα παιδάκια. Νύσταζε φριχτά και είχε αναγούλες. Το φως δεν ήταν καλό στο δωμάτιο –που θύμιζε αίθουσα συνεστιάσεων από τα 80s- και αυτό χειροτέρευε την κατάσταση του. Τα λαμπάκια αναβόσβηναν μες στα μάτια του και αυτό τον τρέλαινε, αλλά δε ξεχνούσε να μονολογεί «τέταρτη διάσταση», υπενθυμίζοντας στον εαυτό του τι είναι τελικά πραγματικά σημαντικό σε αυτή τη ζωή.

Οι ατάκες «Θα πρέπει να είσαι ευγενικός με τα παιδάκια», «Μη μιλάς πολύ αλλά όχι και καθόλου», «Να χαμογελάς συνέχεια και να λες ‘χο,χο, χο!’, εντάξει;» του τριβέλιζαν το μυαλό. Η ψυχή του ένιωθε μαύρη σαν τους Darkthrone εκείνη την ώρα αλλά δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η αναμονή τον τσάκιζε. Ένας ήχος ποδοβολητού τα άλλαξε όλα. Τα παιδάκια όρμησαν μες στην αίθουσα σαν ορδή βαρβάρων. Οι ιαχές τους ξύριζαν τον αέρα. Και η «κακόμοιρη πόλη» που θα λεηλατούσαν ήταν εκείνος.

Ας μη κοροϊδευόμαστε, όλοι ξέρουμε πως τα μικρά παιδάκια μεταμορφώνονται σε άγρια θηρία όταν το ζητούμενο είναι τα δώρα. Σπρώχνονταν και τσίριζαν για το ποιο θα πάρει πρώτο στην αγκαλιά του ο Άι Βασίλης και θα του δώσει το παιχνίδι του. Παιχνίδια που εν αγνοία της πιτσιρικαρίας είχαν προμηθεύσει οι γονείς. Τσίριζαν, ούρλιαζαν και χοροπηδούσαν σαν Ινδιάνοι. Ο Άρης είχε τρομοκρατηθεί αλλά βαστούσε γερά τη θέση του. Ανέβαιναν πάνω του και τον αγκάλιαζαν, τον έπαιρναν σφιχτές αγκαλιές και απαιτούσαν τα δώρα τους. Τον αηδίαζε όλη αυτή η ξαφνική οικειότητα, του φαινόταν τόσο un-metal. Ένα αγοράκι στη γωνία σπάραζε με λυγμούς γιατί αυτός δεν ήταν ο πραγματικός Άγιος Βασίλης. Η μαμά του το χάιδευε και του έλεγε πως «δε πειράζει, καλός είναι και αυτός». Τα κοριτσάκια τον κοίταζαν αυστηρά και τον ρώταγαν αν θα έρθει και η Barbie ή έστω η Μαρία η Άσχημη. Εκείνος στεκόταν βουβός απέναντι σε όλη αυτή τη θηριωδία. Το χειρότερο ήταν πως η αίθουσα γέμιζε όλο και περισσότερο με παιδιά. Ένιωθε αγοραφοβία και ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό του, έρμαιο στις ορέξεις εξάχρονων ανθρώπων.

Μετά από δυο ώρες ως Άι Βασίλης τα νεύρα του είχαν και επίσημα πια σπάσει. Νόμιζε πως άκουγε το “Children of the Grave” παιγμένο από παιδική χορωδία σε slow έκδοση. Τα χειρότερα όμως δεν είχαν φθάσει ακόμα. Και έφθασαν με τη μορφή των αργοπορημένων τεκνοφόρων ζευγαριών. Οι πιτσιρικάδες αυτοί ήταν ήδη ερεθισμένοι και εκνευρισμένοι από την αργοπορία των γονιών τους και έψαχναν εξιλαστήριο θύμα. Μάλιστα οι πιο τσαμπουκαλεμένοι από αυτούς έσπρωχναν –προσπαθώντας να κλέψουν σειρά- λες και ήταν σε συναυλία των Stampin΄ Ground.  Παίρνοντας δύναμη από τη λύσσα τους για δώρα ορμούσαν ξανά και ξανά κατά κύματα με μόνο σκοπό: μια αγκαλιά και ένα παιχνίδι.

Αφού κατάφερε να ανταπεξέλθει σε τουλάχιστον 75 ανήλικους πελάτες του παιδότοπου –ένα πραγματικό gangbang αγκαλιάς- ο Άρης είχε αρχίσει να χάνει τη μάχη. Το ένα μετά το άλλο τα παιδάκια τον εκνεύριζαν όλο και περισσότερο. Μέχρι που τα μάτια του συνάντησαν τη νέμεσή του. Ένα πεντάχρονο αγκαλιά στον μπρατσαρά ράπερ πατέρα του. Φορούσε και εκείνος, όπως και η ενήλικη εκδοχή του, ανάποδο καπέλο, φαρδιά και μπλουζάκι των Celtics. Ο πατέρας κοιτούσε με όλη την περηφάνια του Ελληναρά που ακούει Nivo ενώ άφηνε το μικρό κακέκτυπο του TNS να τρέξει προς τον κακόμοιρο ήρωα της ιστορίας μας.

«Άι Βασίλη, Αί Βασίλη, πες μου καμιά ιστορία» οι κουβέντες που επαναλάμβανε ο μικρός με μάγκικο clopy-paste στυλάκι. «Μίλα Βασίλη, Μίλα Βασίλη» συνέχισε. Ο Άρης κρατούσε τον μικρό όπως κάποιος θα κρατούσε μια κόμπρα. Ο ήχος από τις παιδικές φωνές τον τρέλαινε. Τα φωτάκια του πονούσαν τα μάτια του. Τα ρούχα τον στένευαν τόσο ώστε η κοιλιά του να τον πεθαίνει στον πόνο. Σιχαινόταν τη ζωή του και το χειρότερο από όλα ήταν πώς όλη αυτή την ώρα κρατιόταν για να μη βγάλει ότι είχε πιει την προηγούμενη νύχτα. Ο μικρός όμως ήταν ασυγκίνητος, το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει το κομμάτι του στο μπαμπά του, τυραννώντας τον αβοήθητο μεταλλά.

Ο λιλιπούτειος απόγονος των Goin Through σκλήρυνε την στάση του. Αρχισε να τσιμπάει τον fake Άι Βασίλη και να του αγριεύει. Ο Αρης δεν άντεχε άλλο, δε μπορούσε να κρατάει τον εμετό που τον πίεζε, ήθελε να βάλει τα κλάματα. «Μίλα ρε, μίλα ρε, μίλα ρε χοντρέ» του πέταξε σε κάποια φάση κοιτάζοντάς τον υποτιμητικά. Ο Αρης κάπου εκεί άρχισε να παρανοεί, του φαίνονταν όλα εφιάλτης, η ελπίδα μόνο για την «τέταρτη διάσταση» τον κρατούσε μακριά από την τρέλα. «Μίλα ΧΟΝΤΡΕ!» ακούστηκε ξανά. Σε λίγο όλα τα παιδάκια έπιασαν το νόημα. Άρχισαν να φωνάζουν: «Μίλα ρε Χοντρέ! Μίλα!». Ο Άρης σηκώθηκε όρθιος με τον πιτσιρικά στα χέρια του. Δεν πίστευε αυτό που συνέβαινε. «Χοντρέ», η λέξη που τον κυνηγούσε όλη του τη ζωή. Αυτά τα παιδάκια ήταν déjà vu. Τότε τριάντα χρόνια πριν, όλο το δημοτικό γύρω του στο προαύλιο και εκείνος στη μέση. Να τον ξεφτιλίζουν. «Χοντρέ!Χοντρέ!Χοντρέ!», οι φωνές έρχονταν από το παρελθόν. Κράτησε την ανήλικη ανθρωπόμορφη κόμπρα στο ύψος των ματιών του. Ο μικρός χιπ-χοπάς τον κοίταξε ατρόμητος. «Τι κοιτάς ρε χοντρέ;». «Άσε με ρε κάτω» στρίγγλιζε. Ο Άρης είχε παγώσει. Το παιδάκι τον έφτυσε. Μετά άρχισε να του τραβάει μούσια και μαλλιά να ουρλιάζει και να τον φτύνει. Ξανά και ξανά. Όπως τότε που οι ραπάδες στο γυμνάσιο, τον έσπαγαν στο ξύλο, έτσι επειδή  ήταν εκείνοι δέκα και αυτός ένας, έτσι απλά για να σπάσουν πλάκα. Στο τέλος άρχισε να τον χτυπάει με τα μικροσκοπικά ποδαράκια του μέσα στα δόντια. Τον χόρτασε κλωτσιά.

Ο Άρης έχασε το μυαλό του. Αφήνιασε.

Πέταξε τον εχθρό του κάτω, φωνάζοντας  «Πουστόπαιδοοοοοοοο!!!!Θα πεθάνεις ρε!». Έπεσε με όλο το βάρος του κορμιού του πάνω στο πεντάχρονο. «Έτσι σε μάθανε ρε; Έτσι; Φάτηνα τώρα» ούρλιαζε μέσα στα αυτιά του παιδιού ενώ του έριχνε γεμάτε σφαλιάρες. Οι αίθουσα είχε γεμίσει κραυγές ενώ όλα τα μωρά τρομοκρατημένα προσπαθούσαν να βγουν έξω –λες και γινόταν σεισμός. Ο μικρός ράπερ είχε εξαφανιστεί κάτω από τα 140 κιλά του θηρίου. Ο μπρατσαράς πατέρας, ανέλαβε δράση. Άρχισε να ρίχνει κλωτσιές στην πλάτη του Άρη με σκοπό να σώσει το παιδί του που κειτόταν ακίνητο από το σοκ. Μάταια όμως. Όταν ο Άρης έπεφτε χρειαζότανε ένα Clark για να τον σηκώσεις. Γενναίες μητέρες έπεσαν πάνω στο τέρας, που πάνω στη μανία του, είχε ξεχάσει την «τέταρτη διάσταση» και το μόνο που ήθελε ήταν να εξαλείψει τον εχθρό του. Όλο του το σώμα έβραζε από την οργή, μα πάνω από όλα το στομάχι του.

«Θα σε σκίσω με τα χέρια μου γαμώ τους Deicide μου μέσα!», ούρλιαζε προσπαθώντας να διαμελίσει το αγοράκι. Τον κρατούσαν τέσσερις άντρες από τα χέρια, γλιτώνοντάς τον από βέβαιη ισόβια καταδίκη.  Του έφεραν τα χέρια πίσω από την πλάτη, μα ο Άρης δε σταματούσε.  Χωρίς χέρια, ούρλιαξε «Θα σε φάω ζωντανό ρε!» και προσπάθησε να δαγκώσει το παιδί. Την κρίσιμη στιγμή μια τσαντιά έδιωξε το αιμοβόρο στόμα του μακριά. Μετά άρχισαν οι τακουνιές. Οι γυναικές τον έδερναν με ότι είχαν διαθέσιμο ενώ οι άντρες προσπαθούσαν να τον σύρουν μακριά από το θύμα του. Η πίεση και η ζαλούρα της στιγμής διέλυσαν το στομάχι του και ενώ πήγαινε να φτύσει με όλη τη δύναμη της ψυχής του το άθλιο ανήλικο υποκείμενο, τελικά, μια πλημμύρα εμετού έπεσε πάνω στο πεντάχρονο καλύπτοντας το από την κορυφή μέχρι τα νύχια.

Εκεί πια η φρίκη των ανθρώπων τους γέμισε αγανάκτηση. Τόση ώστε κατάφεραν να σύρουν τον υπερμεγέθη μεταλλά εκτός κτιρίου. Στη διαδρομή του βαρούσαν το κεφάλι στις γωνίες. Εκείνος ούρλιαξε με φωνητικά αλλά death metal «Fourth dimension! Fourth dimension!” και μετά τα χτυπήματα στις γωνίες το γύριζε σε ψηλές high-pitched –δόξα τω Rob Halford– κραυγές και ελληνικό στίχο «Τέταααρτηηη Διαστασηηηηηη-ηηηη-ηηηή!». Τον πέταξαν έξω όπου συνέχισαν να τον δέρνουν. Εκείνος είχε αφρούς στο στόμα, δεκάδες μώλωπες και γελούσε παρανοϊκά. Ο μπρατσαράς πατέρας έβαλε τους άλλους να τον κρατάνε και τον άρχισε στα μπουκέτα. Μα ο Άρης, δε μάσαγε, απλά φώναζε πως εκείνος ξέρει την αλήθεια και συνέχιζε να γελάει. Οι γυναίκες βρήκαν κάτι χάρακες και άρχισαν να τον βαράνε μία με αυτούς, μία με τα τακούνια σε two-weapon style. Εκείνος απλά είχε πέσει μπρούμυτα για να προστατευθεί ενώ οι φωνές «Κτήνος», «Τέρας!», «Ανώμαλε», «Αλήτη» έφτιαχναν ένα κακόφωνο κοντσέρτο από αναμενόμενες ατάκες.

Κατάφερε να σηκωθεί με σκοπό να τρέξει, τον έπιασαν, πέταξε αιμόφυρτος τους μισούς από πάνω του και την ώρα που θα κατάφερνε να πετύχει τη μεγάλη απόδραση άκουσε τις αστυνομικές σειρήνες. Ενώ άρχισε να χτυπιέται σα τσιπούρα πιασμένη σε δίχτυα, οι ομάδα ΔΙΑΣ ξεκαβαλίκεψε από τα παπιά της και φώναξαν με μια φωνή «Τι έκανε αυτός;», για να πάρουν την απάντηση «Πήγε να σκοτώσει ένα παιδάκι ο μαλάκας!» και εκεί άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του όρθιου αλλά ακινητοποιημένου Άρη.

Έβγαλε μια κραυγή από τα βάθη της ροκ ψυχής του, κοιτώντας αγέρωχα τους μπάτσους, η ιαχή «Heavy Metal ρε μουνιά!» ακούστηκε με ηχώ σε όλη την Αθήνα . «Τι έκανες ρε πουσταριό;!» ήρθε η πληρωμένη απάντηση και ένα γκλοπ στριφογύρισε σα morning star και του έσπασε τα δόντια.

Έπεσε κάτω νικημένος.

Λιπόθυμος.

Συνέχισαν να τον πλακώνουν στις γκλοπιές. Ο μπρατσαράς ράπερ πατέρας του έχωνε μπουνιές. Οι αγριεμένες σα τις Μαινάδες μαμάδες τον τρύπαγαν με τα τακούνια τους. Κειτόταν ίδιος με νεκρό μες στους νεκρούς. Ηττημένος. Βουβός. Με το όνειρο της τέταρτης διάστασης να έχει γλιστρήσει –όπως όλα έδειχναν- από τα χέρια του.

Advertisements

4 thoughts on “Ο μύθος του Άρη Βασίλη 2: Μια μετα-χριστουγεννιάτικη ιστορία

  1. Γιατί τον σκότωσες ρε jorn hammerrat formerly known as giorgos robolas; Πώς θα διαβάσουμε τώρα την ιστορία εκδίκησής του; The dark santa rises θέλουμε ρεεεεεεε!
    Πολύ καλό πάντως. Θέλω κι εγώ να ακούσω το Children of the Grave από παιδική χορωδία σε slow έκδοση.

  2. Ρε δεν τον σκότωσε. Σωστά; Υπάρχει ελπίδα για εκδίκηση. Ιδιος με νεκρό λέει, όχι νεκρός.

    Επίσης, πόσο απαίσιος μπορεί να είσαι jorn hammerrat formerly known as giorgos robolas; Τι υπάρχει τέλος πάντων μέσα στην ψυχή σου;

  3. Παράθεμα: Ο μύθος του Άρη Βασίλη 3: Μια μετα-(χ)ριστουγεννιάτικη ιστορία « Τα Νέα του Βελγίου

  4. Παράθεμα: Ο μύθος του Άρη Βασίλη 3: Μια μετα-(χ)ριστουγεννιάτικη ιστορία « Τα Νέα του Βελγίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s